Σάββατο, Δεκέμβριος 31, 2005

Ξέρεις κάτι;

Δέν ξέρω έάν τήν ντομπροσύνη, τήν ταυτίζεις μέ έξακολούθηση, μέ διατήρηση, μέ συνέχιση μώβ παρακαλητών, μουντών παρακλήσεων, άγχωμένων ικεσιών, πληγωμένων έκλιπαρήσεων, γονυπετών έπικλήσεων.

Έάν, γιά νά είναι ντόμπρος κάποιος, πρέπει δηλαδή, νά συνεχίση τήν πορεία πρός τόν άπόλυτο εύτελισμό, τό προσωπικό ξεγύμνωμα, τό ξεπούλημα τής προσωπικότητας καί τού χαρακτήρα.

Ύπάρχουν καί κάποια όρια στήν έκφραση τού «παρακαλώ»· δέν γίνεται νά διατυπώνωνται έσαεί μόνον άπό τόν έναν καί ο άλλος, μέ τά τρόπαια τής δυνατότητος τής επιλογής νά χαρίζη, νά άπονέμη «ναί» ή «όχι».

Αύτά πού λές άγαπητέ Ντύλαν Τόμας!

Νά προσέχης τίς μοκαμβίλιες, τά usb καί τά σκληρά, τά δύσκαμπτα χαρτάκια.

ΥΓ: Δέν πρόκειται νά συνεχίσω, νά γίνω ρηάλιτυ.

Παρασκευή, Δεκέμβριος 30, 2005

Άν κάποιος άγνωστος σάς σταματήση στόν δρόμο....


Αυτός ο ήχος πού κατακλύζει τό δωμάτιο, τόν χώρο δηλαδή, πρέπει νά είναι πολύ λιμπιντανεβασιάρικος. Επειδής ανεβάζει πολύ τρίχα ρέ παιδί μου, γι’αυτό... Ή μήπως όχι;

Οχι! Ο ήχος αυτός, ανατριχιάζει όλον τόν κόσμο εδώ, δέν έχει νά κάνη όμως μέ μυρωδιές ίμπαλς καί λοιπά τέτοια.

Ο ήχος είναι ό,τι σέρνει το αλάδωτο, σκουριασμένο, παλιό παράθυρο, εκεί αριστερά καί ξεσηκώνει μορφασμούς ανατριχιλαποδοκιμασίας απ’όλους.

Πλήν εμού. Επειδή μέσω αυτού, ανοίγει τό βλέμμα κι η σκέψις.

Πέμπτη, Δεκέμβριος 29, 2005

Σημαδάκι στό άνω. Φαίνεται.



Η Π. πετάχτηκε από τήν θέση της, πέταξε τά ακουστικά, πέταξε καί βλέμμα ισπανού ιεροεξεταστού πάνω στά ντουζένια εισαγγελικού λόγου του καί μέριασε βράχο νά διαβή.

Καί όντως, διέβη.

Προσπέρασε κάποια γραφεία, προσπάθησε νά ορμηνέψη τά βήματά της σέ πιό ήσυχες κλίμακες, η ζοχάδα όμως ήταν τέτοια πού καί γάτα νά κεραμιδοβόλταρε, θά έφερνε ολίγον από Ντάμπο τόν ελεφαντίσκο.

Ώσπου έφθασε εκεί. Μπροστά της εκτός από ένα – βρώμικο – γραφείο, πισή σκονισμένο, πληκτρολόγιο κοραλλιογενές νησί, ένας συναχωμένος νεανίας. (=εγώ, χί χί χί χί!) καί ένα φλυτζάνι μέ αχνιζόμενο υγρό.

Άρπαξε τόν νεανία από τά πέτα, καί...

- Έχεις ακουστά ρε μπαγλαμά τό αυγό τού Κολόμβου; Ε; Πού νά έχης... Τά αναγνώσματά σου, μόνο τσόντες είναι.Όλοι, κατόπιν τής ανακάλυψης τής Αμερικής, έσπευσαν νά του τήν πούν... Καί σιγά, τί έκανες, βόλτα μέ κρουαζιερόπλοιο ήταν, αναψυχή καί τά ρέστα. Τά πήρε όμως ο Χριστοφοράκος. Πήρε ένα αυγό καί ζήτησε νά τό στηρίξουν σέ ένα τραπέζι. Ουδείς μπορούσε, πήρε ο Κολόμπους ένα σφιχτό καί χλάπ! τό στήριξε σπάζοντας τήν βάσι τού ωού. Τό θέμα ρέ, δέν είναι η εκτέλεσις αλλά η επινόησις τούς είπε μαινόμενος καί μέ μιά υποψία δακρύου στήν άκρη τ’οφθαλμού του. Έτσι καί τώρα!

Τά πέτα διεμαρτυρήθησαν μέ βήχα καί κατάφεραν νά πούν:

- Θά μάς πνίξης! Πιό ήρεμα!

Ηρέμησε κάπως καί πιάνοντας, στρίβοντας τά μάγουλά μου, κατέληξε:

- Έτσι καί τώρα ρέ! Μέ βάζεις ίσα κι όμοια, εμένα, πού σού έστειλα, επενόησα, σού σέρβιρα λύση, μέ τήν άλλη η οποία απλώς ακούσασα τήν λέξι «τέιον» ανεφέρθη σέ κάποιες ιδιαίτερες γεύσεις καί είπε ένα ξερό ναί στό ερώτημά σου εάν έχη. Ίσα κι όμοια;

Δέν είναι ίσα κι όμοια ναί.

Συγγνώμη Π.

Ευχαριστώ Π.


Έγινε τής εξαθλιωμένης προλοταρίας...

Σήμερα δέν είμαι και πολύ καλά... Θά μού πής πότε είσαι, αλλά σήμερις μέ τριγυρίζει ο Σμάουγκ*, ο δράκος τού συναχιού. Τί μέ τριγυρίζει δηλαδής, έχει θρονιασθή μετά πολλών επαίνων στούς θύλακες τής ρινός μου.

Τό χειρότερον όμως είναι η συνεχής διάθεσίς μου πρός πτάρνισμα.

Είμαι συνέχεια σέ φάση νά θέλω νά φτερνιστώ, αλλά πολύ σπάνια (ποσοστό ΚΚΕ ΜΛ) η κατάληξις είναι τό αψού. Κι έτσι, είμαι ολωσδιόλου μέ μισόκλειστα μάτια, στόμα ανασαίνον μέ κοφτές ανάσες, πνεύμα (ώπα! αποκάλυψις!) ταλαιπωρημένο, μή αφηνόμενο νά δημιουργήση. (τί ακριβώς; Κομπολόγια γιά κουλούς;)

Μέχρι πού η Π. μοι προέτεινε :

πιες κανένα τσαγάκι βρε ζεστό....

καί η Κ. μοι έδωσε ένα βανίλια καραμέλα.

Ωραίο.

Θένκς μπόθ.

Αλίμω, 13:43 ανθυποπαραμονή πρωτοχρονιάς τού 2006 μ.Χ.

* Ι do love u, μελοφόρε, H!

Σάν Δευτέρα.


Ο Αλεξανδρινός είναι η εύκολος λύσις γιά τους μή έχοντες καί κατέχοντες υπόβαθρο καί (από κάμποσες έως πάρα πολλές) παραπομπές.

Τί νά κάνουμε όμως... Η αβάν γκάρντ είχε κάνει σόλντ άουτ εκείνη τήν περίοδο τής μέ τήν σέσουλα παροχής εφοδίων.



Είς τό Έπίνειον.

Νέος, είκοσι οκτώ ετών, μέ πλοίον τήνιον έφθασε είς τούτο τό συριακόν επίνειον ο Έμης, μέ την πρόθεσι νά μάθη μυροπώλης. Όμως αρρώστησε είς τόν πλουν. Καί μόλις απεβιβάσθη, πέθανε. Η ταφή του, πτωχοτάτη, έγιν’ εδώ. Ολίγες ώρες πρίν πεθάνει, κάτι ψιθύρισε γιά «οικίαν», γιά «πολύ γέροντας γονείς». Μά ποιοί ήσαν τούτοι δέν εγνώριζε κανείς, μήτε ποια η πατρίς του μές στό μέγα πανελλήνιον. Καλλίτερα. Γιατί έτσι ενώ κείται νεκρός σ’ αυτό τό επίνειον, θα τόν ελπίζουν πάντα οι γονείς του ζωντανό.

Τετάρτη, Δεκέμβριος 28, 2005

Πρωινάδικο


Σημερα, παραμονη της ανθυποπαραμονης της πρωτοχρονιας εχω κι εγω ευχες πρός Αη-Βασιλη:

* Νά μήν σφιγγω τα δοντια όταν κοιμαμαι.

* Νά αποκτησω μελαγχολικο/ψαγμενο/κουλτουρε/πιασαρικο/εν απογνωσει/ισως κι απελπισμενο/αφυψηλειου υφος.

* Νά γινουν καποια δικα μου, wordακι σέ φολντερ στον σκληρο, δεσποινης τινος.

Τί χαζες ευχες ζητησες, ενώ θα μπορουσες νά αποκτουσες ένα πειρατικο καραβι πλεημομπιλ! Ξερεις ε; Πολλακις άπό τό χερι δέν μας πιανει ο μεγαλυτερος αδελφος, ο πατερας/η μανα, ενας μπάρμπας, μιά θειά. Μπορει νά εχωμε διπλα μας την «προαγωγο», την «μαστρωπο» μας. Οι ιδεες εχουν παντα ένα τιμημα, ειδικα όταν είναι «ιδεες», όταν εχουν ζυμωθει στον παγκο του ψευδους, όταν σχηματιζονται μέ τον πλαστη της κρυψινοιας, όταν ετοιμαζονται στον φουρνο της ανερρυθριαστης μυθοπλασιας κι όταν ματι του οποιου τό βλεμμα παντα κανει κοιλια όταν ερχεται αντιμετωπο μέ ένα άλλο, τίς παρακολουθει νά μήν καουν.

Κι όταν όλα αυτά γαρνιρονται μέ τό μπαχαρικο της απαιτησης πρός αφοσιωση τοτε πιστοποιειται ότι ο εαυτος μας εχει χασει τό στοιχημα μέ τον χρονο καί του ελευθερου νά πεταξει υπνου.

See you in the bitter end.

Λιγο μετα άπό την ακατασχετον δωροπαροχη μου, καλαντων περατωθεντων [οπου αμοιβη: 8 λεπτα (4 κερματα των 2), μελομακαρονα εσοδειας 2001, 9 κομβια άπό πανταλονι παραλλαγης του Ε.Σ.)] εκανα ότι δέν ακουσα καποια καριολικια άπό τα προσχαρα παιδακια τα οποια προφανως γκρινιαζαν διοτι η γενναιοδωρια μου τα εριχνε στον βορβορον του υλισμου.

Διετηρησα τίς ματιες μου πρός αυτά νά σιγουρευτω ότι η εξωπορτα θα εκλεινε. Καποια κινηση του μεγαλυτερου παιδαριου μέ τό χερι του καθως ανοιγε καί εκλεινε την θυρα, ακουσιως άπό μιά τσεπη του, επεσε ένα χαρτι κατω.

Συρθηκα νά τό πιασω καί νά φωναξω στο παιδακι νά του τό δωσω, όμως…

…όμως ο γραφικος χαρακτηρας, τό χρωμα της μελανης (δέν ηταν μελας αλλα ερυθρος) ανεβαλλε/ματαιωσε τό «νεαρε! Σου’πεσε κατι!» Μου εκανε κατι, τό κοκκινο των χαρακτηρων τό λευκο του φοντου θυμιζε έναν μέ νταμακια αη Βασιλη, τό εξελαβα ως δωρο. Έάν επανερχοντο τα παιδια, θα τό εδινα, θα ειχα προλαβει νά τό σκαναρω ας πουμε.

Επεστρεψα στο σπιτι, ο εν σαλονιω νηφελλοκοκοζωμος δέν ειχε κρυωσει… Τραβηζα μιά τζουρα (αχ, αυτος ο καπυτσινος!) κι αρχισα νά διαβαζω: (χμ… τα ποδια ησαν σταυρωμενα στο τραπεζακι, ναί)

Την ανακαλω, φερνω την μορφη της μπροστα μου. Τό πρωτο πού βλεπω είναι νά ημεθα ξαπλωμενοι, πλαγιαστα καί νά κυττω τό προσωπο της, τό μέ μελαγχολια νοτισμενο. Νά μέ θωρη αμιλητη καί τό ανοιγοκλεισιμο των ματιων της νά κανη τον μονο θορυβο. Ο δεικτης της νά χρωματιζη τα χειλη καί τό προσωπο μου, αφορμη νά στειλη αλλου τό βλεμμα.

Σκεφτομαι κι εκεινη την φωτογραφια της, την οποιαν μεχρι προτινος ειχε σχεδον πανω άπό τό προσκεφαλι της. Ο φακος πολύ κοντα σέ προσωπακι οκταχρονου ξανθου κοριτσιου, ο ηλιος καταφατσα νά τό αναγκαζη νά προστατευη τα ματια, φερνοντας, συνοφρυωνοντας καί την μυτη της πιο πανω σέ μιά εκφραση καί αποριας. (Η περιγραφη αυτή μέ πηγε σ’αυτό τό σκοτεινο δωματιο· η μπλε, η βαθια μπλε περιβαλλουσα σκηνη μέ κανει νά νομιζω ότι τα δακρυα δέν είναι ευδιακριτα). Αι φωτογραφιαι μαλλον μου δυσκολευουν την καταστασι. Εκεινη, στην τουαλεττα μέ τό υφος μεγαλου πού εχει, βαζοντας τίς παλαμες στα γονατα αναμενοντας κατι. Η αγκαλη πρός τον πατερα της, στο τριων τεταρτων προφιλ μέ τό στομα της ανοικτο, νά μαρτυρα ότι ηταν εκεινη η στιγμη πού ειπε τό «μπαμπα σ’αγαπω» κι ο φωτογραφος απαθανατισε. (τί άλλο θα ακουγε ενας πατερας άπό την κορη του καί θ’αφηνε τετοιο χαμογελο;) Μιά άλλη, νά την εχη κοπελιτσα 9-10 ετων μέ υφος όμως τριπλασιως περισσοτερο· κατι τετοιο επετασσε η, μαλλον, σφιχτη αγκαλη μέ τίς δυο μικροτερες ξαδελφες διπλα της. Χρονια μετα, σέ αυθορμητη πιθανως, ποζα σέ ένα ψηλο σκαμνι μολις νά εχη γυριση στον φακο υπακουοντας στο «********!» μέ καλοχτενισμενη κομη, μέ ταιριαστο μακιγιαζ τα οποια δέν αφησαν νά μήν φανη μιά καποια κοπωσ

Γυρισα τό χαρτι, όμως δέν ειχε κατι, τό «κοπωσ» ηταν τό τελευταιο του.

Εστρεψα καί αφησα την κολλα νά πεση στον καναπε διπλα. Η αργη πτωση θυμισε στελεχος φυλλοβολου πατρωνα, ασε πού τό μερος στον καναπε ειχε κατι τετοιες πλατυφυλλες παραστασεις.

Μιά ακομη γουλια άπό τον καφε, σταυρωσα τίς παλαμες, επλεξα τα δακτυλα μου καί στο βαθος τους, αραξα τό ποτηρι.

Οι πολλες σκεψεις μου κατεληγαν σέ χαμογελο. Τό χαμογελο μου ειχε τευχη ειρωνειας· μα τί ξερουν αυτοι άπό αγαπη; Πως την εκφραζουν ετσι, καρκινικως κι ατελως, ευνουχισμενα μα καί αυτοικτιρωμενα; Ειμαι ενας δασκαλος της αγαπης, του ερωτα ακαδημαικος, πληθος κοσμου σαρκικα και πλατωνικα μ’αγαπησε καί θα μ’αγαπα. Δέν μου γεννωνται όμως διολου, αλληλεγγυα συναισθηματα σέ κατι τετοιο ολιγον άπό αγαπη. Δέν αρκει, αυτος πού δέν ξερει νά αγαπα, νά στεκεται στις αγαθες προθεσεις. Πρεπουν προσπαθειες εμπεδωσης της ουσιας της, νά αποταξη εγωκεντρισμους, νά γραπωση τον χρονο καί νά τον καρφωση στο πρωτη, ευκαιρη μαντρα, νά σκιση τα σπλαχνα του αφηνοντας εκτεθειμενα αυτά πού δέν φαινοντο κι υστερα νά καταληξη.

Μέ κατι τετοια ακαδημαικα ωλοκληρωσα τον καφε μου. Σηκωθηκα καί σταθηκα στην χωρις θεα μπαλκονοπορτα.

Τελικα τό παιδι δέν ηλθε νά ζητηση τό χαρτι αυτό… Ποιος ξερει γιατι… Μαλλον εκανα λαθος πού δέν του τό εδωσα άπό την πρωτη στιγμη, αποτρεποντας ο,τι συνεβη. Κι εμεινα μ’αυτό τό τελος, δέν μπορεσα όμως νά δρομολογησω, νά ταιριαξω, νά κολλησω κατι αναλογο στο ανολοκληρωτο τελος.

Τρίτη, Δεκέμβριος 27, 2005

Πόσοοοο; Ιιιιιιιι!!!!!

Τό καλοκαιρι του 2004 νομιζω ηταν όταν μου ειχε δωθει τό avg. Μεχρι τοτε οι περιηγησεις μου στο δικτυο γινοντο ανευ, ειτε πυρολιθου, ειτε αντιβιοτικου. Ο πισης μου ηταν σέ μιά φαση πού έάν την περιγραψω ως αμωμοι εν οδω, θα την εξωραιζα αβερτα μέ κατι π.χ. σάν ανοιξιατικες εικονες. Σάν μέ μυρωδιες πασχαλιας, αρωματα ανθεων νερατζιων στις οδους (ναί, ακομη καί στην πολι κατι τετοιο είναι πολύ εντονο μεχρι καί τωρα) καί αυτό τό κατι μεσα μας πού σκιρτα όταν ερχεται η ανοιξη καί μας σπρωχνει σέ καλλιτεχνιες, στιχοπλεξιματα, καί δυνατοτητα ακοης του θορυβου που σκαν τά (οπου ναναι) ροδα την ανοιξιν. (Κατι αντιστοιχο μέ τον κατά την πτωση θορυβο δυο σταλων βροχης μεταξυ τους και της προσγειωσεως των νιφαδων στα φυλλα· αυτά όμως είναι μαρτοαπριλομαγιατικα μονον στο νοτιο ημισφαιριο)

Ο πισης δηλαδης, ηταν σέ φαση ηλεκτροσοκ εντατικης γιά τό οποιο συγγενης εχει τοσες ελπιδες ώστε ανασυρει άπό τό πορτοφολι καρτες γραφειων τελετης.

Μέ τό πού γυρισα σπιτι καίτοι ημην άπό ταξιδι, εγκατεστησα τό προγραμμα.

Κι αρχισε νά σκαναρη.

Τό αποτελεσμα ηταν νά ανιχνευση 669 ιους, δουρειους ιππους καί (μουλωχτους) «κλητηρες» (=dialers)

Χαμος…

Γιά μισο λεπτο… Τί ηθελα νά γραψω; Χαθηκα τωρα, εφαγα σεντονι… Δέν θυμαμαι. Γαμωτο… Κατι ηθελα αλλα δυστυχως δέν μου ερχεται… (Μα τί μαλακας εισαι μωρ’αγαπουλη;;;!!!)

Α,ναί ρε…

ΟΚ, επανερχομαι. Ενοιωσα ηδονη όταν πατησα τό κομβιον μέ την εντολη νά σβηστουν, νά quarantinιστουν, κατι τετοιο… Εκτοτε, τα scan μου είναι συχνα καί τακτικα. Ενεκα του φοξ δέν μπαινουν πλεον πολλα spyware αλλα οσο καί ναναι, μπαινουν. Ένα στις τοσες…Άλλο βεβαια νά σβηνης 669 κι άλλο ένα – δυο, αλλα ενταξει νά’ουμ’… Ακομη κι ετσι την βρισκω. Η στιγμη αυτή, γιά μενα ισουται μέ την συνειδητοποιηση νικητηριου γκολ σέ ντερμπυ, μέ την καταποση της πρωτης μπουκιας σουβλακιου άπό την κυρα-Πιτσα (τί περιεργο! Νά πουλας σουβλακια καί νά λεγεσαι Πιτσα! Χμμμ… Πιο περιεργο θα ηταν νά πουλαγες πιτσες καί νά σέ λεγαν Σουβλακη), μέ τον αμυδρα αντιλαμβανομενο ηχο εξαγομενου σουτιεν καί κυλλοτακιου κι ότι αυτό συνεπαγεται. (Πλυσιμο ρε χαλβα; Νά βαλης πλυντηριο; - Όχι ρεεεεεε Παχουμιε!)

Κλικ!

Στών γιορτών τήν ολόμαυρη ράχη (Τρείς τελίτσες εδώ παρακαλώ.)


Αί ημέραι αυταί έχουσιν κατακλυσθη άπό έναν μορφασμο χεσμεντέν όταν συναντώ την ζυγαριά στο δωματιον. Δέν μου λέει τίποτε, απλώς ένα απαξιώσεως ύφος είναι ηλίου φαεινότερον καί μέ αγχώνει περισσότερο απ’ο,τι έάν καθόταν νά μου σούρνη τα εξ (σικ) ζυγαριάς

Ο στυλίστας μου μού προετεινε δυο τρόπους ευκόλου απωλείας βάρους.

Πρώτον: Νά κουρέψω λίγο τά φρύδια μου (πολύ πράμμα κατοικοεδρεύει μετώποις)

Δεύτερον: Νά ξύσω τά σκασμένα χείλη μου. (Κι εκεί, η συλλογή, πλουσιότατη)

Βιαστικά πρέπει νά επιλέξω, πρέπει νά κάνω καλήν εντύπωση, εκεί χαμηλά, στο κουτούκι τής του δις εξαμαρτειν ουκ ανδρος/ου γυναικός σοφού/σοφής, καταστάσεως.

Άνέβα στό τραπέζι μου, Άδωνι γλυκέέέέέέέέ!

Την προηγουμενη Παρασκευη η εταιρεια ειχε την χοροεσπεριδα της. Όχι, όχι σέ καποιο ημιυπογειο, σκοτεινο, παρακμιακο μπιλιαρδαδικο* οπου μονο «παγκο» παρτιδες προετειναν καποιοι ξυπνητζηδες once upon a time, αλλα σέ ένα σιδερωμενο κεντρο της παραλιακης.

Εφθασα αργα (γιά νά κανω εντυπωση), μπηκα μέ βημα ροκαβλον μεσα, μέ την φρατζα μου νά αφηνει κυματιστες υποσχεσεις στις περιξ, διερχομην των τραπεζων μέ τό αναλογο υφος δέν μασω τους ορχεις μου, συνοδεια όχι καποιας ζαμπετειου πενιας αλλα συνεχων καί επιμηκυνουμενων στριγγλιων, βογκητων, υποκωφων δαγκωματων καί χειλολειχιων άπό κορες, κυριες, δεσποινιδες. Η καταστασις ειχε φθασει λιγο πριν άπό τό νά μέ χειροκροτησουν, νά χυμηξουν πανω μου, νά σακειευσουν παν ψηγμα τεστοστερονης μου, όμως τό βλοσυρον τε καί ροντβαιλερικον υφος μου, αποκτηθεν όταν ησθανθην τσιμπια στα τροφαντα μου οπισθια περνωντας άπό μιά τραπεζα μέ πλειονοτητα μανταμιτσων, απετρεψε περαιτερω οχλοκρατικας εκδηλωσεις. (τίς οποιες, πλεον, εχω βαρεθει τό διχως άλλο).

Καθησα λοιπον, ακουμπησα τό εσχατοτατης τεχνολογιας (για το 1999 μ.Χ.) 3210 νοκια μου, την κασετινα «Αρωμα», το καβουροειδες πορτοφολακι μου, την καφε τσατσαρουλα (με δυο πυκνοτητες οδοντων παρακαλω!) στο τραπεζι και κυτταξα γυρω.

Εκατονταδες μυριων λαγνων ματιων με νεγλιζε αποχη, στον αερα μαζευαν τις οφθαλμιες προσπαθειες μου ελεγχου του χωρου. Διατυπωσας μια λαιτ καταρουλα τη μητρι μου (Γιατι να με κανης τοοοοσο ομορφο ρε μανα;) χαμηλωσα το βλεμμα, τσακωσα ενα αρωμα και με σπιρτα του μονοπωλιου αναψα ενα. Ο καπνος ανερχομενος, μου εστειλε ενα ευχαριστω διοτι εκανε κολλεγια (οπως χαρακτηριστικα μου εξηγησε) με τα χειλη μου (τα οποια ας μην κρυψω οτι εστειλαν στην συνταξη τον μαρτινι guy) καί η στιγμη του αποχωρισμου της σταχτης άπό τον κορμο του σιγαρεττου ητο η ξεχειλισασα τό ποτηριον. Οκτω γδουπ (λιποθυμιες παναπει), δεκατεσσερα ααααααααααααααχ καί 92 ξεφυσηματα (δυσκολον νά μεταφερθωσιν εδώ,) άπό κυριες, δεσπονιδες καί δέν ξερω τί αλλο, επιστεγασαν τό γαμησε τα, τό σκοτωνω, τό αγιε μου σωστη σωσε μέ, σκηνικο μου. Σκεφθηκα τοτε μέ μπορισκαρλωφειον τρομο τί θα γινοταν όταν ο Φον Καραγιαν του μαγαζιου, θα εβαζε τό νικολοπουλειο «Αντε καντε ολοι στην μπανταααα, νά βγη νά χορεψη ο Σαλονικιοοοοοοοος! Οι μπαγλαμαδες ν’αρχισουν τσιφτετελιααααααα» κλπ κλπ. Είναι βλεπετε παρα πολύ δυσκολο ν’αντισταθη τό κορμι μου (ο κορμαρος γιά!) στα γκλιν γκλιν ενός τριχορδου μπουζουκιου. Αλλα καί τα γκλιν γκλιν του Αρμαντ ΒανΧελντεν; Πού τα βαζεις; Τα αποκυηματα της πενας του Οκενφωλντ; Ας μήν ομιλησω γιά τα γυρισματα του Βαγγελη Περπινιαδη. Θα ειχαμε προβλημα, στανταρ! Μιά προσκαιρος ελπιδα, μου φωτισε την πρός την πιστα πορεια.Τό νοσοκομειον της Βουλας ητο πλησιον! Ναί! Αλλα διενυκτερευε γαμωτο; Η μηπως τό της Ελευσινος Θριασιον επαιζε μπαλα; Ητο προβλημα… Διοτι (ας τό τονισω) νομοτελειακαι αι λιποθυμιαι όταν ο εμος κορμαρος λικνιζεται στα προειρηθεντα ασματα. Πως ο γυρινος γινεται βατραχος; Τό μικρο νυχακι, μπατονετα; Η στο τουτου κορνα, μπινελικι; Τό μπλογκιν, «κολλητηλικι», give a bit of me to me κι ανταλλαγαι σωματικων υγρων; Ετσι καί μέ μενα όταν αρχιζω τον χορο, πλην του ωπα! Γυαλα! (τα οποια ακουγονται στην αρχη) εν συνεχεια, συνηθιζονται τα: «Λιγο χωρο ρε παιδια! Αερα! Καποιος νά φερη υδωρ! Καί καλεσατε επιτελους τό 166!»…

Ηταν λοιπον, η στιγμη πού καί οι πολυελαιοι αντεληφθησαν ότι η προσοχη θα επρεπε νά στραφη αλλαχου. Ο γενικος ηγερθη καί μέ γιορτινες ατακες μέ παρασκηνιασε. Μιά μικρα ανασκοπησις του θνησκοντος ετους απεσπασε τίς τρελλές, αναφορα των επιτευγματων της εταιρειας τους δημιουργησε μνημονικο χρυσοψαρου καί… Καί όταν ανεκοινωθη ότι πλην του προβλεπομενου δωρου, θα τσακωσουμε καί καβατζα 100 χιλιαδωνε δραχμωνε [σορρυ δέν τα παω καλα μέ τό (πως τό λενε ακριβως;) δέβρο· κυριως όμως μέ τους πολλαπλασιασμοι] τοτε συμπας ο κοσμος παλαμοκροτησε την συν 300 ευρω (τό βρηκα, ο Ευκλειδης!) φαση.

Γελια καί χαρες.

Πολλες.

Ο λογος του συνεχιστηκε. Σταθηκε σέ ένα ονομα τό οποιο δέν ελεγε κατι στον περισσοτερο κοσμο. Συνεχισε στα καλα λογια, στα κοπλιμεντα, στις φιλοφρονησεις χωρις καμια φειδω. Τον φωναξε στο τινι τροπω βημα καί τοτε καταλαβα γιά ποιον μιλουσε.

Επροκειτο γιά έναν συναδελφο κωφαλαλο ο οποιος απασχολειται σέ ένα ποστο τό οποιο δέν χρειαζεται δεξιοτητα άπό τίς αισθησεις πού του λειπουν. Επι της εργασιας τον ειχα δει κι εγω καποια περιοδο όταν ειχα αποσπασθει στον χωρο του εκει καί μου ειχε κανει μεγαλη εντυπωση. Μήν τα πολυλογω, ολος ο κοσμος συγκινηθηκε όταν τα φωτα ειχαν πεσει πανω του κι αυτος μέ κινησεις – ευγλωττες όμως, λιαν ευγλωττες – μας ευχαριστουσε.

Γαμω την ζωη μου, συγκινηθηκα πολύ καί μεσα στον χαμο μέ επιασα νά δακρυζω καί νά καταλαβαινω ότι μεσα στην μιζερια, την μαλακια και τα προβληματα μου ειμαι ενταξει· χωρις νά θελω νά θιξω τόν συναδελφο ο οποιος μαχιμοτατα βγαζει τα πρός τό ζην όταν καποιοι αλλοι θα ξημεροβραδιαζοντο π.χ. επαιτωντες. Οι οποιοι βεβαιως δέν φταινε απολαμβανοντες (σικ) την προνοια του κρατους. Ολοι ανθρωποι ειμαστε, πλασματα του Θεου η της φυσης αλλα σορρυ, προτιμω νά στερξω τους μέ προβλημα ελληνες καί μετα, μέ μεγαλη ευχαριστηση κάθε αλλον. Μεχρι τοτε όμως προτεραιοτητα στους ελληνες, ετσι, ρατσιστικα η όπως αλλιως κάθε βολεμενος μπορει νά τό χαρακτηριση.

* θυμηθηκα τα νειατα μου, σέ ένα βιλιαρδαδικο στην λουκα ραλλη χαμηλα, στο πασαλιμανι…

Δευτέρα, Δεκέμβριος 26, 2005

Ευχές.

- Πρεπει κι έσύ, νά ευχηθης!

- Πού;

- Στον κοσμο μωρε!

- Πού; (ερωτηση πιο οξεια, πιο παιδικη, πιο χαζη, πιο διαπεραστικης φωνης, η οποια ερωτηση δέν γινεται νά μεταφερθη μέ δυο τρια «ου» παραπανω στο ένα το «που»

- Ελα σέ παρακαλω, συνελθε! Γιορταρες μερες γιά! Μήν εισαι (περισσοτερο) ζωον.

- Ενταξει! Θα ευχηθω! (Ένα χαμογελο μέ σιγαστηρα, ανασυρει στραβα δοντια)

Καλα Χριστουγεννα! (Παυση 2,5 δευτερολεπτων, βαθια πολύ βαθια ανασα)

Υγιεια ευτυχια προπαντων υγιεια βεβαια γιατι χωρις υγιεια τιποτις δέν γινεται βασικο όλα τ’αλλα ερχονται ακομη καί μέ βημα καβουρα σέ σλωου μωσιον 1/16 έάν δέν εχης υγιεια δέν γινεται τιποτις ακομη κι έάν γινεται δηλαδης επειδης εισαι εκθετος στις βουλες της μοιρας η οποια εχει τίς ζοχαδες της τους τελευταιους 39 αιωνες καί στραβοκυττα κάθε σιελοφερον ανθρωπακι τό οποιο νομιζει ότι η παλαμη του χωρα πολλους ορχεις μητροπολιτων αλλα τελικα πιανει τους δικους του (αχρειαστους) αδενες καί βαυκαλιζεται στον καθρεφτη στο κρεββατι πριν κοιμηθη γιά την ανειπωτη ευτυχια των γυρων του νά τον εχουν γυρω του εντος εκτος καί επι τα αυτά. Φφφφφφφφφφφφφφφφφφφφφ. (<--- ανασα μέ καμενα λαδια) Υγιεια τό λεπον!

- Εχμ… Ξερεις; Τα χριστουγεννα ησαν χθες…

- Ε καί; Διαπιστωσι εκανα… Δέν πας νά γαμηθης μέ τίς υποδειξεις σου; (Tip: οι υποδειξεις θα κανουν τον αντρα στο συμπλεγμα αυτό. Έσύ θα «ισιωνης» τό καπιτονε παπλωμα)

Καί καταλήγοντας…

Λιγο πιο μετα, αρκετα λιγο μετα άπό τίς τζουρες καί τίς μέ πισσα ανασες, ειδα κατι. Κατά λαθος επεσε στα χερια μου καί ξερεις ε; τετοιες σκοτεινες ωρες, κειμενακια εστω ολιγολεξα σου κανουν κατι.

Επεσε, λοιπον, στα χερια μου κατι πού, μαλλον, μέ τρομαξε.

Ναί σιγουρα, ηταν αιφνιδιασμος καί φοβος. Σκεφθηκα νά ζητησω βοηθεια, όμως ταχιστα θυμηθηκα ότι τετοια παροχη βοηθειας ειχε στερεψει προ πολλου.

Μαζευτηκα, καβουκιστηκα καπως μη λογαριαζοντας τους γυρω καί προσπαθουσα νά βρω τροπους αντιδρασης. Συνειδητοποιησας την ωρα κι ότι η κατακλισις δέν θα αργουσε, τρομοκρατηθηκα.

Τρομοκρατηθηκα διοτι μου συμβαινει συχνακις κατι εντονοτατο την ημερα νά μέ ταλανιζει την νυκτα ενυπνιως. Είναι κατι πολύ ψυχοφθορο· δέν τό αντεχω.

Αυτό τό κειμενακι πού ακομη στα χερια μου ηταν, ακουσιως καρφωθηκε στο μυαλο μου. Μέ ακουγα νά τό λεω - χωρις νά τό θελω – συνεχεια, ασταματητα, απνευστι.

Τί πιο λογικο άπό νά ενσαρκωθουν οι λεξεις σέ κιρκες, σειρηνες κι άλλες συμπαθεις μορφες καί νά περιμενουν νά γυρισω σπιτι, νά πεσω…

Τό πρωι, ξυπνησας ημην πολύ προβληματισμενος.

Όχι, οι Κιρκες, οι Σκυλες, οι Χαρυβδεις αντιμετωπισαν καβαρισμενα καραβια ενεκα απαγορευτικου· δέν μέ βασανισε κανεις. Γι’αυτό καί ειχα προβληματιστει. Τα ονειρα μου ηταν όλα ροδοζαχαρισμενα. Ειχαν μιά ηρεμια περιεργη, ισως ανησυχητικη, μέ εβλεπα νά κινουμαι όπως ηθελα, παρεα μέ αγαπημενα προσωπα. Προσπαθουσαν (επιτυχως) νά δειξουν ότι έάν θελουμε, έάν υπαρχη βουλησις κι αποφασιστικοτης, η πραγματικοτης δέν απεχει καθολου άπό τα (ηδεια) ονειρα.

Πάφ! Καί τάληρο!

Δέν ξέρω τί μέ πιάνει τα βράδια καί αποκτω μιά επιτακτικη αναγκη νικοτινιασης. Οσα τσιγαρα δέν μπορω νά καπνισω τα πρωινα στην δουλεια, καπου εξω, λιγο μετα τό φαγητο, τα καπνιζω τα βραδια.

Χθες τό βραδυ της 25ης Δεκεμβριου, τό ξημερωμα δηλαδη της 26ης, γυρω στις 3 καί κατι, ανεσυρα βαθειααααααας τσεπης ένα σκληρο πακετο. Τό ανοιξα καί εβγαλα τό τελευταιο τσιγαρο.

Ηταν, νομιζω, απογευμα της 4ης Οκτωβριου οποτε συναντησα φιλον, οστις αρτι επιστρεψας άπό ταξιδι μοι εφερεν δωρον (;) 4 κουτες γουινστονακια.

20x10=200 (!!!!!)

200x4=800 (!!!!!)

Τό 800ον σιγαρεττον τό καπνισα στον ιδιο ρυθμο μέ όλα τα προηγουμενα 799, δέν ειχε πινελιες καζαντζιδικες, ουτε εμοιαζε στην «10 Ιουνιου» σέ καποιο σχολειο, μητεπως και παρτακι 31ης Δεκεμβριου στον εργασιακο χωρο.

Όπως τα προηγουμενα αναψε, καπνιστηκε, σβηστηκε.

Ηταν όμως, τό τελευταιο.

Όχι ηγούμενος ακόμη! Προηγούμενος όμως, ναί…

Η τελευταια φορα πού προεδρος του Συν (ειτε Δαμανακη, ειτε κωνσταντοπουλΑς, ειτε Αλαβανος) ειχε φιλοξενησει ελληνες νά του πουν τα καλαντα ηταν προ Χριστου.

.

.

.

.

.

Είναι απιστευτος ο τυπος. Ακομη καί σέ αυτην την φαση, βρηκε νά πη γιά τους μεταναστες!

άπό τό ιν.γρ:

Ο Αλ.Αλαβάνος από την πλευρά του δήλωσε ότι «σύμφωνα με το Ευαγγέλιο το πρώτο πράγμα που βίωσε ο Χριστός ως βρέφος ακόμα, ήταν η μετανάστευση από τη Βηθλεέμ στην Αίγυπτο λόγω των σφαγών του Ηρώδη. Σήμερα στην εποχή μας λόγω του σφαγών, λόγω οικονομικής διάλυσης, λόγω φτώχειας έχουμε τους μετανάστες. Το μήνυμα επομένως της ειρήνης, της αλληλεγγύης δε μπορούσε να το πουν καλύτερα παρά τα καλά παιδιά και οι φοβεροί τραγουδιστές που είναι αγοράκια και κοριτσάκια, από τους Φιλιππινέζους και τις Φιλιππινέζες που δουλεύουν στην πατρίδα μας σήμερα».

Δέν ετυχε, δέν εδωσε ο Μεγας Αρχιτεκτονας του Συμπαντος νά ακουσω τον προεδρΑ του ΣΥΝ νά δηλωνη όλα αυτα.

Θα ηθελα πολύ νά καρφωθω στα χειλη του τίς στιγμες πού σχηματιζαν τους φθογγους των λεξεων: «σύμφωνα με το Ευαγγέλιο»

Η παραπομπη του στο ευαγγελιο, θυμιζει, μας τονιζει δηλαδη, ποσο ενθερμος χριστιανος είναι, τίς καθημερινες αναγνωσεις των πραξεων των αποστολων, καί την πρός Σοδομιτες επιστολη (- συμπαρασταση), τίς ηχηρες πρός τα τεκνα του σφαλιαρες όταν καθονται στο τραπεζι γιά μασα ανευ σταυροκοπησεως καί προσευχης ως εξης: «Αειποτε Μεταναστα Χριστε ευλογησον την βρωσιν καί την ποσιν των δουλων σου…»

Η κουβεντουλα του περι «σύμφωνα με το Ευαγγέλιο» ακουγεται μεταλλικα, μας φερνει ντολμπυ σαρραουντ, τίς τρεις βολτες του κλειδιου στον αφαλο της ζωνης αγνοτητος της θυγατρος του στην οποιαν ευχας καί καταρας διδει γιά την κακοδαιμονια πού μαστιζει οσες τό δινουν προγαμιαια. «Μονον μετα τό στεφανι, κορη μου!»

Τό «σύμφωνα με το Ευαγγέλιο» αναρτα απαγορευτικο σημα στον κρεοπωλη τίς Τεταρτες, Παρασκευες, Σαρακοστες, προδεκαπενταυγουστους… Φακες νεροβραστες μονον!

Η ανακληση του εν λογω ευαγγελικου εδαφιου, δενει κομπο τον φαλλο του, στελνει πρός Γυαρον/σιβηριαν τίς οποιες ορεξεις του κάθε Σαββατον, παραμονη της τω Κυριω αφιερωμενης ημερας…

Καί τελος, η εκτροφη ατημελητου πωγωνος τον σπρωχνει ολο καί περισσοτερο στην αρνηση των εγκοσμιων εν καιρω, τον συμφιλιωνει μέ βαριες καλογερικες εικονες…

Τετοιος ανθρωπος (οστις σέ τατου στο αριστερο ποδι, εχει την επι του ορους ομιλια) είναι λογικον, λογικοτατον νά φερει επιχειρηματα άπό τό Ευαγγελιον.

Ο Αλαβανος περα άπό μπερδεψας βουρτσα καί λουτσα, είναι πολιτικος – πολιτικαντης. Ενιοτε επιστρατευει καί τό Ευαγγελιον γιά καμια παρολα, Ευαγγελιον τό οποιον κατά τ’αλλα τό αποκαλει εναλλακτικα σοφτεξ, ντελικα κλπ κλπ. Δικαιωμα του βεβαιως νά πιστευη/νά μήν πιστευη αλλα μήν τό παιζει wanna be ηγουμενος της μονης Εσφιγμενου.

Λαθρακουστής...

Δώσε μου λίγο χρόνο… Σέ παρακαλώ… Σύντομα, ναί…Αλλά μέχρι τότε, δώσε μου λίγο χρόνο…

Παρασκευή, Δεκέμβριος 23, 2005

Αναζητείται ταιριαστός στίχος.


Είναι οικογενειακή εορτή, κατά πώς λέν’. Σπίτια, τραπέζια, επισκέψεις, πού καί πού κάνα δώρο, μπύρες, τζατζίκια, χοιριναί, μοσχαρίσιαι, κι άλλες μπύρες, Διονυσίου σέ Άκη Πάνου στό πικάπ, λαδολεκέδες στό χαλί, κι άλλες μπύρες, ολίγη ζάλη απογευματιάτικα, κουβέντες, έντονες κουβέντες, φωνές, μπινελίκια, σπρωξίματα, βλασφημίες, κατάρες· καλέ! Ξεχαστήκατε! Είναι μέρα γιορτής. Πάμε πάλι... Θέλετε γλυκό; Καμιά σοκολατίνα; Μιλφέιγ; Άρεσε πολύ στήν γιαγιά, ναί.

Υπήρξε μιά παρένθεση σέ όλα αυτά. Κάποια άλλα χριστούγεννα. Τού 1991. Γονείς χωρισμένοι· όχι καί τόσο ήσυχες (ακόμη καί σέ τέτοια ανωμαλία) ημέρες, σκηνικά καί εικόνες πού ακόμη καί σήμερα δημιουργούν ανάγκη βλέμματος πίσω από τήν πλάτη.

Τήν κοπάνησα ακριβώς τήν ώρα όπου χέρι γυρίζει τό θερμοστάτη στόν φούρνο τής κουζίνας χαμηλώνοντας τήν ένταση. Το περιβάλλον φαινόταν νά προσπαθή νά εξωραϊσθή στήν ούτως ή άλλως προβληματική καί χωλαίνουσα εικόνα του, τά είχε σχεδόν καταφέρει, όμως δέν μέ είχε εκεί, παρόντα νά επιδοκιμάσω τήν «ωραία» ατμόσφαιρα. Χωρίς νά δείξω δυσαρέσκεια μέ φωνές, γλύστρησα πρός τά έξω.

Ήταν μεσημέρι. Μεσημέρι Χριστουγέννων. Ο καιρός δέν πολυβοηθούσε στην ερημιά αλλά όσο και νά’ναι, μία τό μεσημέρι 25ης Δεκεμβρίου ποιός μπορούσε νά κυκλοφορή έξω... Προσπάθησα νά ταξινομήσω κάποια μέρη, τελικά προκρίθηκε η Βαρυμπόμπη. Πολύ γρήγορα βρέθηκα εκεί· η πλατεία ήταν πιό έρημη απ’ό,τι θά μπορούσε 15αυγουστο π.χ. νά ήταν, κι εγώ παρέα κάτι μπισκότα πορτοκάλι, στήν όντως όμορφη αλλά θολή τίς ώρες αυτές περιοχή, πέρασα τά Χριστούγεννα εκείνης τής χρονιάς.

Χρόνια προσπαθώ, νά διώξω εκείνες τίς εικόνες αλλά είναι πλέον τατού σέ κάποιον ιστό στό μηνίγγι.

.

.
.
.
.
.
.
Δέν τό βλέπω συχνάκις, γι’αυτό κι όταν μού χτυπάει ένα κουδουνάκι από τό ταμπλώ τού τουτού, γιά προσοχές ένεκα ο κρύος, τότενες πάντοτε βγάζω τήν φωτογραφικιά "μοτοσυκλέττα" νά απαθανατίσω τήν σπανίαν περίπτωσιν ταύτην.

Αστικοί μύθοι.

- Δέν μέ λέ, ρε, σήμερα είναι λός κάλαδος πρός τσί πολιτικοί αρχηγοί;

- Σήμερις, ντά!

- Μάλιστα... Προλαβαίνουμε, ρέ, νά βαπτίσουμε τούς πακιστανοί, χριστιανοί ώστε νά μήν συμβή τό περυσινό παράδοξο μουσουλμάνοι νά λέν: «ο βασιλεύς τών ουρανώώώώώών» αναφερόμενοι στόν Γιεσούα;

- Λίγα μέ τήν πρός Αλαβάνο, χορωδία, ρέ! Άσε πού από τού χρόνου θά αλλάξη τό «ο βασιλεύς τών ουρανών» σέ «πρόεδρος» γιά νά μήν σκανδαλίζεται τό ογκολίθου ημέτερο πολίτευμα.

Τρίτη, Δεκέμβριος 20, 2005

Θερινός Δεκέμβριος.

Ήθελα νά τονισθή ότι η χθεσινή Δευτέρα είχε πολύ κρύο. Βγαίνοντας από τό αυτοκίνητο τό βράδυ, γυρίσας σπίτι, αφήνοντας τήν μυρωδιά τού πευκακίου, η αναπνοή τής νύχτας είχε κάτι πιό αψύ.

Σταμάτησα λίγο, προσπαθώντας νά εύρω μιά παρομοίωση σχετικώς όμως σούσουρο από φύλλους ευκαλύπτων μέ επανέφερε στήν τάξη τής συγκροτημένης μετριοφροσύνης καί λιτής ταπεινότητος. Καί στό σπίτι.

Σήμερα όμως τό πρωί, μύρισε καλοκαίρι. Όχι, ο καιρός ήτο σούμπιτα ο ίδιος μέ εχθές - δέν επαναφέραμε τά ντεκολτέ καί τά σόρτς – τό κρύο οξύ καί μέ κουμπωμένο τό μπουφάν.


Όμως, όταν κάτι περιστατικά επανέρχονται μέ αρώματος καρύδα λαδωμένη πλάτη, καπέλα καί ψάθες, μέ αναζητήσεις εντομαπωθητικών, μέ πολλή μπύρα, μέ ιδρωμένες αγάπες, μέ κουφωμένα τά ξύλινα παράθυρα, τότε όσο Δεκέμβριος κι άν είναι, τότε μυρίζει καλοκαίρι.


Ανακαλείται ή προοικονομείται.

Γδούπ! Τράνσφερ Έρρορ!


Χωράει ο δευτερόλεπτος (ένας δευτερόλεπτος) 310 κιλομπάυτς;

Χωράει!

Ηδονή λέμε ρέ γαμώτο. Συνηθισμένος στά 1,7 – 2,6 – 3,5 τά οικιακά (πάρτυ έκανα όταν έβλεπα ένα 6,4 νά κατεβάζη είτε τσόντες είτε μπ τρουά) τά 310 είναι καλοκουρδισμένη χορδή λίγο πρίν από τό Σώσον Κύριε τόν λαόν καί ευλόγησον τήν κληρονομίαν Σου.

Κι ένοιωσα κεχρισμένος αγαπούλης, μιά σταρένια προσωπικότητα, μέ αρκετά ωσαννά πέριξ τών ώτων μου όταν είδα δίπλα μου, άλλους ομοιοπαθείς νά παραπονιούνται γιά (αλλοτινές) ναπστεροτρανφεροπάθειες.

Δευτέρα, Δεκέμβριος 19, 2005

Αποκλειστικόν! Exclusive δηλαδής, γιά τούς ελληνομαθείς.

Διάλογος από τό «Scoop», τό καινούριο εργάκι τού Γούδδυ Άλλεν, τό οποίο θά σκάση μύτη τό έαρ τού 2006 στούς κινηματόγραφους:

- Μού τήν έχεις σπάσει σήμερα, μήν μέ ξαναενοχλήσεις γιά τό επίλοιπον τής ημέρας.
- ?????????????????????????????????
- Υπάρχουν ημέρες πού η συνείδησή μου, ένα προαίσθημα μέσα μου, ενσαρκώνεται σέ κουκλάκι Τζών Τζών ο οποίος σερνάμενος από τήν μύτη ένεκα επώδυνης στύσεως, μού εκμυστηρεύεται διάφορα... .

Ε, σήμερα μού είπε τά χειρότερα γιά σένα.

Μήν ρωτήσεις λεπτομέρειες, ήδη τόν έχω εκθέσει πολύ....

Επίσης παλιό, αλλά κι αυτό καλό.

www.digital-laughter.com/haha.htm

Κυριακή, Δεκέμβριος 18, 2005

Στά πουλιά μιλάααααααω, καί στούς ****** τραγουδώ…


Δέν θυμαμαι ποτε ηντουνα η τελευταια φορα πού ειχα καθησει νά δω ταινια στην τουβου. Όχι κονσερβατη (vhs/dvd) αλλα μέ τίς διαφημισεις της, μέ τό σημα πανω αριστερα, ανευ δυνατοτητος παυσεως γιά κατουρημα καί τα ρεστα.

Θελει πολύ κοπο νά θυμηθω· μηπως ηντουστανι Ζαν Κλωντ Βαν Νταμ; Μπα… Ουδεις εκ των τεσσαρων. Ο Ροκης; Ο Ραμπος; Κανας Στηβεν Σιγκαλ;

Μηπως κανας Ιαν ΜακΚελεν; Μηπως ο Εδουαρδος ο Β΄; Καμια Βασίλισσα Μαργκό; Τα 12 πιθηκια; Τό Ήταν Κάποτε Πολεμιστές; Τό Quiz Show? Τό Φρενίτις;

Τελοσπαντων, δέν θυμαμαι. Πανε όμως πολλα τερμηνα, παρα πολλα. Δέν λεω , βεβαιως, ότι ανωτατος αρχων ητο, τοτες ο Γκιζικης, ο Στασινοπουλος, η ο Παυλος ο Α΄…

Αλλα παει πολυς καιρος.

Μεχρι σημερα! Ναί! Σημερα! Ειδα στο προγραμμα όπως δημοσιευθη στις μεσα σελιδες του «Πριν» ότι στις 21 αποψε θα ειχε έναν Γουντυ Αλλεν. Ένα Hollywood Ending. Χαρα ο Βαγγελης!

Περιμενα ξυπνητα, ανεμενα κι ενυπνιως, η ωρα νά παρελθη, γυρω στις εννεα παρα παω καί κλεινομαι στο 79ο δωματιον της 3ου πατωματος της επαυλεως μου.

Τακτοποιησα ηλιοσπορο στην ελαιομαζωξης λινατσα (ενός καλαματιανου φιλου) ανοιγω καί μιά σκουπιδοσακουλα γιά τα τσοφλια, ξαπλωνω.

Παταω τό «1», βλεπω διαφημισεις. Πεταγομαι στον αλφα γιά κατι αθλητικα, επανερχομαι στην ΕΡΤ καί πρωτα πεφτει η ματια μου σέ μιά κορδελιτσα κατω:

«Απ’ευθειας μεταδοσις»

Ένα σκουρο καφε επιπλων στο 87 τοις 100 της επιφανειας της οθονης καί στο επιλοιπον 13 ένα κοστουμι μέ ένα περιττωμα μεσα.

Ειχε βουλη.

(Ντροπη ρε! Σκατο λες έναν βουλευτη, εκπροσωπο του εθνους; Του λαου μαλλον, οκ! Μιας καί εθνος είναι κατι τεχνητο όπως μας λενε οι της aristera. Νά ανακαλεσης!)

Ειχε βουλη λοιπον. Ηταν ο Δραγασακης στο βημα, ΣΥΝ - Β΄ Αθηνων.

Μα είναι δυνατον;

Παταω τό «8», βλεπω ακριβως τό ιδιο κοστουμι, τα ιδια καφε επιπλα, την ιδια κινηση. Ναί, ηταν τό Βουλη ΤΒ στο 8. Τί στο διάολο; Τί τό έχουμε αυτό τό κανάλι; Οποιος γουσταρει Δραγασακη, Αλαβανο, Παπαρηγα, Yorgo, Μανανδριανοπουλο, Λιαπη, μερικους Καραμανληδες νά αγορευουν, προασπιζοντες τό καλο αυτου του οικου ανοχης πού λεγεται ελλαδισταν, βλεπει Βουλη ΤΒ. Γιατι πρεπει νά τό εχουμε dolby σαρραουντ σέ δυο καναλια καί κυριως (εδώ είναι τό ψωμι ρε γαμωτο!) νά μήν βλεπουμε καί Γούντυ Αλλεν!

Ένα εκλαιράκι σέ περικαλώ… Γλυκό σάν εσένα, έμορφε!

Όταν ανοίγω τό more search options στό kazaa, μού έρχεται πάντοτε (μά πάντοτε) στόν νού, η επαρχιακή/εθνική οδός (έκ τών έσω) Θεσσαλονίκης – Χαλκιδικής. Κάπου είς τό ύψος τού εργοστασίου τού Μπουτάρη, ή ζαχαροπλαστείου τινός, κάπου εκεί τελοσπάντων.

Μά πάντοτε.

(Καλά ντέ! Μάς τό’πες!)

Xάκ! Δικαιοσύνη τού Οξαποδώ.


Νομίζω ότι γιά μερικούς, ένα γαμάτο χριστουγεννιάτικο δώρο θα είναι μιά νομοθετική ρύθμιση ώστε νά μπορούν - αυτοί οι μερικοί - νά αποποιηθούν της όποιας ελληνικής εθνικότητας/υπηκοότητας/καταγωγής καί νά γίνουν επιτέλους, πολίτες τού κόσμου, απάτριδες, αέναοι μέτοικοι σέ κάμπους, βουνά, λιβάδια.

Ψυχοπαθολογικά, όλο καί θα μπορή νά εξηγηθή τό μένος εναντίον κάθε τι ελληνικού.

Έβλεπα σέ ένα βλογ (δέν θα κάνω την χάρη όμως ούτε καν νά αναφέρω ελάχιστο ψήγμα άπό τίς παπαριές καί τα απύθμενα κομπλεξιστικα του) τίς συμπαντικές διαστάσεις πού μπορεί νά λάβη τό σύμπλεγμα απέναντι σέ μιά αιωνία φράση όπως π.χ. τό Αιέν αριστεύειν. (τό οποίο τί κρίμα γι’αυτόν, πρωτοειπώθηκε στα ελληνικά καί όχι στα βαβυλωνιακά).

Αιέν μαστουρεύειν, αιέν αλητεύειν, αιέν παπαρεύειν άπό τούς ελληνόφοβους.

Στο ελλαδισταν τού σημερα, βεβαιως, τετοιες αποψεις είναι οι προκρινομενες. Ασε πού κι οι ψυχοπαθολογοι διερχονται περιοδους ισχνων αγελαδων.

Απηλλαγμενη των πολλων θερμιδων, κουραστικη πια η προσπαθεια άπό καποια καραγκιοζακια πού σφιγγονται νά μας εξομοιωσουν μέ αυστραλοπιθηκους, πού θελουν νά μας πιστωσουν στα ιδια μέ έναν Χετταιο, Νουβιανο, Λουξεμβουργιο, Ισλανδο. Η κατεδαφιση, η ισοπεδωση, η υποβαθμιση, ένα ισχυρα αντιστροφο οιδιποδειο συμπλεγμα.

Αξιο μελετης άπό τούς αρμοδιους ψυχιατρους.

Παρασκευή, Δεκέμβριος 16, 2005

O κος Γεωργουσόπουλος έχει τόν λόγο...

Χθές, σέ ένα έργο τού ************ μέ έπιασε μιά νύστα. Όχι τίποτε βαρύ, απλώς ήτο η φάση πού επιτρέπει κάποια νεύρα τού σώματος νά βαράνε τσίτες.

Μόλις σηκώθηκα κουίζαρα τόν εαυτό μου:

Πότε, Ευάγγελε, είχες (ξανα) κοιμηθεί σέ ταινία ;

Χμ...

Στό «λάβ άξουαλλυ», ένα έργο πού δέν θά τό ξανα(;)βλεπα ούτε μέ απειλή ευνουχισμού. Σιδήρω περιτετμημένος θά καθόμην νά τό παρηκολουθούσα μόνον, θά κινούσα καί τήν σφιχτή γροθιά μου πάνω κάτω, στήν γνωστή χειρονομία τής μαλακίας κι ας μην μιλάνε στού κρεμασμένου τό σπίτι, γιά σκοινί.

ΥΓ: Χμ... ρέ πούστη μου... Μπόλικες ψυχές... Στατιστικά νά τό δής, όλο καί κάποια (ψυχή) θά κάτση.

Κυριακή γιορτή καί σχόλη!

Τί κάνει ο κόσμος τα απογεύματα όταν σχολάση άπό τήν δουλειά;

(Συνθήκη απαραίτητη: ένα ωράριο ανθρώπινο ώστε ο γυρισμός νά μήν συμπίπτη μέ τίς νυκτερινές ειδήσεις τής ΝΕΤ… Πώς; Τί; Ά ναί! Εγώ μόνο ΝΕΤ βλέπω… Βέβαιαααα! Καί βέβαια… Βουλή ΤΒ. Άλλα κανάλια; Όχι! Jamais! Τά έχω αποσυντονίσει εξάλλου… Βουλή καί Τρίτο!)

Ο κόσμος όταν σχολάση, είναι πιθανό νά γυρίση σπίτι νά ξεκουραστή.

Νά φάη.

Νά κάνη μπάνιο.

Νά αφοδεύση.

Νά πάη γιά ψώνια. (Χριστούγεννα, Χριστούγεννα, σαλουφιασμένα… Δέν γίνεται, κοκόνα μου, χωρίς εσένααααα!)

Νά πηδήση.

Εγώ, έχω καιρό νά κάνω μπάνιο καί περισσότερο νά πηδήσω. Ψώνια δέν κάνω διότι είμαι Σκρουτζ. Αφοδεύω (ακόμη κι όταν δέν μου έρχεται) στην δουλειά γιά οικονομία, ύδατος καί χαρτιού υγείας. Καί σαπουνιού. Καί πετσέτας. Καί του φωτός πού θά άναβα. Καί του ρεύματος γιά τον εξαεριστήρα.

Όλο καί κάτι θα τσιμπήσω, μπορεί νά ανοίξω τον «Θησαυρό» ή τό «Φανταζιο». Σίγουρα θα λύσω τό σταυρόλεξο πού φιλοξενεί η «Εποχή» λίγο μετά τόν αυνανισμό μέ τό κύριο άρθρο τού αρχισυντάκτη της.

Κι έτσι αυτή η (κύριε Μπιρσίμ, βάλτε χασμουρητά εδώ) απίστευτου περιπετειώδης ζωή μου εξελίσσεται μέ ρυθμούς καί δεδομένα Χριστόφορου Κολόμβου παραμονών 1492. ΄

Υπήρξε μιά παρένθεσις σέ όλο αυτό τό περιπετειώδες, τρέντυ καί κοσμοπολίτικο σκηνικόν τής καθημερινότητός μου... Κάποια βράδια πού ήσαν νύκτες. Οι δρόμοι είχαν ύφος αναπάντητης κλήσης, τού πλήρους, τού γεμάτου τηλεφωνητού. Θύμιζαν συναυλιακό χώρο 2-3 ώρες μετά τό πέρας τού λαλά, μέ ροχάλες, γόπες, φιξάκια, τσιγαριλίκια, ιδρώτα, σπέρμα στό έδαφος, έμοιαζαν οι νύχτες, μέ τό γειά τής Περσεφόνης τήν 21η Σεπτεμβρίου.

Αυτές οι νύχτες.

Αυτές τίς νύκτες, ό,τι ώρα κι άν ήταν, ό,τι κι άν είχε προηγηθή, ό,τι κι άν είχε ειπωθή, θά γείωνα τό πλέη στό βδβ κι ο Τράβις μέ μιά ένρινη καλησπέρα, θά άραζε παρέα. Δέν μάς απασχολούσε καμιά Μπέτσυ, καμιά Άιρις... Παρά μόνον κάτι κουβέντες παίζαν, περί ανέμων, αρμόζουσες νυκτερινές. Τά βλέφαρά μου δέν αργούσαν νά δύσουν· τά 113 λεπτά τής ταινίας μοιράζοντο σέ περίπου 11 λεπτά γιά 9 ημέρες. Εννέα βράδια. Παρέα μέ τήν μόνη τζάζ πού μ’ αρέσει, μέ ύφος ταιριαστό, νοοτροπία αγαπημένη. Κι έν τέλει, αυτή η μνημειώδης σκηνή τής εσχάτης ταρίφας.

Παρασκευής Μάθημα.

Ο Ηγησίας, όπως μας εξιστορεί ο μέγας Σουμέριος σχολάρχης Ασράμ, έζησε τον τρίτο αιώνα πριν από την γέννηση ενός εβραίου ψιλοφιλοσόφου ονόματι Γιεσούα (ο οποίος πολύ μεγάλη ιδέα γιά τον εαυτό του είχε!)

Εδίδαξε στήν Αλεξάνδρεια επί βασιλέως Πτολεμαίου τού ααααα.

Ο Ηγησίας τό λεπόν έλεγε μέσαις άκραις ότι η ευδαιμονία είναι ακατόρθωτος. Αδύνατος καθότι τό σώμα είναι full of παθήματα, άσε πού η ψυχή (ολίγον τί θύμα) συμπάσχουσα στο σώμα, ταράζεται κι αυτή.

Κι έάν προσθεσης – έλεγε ο Ηγησίας – καί την τύχη, η οποία σχεδόν ποτέ δέν μας κάνει τό χατίρι [εδώ αξίζει τον κόπο νά αναφέρθη καί η συνεισφορά του Αγάθωνος (του καί καλά ρεμπέτη) όστις χτύπησε κάρτα μέ ένα σχετικό άσμα – «φτάνει πουτάνα τύχη, φτάνει, μανά μας γέννησε κι εμάς»] τότες κλαφ’τα Χαράλαμπε! (Κι ας λάμπεις άπό χαρά).

Δέν έμεινε τεμπέλικη η κάλαμος του. Έγραψε κάτι (όπερ δυστυχώς η ευτυχώς εχαθη) εις τό οποίον ένας μάγκας, υποψήφιος πρός αυτοκτονίαν δι’ασιτιας, περιγράφει τον βίον του τον πλήρη συμφορών καί τραγωδιών. Ο τίτλος ενδεικτικός : «Αποκαρτερων»

Σέ όλα αυτά τα χαμογελαστά έρχεται τό feedback (α ρε τό γαλλικό πως τό παίζω!) νά μας πη ότι ο Ηγησίας ήτο ηδονιστής.

Ώπα! Ηδονιστής καί απαισιόδοξος; Γίνεται; Ηδονή απ’την μιά καί επιθυμία θανάτου απ’την άλλη;

Γίνεται!

Λέει ο Ηγησίας: Η ηδονή ακατόρθωτος. Τό μόνο σίγουρο στην ζωή ο πόνος. Συνεπώς ο σοφός δέν πρέπει νά αγωνιζηται γιά την κατάκτηση του ευχάριστου τό οποίο βρίσκεται όσο καί οι παρθένες σέ μαιευτήρια αλλά γιά την αποφυγή του δυσάρεστου τό οποίο μας πνίγει σάν τον ΟΤΕ μέ τις επικείμενες αυξήσεις.

Ανύπαρκτος η ευτυχία· άρα πρέπει νά την επιδιώκομε αρνητικώς· αποφυγή του πόνου παναπεί. Εν ζωή όμως αποφυγή του πόνου δέν γίνεται, άρα;

Άρα… Φουντάρετέ με στον γιαλό, νά μέ φάνε οι γοργόνες καί τό αλμυρό νερό.

Ο θάνατος μάς απολυτρώνει άπό τους πόνοι άρα τό ηθικόν δίδαγμα του Ηγησία: «Αυτοκτονείτε ωρέ!»

Φαίνεται ότι η διδασκαλια του ειχε επιτυχια, διοτι…

… Διότι ο Πτολεμαίος γιά νά προλάβη/αποφύγη/ανακόψη τό κύμα τών αυτοκτονιών τό οποίον προεκάλουν αι τού φιλοσόφου διαλέξεις, τού απηγόρευσε νά διδασκη…

Επιπροσθέτως, τού εδώθη τό προσωνύμιον:

«Πεισιθάνατος»

Πλην μιας διόλου ευκαταφρονητου παρενθέσεως του Αρθούρου Σοπεναουερ, συρμός πεισιθανατων προέκυψαν καί στο ελλαδισταν λίγο πριν από τό μιλλενιουμ. Κάποιοι τραγουδοποιοί (αρνούμεθα νά τονίσωμε ότι ανήκον στην κατηγόρια του έντεχνου – τό «ποιο» πλάι στο τραγούδι τα λέει όλα) σέ σκοτεινά καί πνιγμένα σέ μπόλικο καπνό μετερίζια μετάδοσης του πολιτισμού τους, των πολυπλοκάμων απόψεών τους, τής σχεδόν μυστικιστικής άποψης περί βίου, συμφιλιώθηκαν μέ τό μικρόφωνο κι έπεισαν κάποιους ότι εάν τους ακολουθήσουν θά πιουν άπό τό ζωοδόχο νερό της καλλιτεχναλήθειας.

Μέ ύφος Νέρωνος, μέ σύνθημα ή εμένα ή τά τανκς, γελοία καλλιτεχνοκριτικοκαραγκιοζακια ρίχνουν στο έρεβος διαφορετικές επιλογές εν χορδαις καί οργανοις, λογίζοντάς τες ώς μή έντεχνες, λούμπεν, παρακατιανές, στερούμενες περιεχομένου, κενές, ντιριντάχτα κλπ κλπ.

Ο Διόνυσος όμως δυσκολεύεται. Σκαλώνει νά μπουκάρη στήν γιομάτη παραισθησιογόνους καπνούς τών θλιβερών, πεσαματιάρικων, πένθιμων χώρων τους, τό νόημα, λέξη «κέφι» θά τρώη πάντοτε πόρτα.

«Πεισιθάνατο σιντί». Στό διπλανό σας φνακ!

What’s new, pussycat?


Η σκηνή καθ’ ήν ο Γούντυ Άλλεν προσποιείται ότι βλέπει κάποιον γνωστόν του καί τόν χαιρετά, ξεγελώντας τοιουτοτρόπως τήν σέ πεσσοπαίγνιο αντίπαλον (αφού πετάξει σάν άλλος Δευκαλίων, έναν πιόνι πίσω του) νομίζω ότι είναι η πιο αστεία άπό καταβολής κινηματόγραφου (ο τονός στο πρώτο όμικρον περικαλώ).

Η μάλλον σέπια (μού έμαθες καί την σέπια ρέ ξεβράκωτε;) ταινία, ο χώρος κινηματογραφήσεως (η αγ. Δημητρίου, στην Δραπετσώνα πάνω άπό τον σταθμό των τραίνων), τα λιτά τραπεζάκια (είναι όμως όλα γεμάτα) οι εσπρέσσο καί τα λουκουμάκια πάνω σέ αυτά (ο Σταύρος Παράβας θαμών σέ ένα – τραπεζάκι - εξ αυτών), κάποιοι ποδηλάτες – εφημεριδοπώλαι (μοιράζοντας την μυστική γνώση πού μόνο ένας Ριζοσπάστης μπορεί νά αφυπνίση) κάποιοι ζοχαδιασμένοι εκπατρισμένοι (ένεκα skg δημάρχου Καρατζαφέρη) νά φορούν τα κασκώλ μέ κόμπο ναυτικό, (διαμαρτυρίας τό ανάγνωσμα) κάνει πολύ γραφική την σκηνή αυτούνη.

Κι έτσι, αφήνεσαι καί παρακολουθείς τό έργο αυτό.

Θέλω πάλι νά τό ξαναδώ. Ολάκερο, όχι αποσπασματικό. Καί ήρεμος. Η αλλιώς, σέ ένα μπαλκονάκι μέ θέα τήν ονειρική υφή της πραγματικότητας.

Άποκάλυψις τώρα!


Ψές, ένα προσφιλές μου άτομον, σέ ρόλον συνταγματάρχου Κούντζ, μοί φανέρωσε κάτι. Δέν χρειάστηκε αλκοόλ, ναρκωτικά ή τσακωμός ώστε χειμαρρωδώς νά κράζωμε είς έτερον.

Πολύ φυσικά, χωρίς δισταγμούς (έτσι φάνηκε τουλάχιστον) άνευ κολλημάτων, δίχως συμπλέγματα μοι απεκάλυψεν ότι μοιάζω μέ... πιγκουίνο.

«Κοντός, χοντρός, χαμηλοκώλης καί περπάτημα: πλίπ πλίπ πλίπ»

Τήν κύτταξα στά μάτια, συνοφρυώθηκα χωρίς νά τό θέλω (δέν ήθελα νά δείξω ότι μέ καταρράκωσεν η παρατηραποκάλυψις), προσπάθησα νά τό ρίξω αλλού.

- Ζηλεύεις! Μέ φθονείς επειδής δέν σού κάθομαι. Ζηλεύεις τό σουξέ μου. Κι ο Brad Pitt άκουγε συνεχώς ότι ομοίαζε μέ πελαργό. Ο Sakis ότι κατωπρογναθίζει. Κι ο Marty Feldman κάτι γιά τίς βλεφαρίδες του, δέν ενθυμούμαι ακριβώς.

Σήκωσε τούς ώμους, γύρισε πρός τό παράθυρο.

- Δέν μού λές; Πότε θά κατεβάσωμε τίς κουρτίνες; Παραείναι χειμωνιάτικες κι είμεθα στό μέσον τού Ιουνίου.

Πιό μετά, τσιγαρίζοντας λίγο μοσχαρίσιο κρέας, έχοντας εκεί τήν προσοχή, πρόσθεσε στήν φασαρία τής κουζίνας, μέ τά τσιτσιρίσματα:

- Πόσον συχνάκις σέ πιάνει κλαυσίγελως;
- Ε;
- Έβλεπα τίς προάλλες τά Ξυπνήματα. Ήταν η σκηνή όπου ο ΔεΝίρος προσπαθεί νά πλύνη τούς οδόντας του. Δέν νοιώθω περήφανη. Περήφανη δηλαδή γιά τούς γέλωτάς μου, τήν ένταση αυτών. Μ’έπιασε βήχας, άστα, χάλια. Όμως, οι στιγμές πού μάς προοικονομοούν ότι επανέρχεται στήν βυθιότ... η μουστάρδα; Στό ψυγείο; Εντάξει. Όταν φαίνεται ότι θά ξανακυλήση ο Ρομβέρτος,ότι θά ξαναβυθιστή... Πολύ κλάμμα ρε γαμώτη μου. Εκεί πού χορεύη μέ τήν δεσποινίδα...
- Ντούρο τό στυλιάρι εκεί, εεεε; Ήθελε καί γκομενιλίκια ο βλάμης! Σηκώματα έπρεπε νά τό λέγανε, τί Ξυπνήματα καί μαλακίες!
- Κατάλαβα... Δέν τό έχεις δεί τό έργο ε; Τί θέλω καί μιλάω; Σβήσε τό μάτι, Πινγκουίνε!

Η βελόνα τού ραδιοφώνου στό 103,3.

Πληροφορίες κακές
πήρες για μένα πολλές
και πληγώσανε την λίμπιντό σου
σαλούφα μου και κλαις

Μην τον πιστεύεις εσύ
τον κόσμο που μας μισεί
όλοι θέλουνε το κακό μας
καταπιόλα μου χρυσή



- Ξέρεις;

Βοηθεία τού πηρουνιού μου έφτιαχνα κύκλους μέ τήν σάλτσα στό άδειο πιάτο, είχε προηγηθή επιχείρησις σκούπα, μπουκιάς ψωμιού. Είχα το κεφάλι στήν γροθιά μου, αφημένο, αγκώνας στό τραπέζι. κύτταζα τά σχέδια τού πηρουνιού. Ο δισταγμός ήταν εμφανής.

- Μ’επισκέπτεται κι εμένα κλαυσίγελως... Ναί... Συχνά... Πολύ συχνά. Θυμάμαι όμως σάν τώρα τήν πρώτη φορά πού τό ένοιωσα.
- Άν δέν θέλης νά μιλήσης.... Εάν τό θεωρής...
- Δέν είναι αυτό.

Ο δισταγμός έδινε τήν θέση του στήν αποφασιστικότητα. Κι αυτή, στήν αβεβαιότητα. Σε μιά τέτοια σκυταλοδρομία συναισθημάτων, ήλθε η ευπιστία, η παραίτηση, η απορία, η ανασφάλεια...

Τόν κότινο εν τέλει, τόν πήρε η σιγουριά.

- Η πιό έντονη στιγμή, ανεξάλειπτη στό πίσω μέρος τού εγκεφάλου μου...
- Τού ποιού;
- Σέ παρακαλώ! Πάνω πού πήρα φόρα...
- Σέ πειράζω πιγκουινάκο μου!
- Εκείνες οι στιγμές ήταν απίστευτα... Πώς νά τό πώ... Σημαδιακές. Εεε.. Δέν βάζεις λίγο κρασί; Γέλιο μέ δάκρυα, λυγμοί μέ χαμόγελα... Τότε.... Ναί...
- Πότε καλέ; Πιές λίγο. Λίγο περισσότερο. Πολύ δηλαδή.

Τρείς γουλιές οίνου ποσότητος συναντωμένης μόνο σέ ύδωρ καί σέ περιβάλλον καύσωνα, δρομολόγησαν κάπως, τά πράγματα.

- Κλαυσίγελως είπαμε, ε; Μμμ... Ναί, Ήταν τότε. Καλοκαιρινός μήνας. Ο θερινός ο σινεμάς έπαιζε τό Sleepers. Οι έξεις τού Kevin Bacon, τά χάδια του πρός τόν Ron Eldard, έδωσε ιδέες. Φάγαμε κεφτεδάκια, φλυαρήσαμε λίγο καί στό σπίτι. Βουρ. Δέν θά διηγηθώ τά μετά. Θά σού πώ όμως τά μετά τού μετά. Οριζοντίως, ανάσκελα νομίζω, μ’επεσκέφθη. Κλάμμα καί γέλιο μαζύ. Εντονότατα. Καί πολλή ώρα. Γέλιο γιά τήν ανείπωτη χαρά τής ανακάλυψης τής σαρκικής ηδονής καί μ’αναφυλητά κλάμμα πού τήν συνάντησα τόσο αργά. Στά 26 μου; Μήπως 25; Μπορεί καί 24. Σίγουρα πάντως στήν τρίτη δεκαετία τής ζωής μου. Πόσο είμαι τώρα βρέ Βιβή; Τα 19 δεν έκλεισα πρό τριών μηνών;
- Νά σού πώ... Θά πλύνης εσύ τά πιάτα; Πάω γιά τσιγάρο εγώ, στό σαλόνι, παρέα μέ Λαμπίρη.

*********************

Συμπάθα με γιά τό ρεπετισιόν· υπήρχε λόγος...

Πέμπτη, Δεκέμβριος 15, 2005

Μήν τό αφήσεις...


Μετρημένο βήμα, φροντισμένο, καλοζυγισμένο καί πρός τόν εκτυπωτή.

Εκεί, κόσμος πολύς νά κυττά τόν πρίντερ ωσάν οι έλληνες τά γεώμηλα κατά τά (πρώτα) καποδιστριακά έτη.

Μόλις είχα φάει κάτι πεφρυγμένα τοιαύτα, συνεπώς βούρ γιά τήν υγρών κρυστάλλων οθόνη τού εκτυπωτού. Γινόταν λόγος γιά έλλειψη α4 χαρτιού, ουδείς όμως κινείτο γι’ανεφοδιασμόν.

Τά μπρός πίσω, πήγα σέ ένα δωματιάκι, υγροσκότεινο, τσάκωσα μιά κούτα μέ τέτοιες συσκευασίες χαρτιού, εδέησεν ένας αναπτήρας κι έκο(α)ψα τό νάυλον περιτύλιγμα.

Mήν τά πολυλογώ, έπιασα ένα, δυό, τρία μπορεί καί τέσσερα παραλληλεπιδάκια μέ τήν παλάμη μου (τής οποίας τό διαμέτρημα πάντοτε εξέπληττε τά θηλυκά διότι ήτο προοϊκονομία γιά περαιτέρω διαπιστώσεις προικισμένης ανατομίας) κι είπα νά τήν δώ προμηθέας άνευ όμως πυρείου δαυλού.

Σούρνοντας τό μάνταλο τού δωματίου, μεταβόλαρα μέ νουρεγέφειον ρυθμόν αλλά ένας προκύψας θόρυβος σίγουρα δέν ήταν αποκύημα αγιοπετρουπολείου ορχήστρας.

- Ψίτ, ψίτ!

Βλέμματα στίς 7 γωνιές τού χώρου αλλά, τζίφος.

- Ψίτ ψίτ! Εδώ ρέ μαλάκα, εδώ!

Τό «μαλάκα» μέ αλέρταρε. Σίγουρα εμένα ζητούσαν, αλλά πόθεν ο μαλακοψάχτης;

- Κυρ μαλάκα! Ούουου! Εδώ καλέ! Εδώ! Άντε! Πές ότι μάς ανακάλυψες, μήν συνεχίζεις νά ψάχνης! Δέν καταλαβαίνεις ότι έτσι μακρυγορείς; Παραπάνω έγραψες νά μήν τά πολυλογής...

Ρέ τά μπασταρδάκια· παρεμβαίνουν καί στόν όλον μύθον.

Τελοσπάντων, ήσαν οι κόλλες. Είπα ένα γειά νά μήν μέ πούν κι αγενή (πλήν μαλάκα) και εξακολούθησα τό βήμα μου. Μπούρ μπούρ από τίς κόλλες, ανέβλυσε μιά χάβρα μέ περιτομή, δέν καταλάβαινα τίποτε. Ώσπου κάποιες λέξεις, μού σήκωσαν τό χειρόφρενο.

- Τί είπατε;
- Δέν μάς θυμάσαι; Εμείς είμαστε ρέ μάστορα! Εμείς!
- Δέν έπρεπε νά τό κάνης αυτό ρέ αγαπούλη! Δέν έπρεπε! πετάχτηκε μιά άλλη κόλλα.
- Καί δέν τά λέμε όλα αυτά επειδή μάς ταλαιπώρησες! Όχι όχι! Στόν λόγο μας! Στόν γουτεμβέργιο λόγο μας! Νά μήν προλάβουμε νά μελανιαστούμε άν λέμε ψέμματα!
- Ναι! Ναι! Δέν έπρεπε!
- Δέν σάς καταλαβαίνω, ω φίλοι! Τι εννοείτε; Ξηγηθήτε! Πάραυτα! Ο κόσμος περιμένει παρά τώ εκτυπωτή!
- Δέν μάς θυμάσαι; Είμεθα εκείνες οι κόλλες! Οι θερινές! Δέν θυμάσαι; Δέν έπρεπε, φίλε, δέν έπρεπε!
- Τί δέν έπρεπε, ηρώτησα.
- Δέν έπρεπε! Νά μάς στείλης αδιάβαστες στόν κάδο ανακύκλωσης τότε! Ανεκυκλώθημεν καί νά’μαστε πάλι! Αλλά τότε, πού μάς κατευόδωσες ψυχρά, είχαμε μπόλικη μελάνη πάνω μας. Θυμάσαι;
- Ναι ρέ γαμώτο! Δέν έπρεπε μόλις πάτησες τό πόδι σου στήν πατρίδα νά μάς στείλης ρε! Δέν έπρεπε! Κι όχι γιά μάς – διότι νά! μάς βλέπης πάλι εδώ, ώς άλλοι φοίνικες αναγεννωμένους έκ τής ημετέρας στάχτης! Αλλά όλα εκείνα... Χαμένα πήγαν... Χαμένα. Τά θυμάσαι;
- Είστε χαζά! Είστε μαλακισμένα! Είστε ηλίθια! Μετά από εκείνη τήν παρότρυνση, νά μήν τό αφήσω, τί άλλο νομίζετε ότι έπρεπε νά γίνη; Καί πού ανεκυκλώθη τό χαρτί πολύ ήταν. Στόν Μολώχ έπρεπε όλο νά θυσιασθή...

Κι έτσι, ξαφνικά κι απότομα, χωρίς κάποια λογική εξήγηση – το παραλόγου θέατρο εξάλλου διαρκούσε ώραν πολλή – οι κόλλες σώπασαν. Οι ρυτίδες πάνω τους χαθήκαν, τά 210 επί 297 χιλιοστά τών διαστάσεών τους ίσιωσαν μεγαλοπρεπώς κι η θερμοκρασία τους ηυξύθη δραματικά. Άνοιξα τά χέρια μου, πέσαν κάτω. Τό λευκό τους χρώμα άρχιζε νά χάνη φωτόνια, έμοιασε λίγο σέ καφέ· καφέ καί σαγρέ. Ναι, ήταν πλέον σάν φλύδες λεύκας, ήταν φλύδες λεύκας καί στήν μέση τους, φούσκωσε κάτι. Κάτι στρογγυλό. Διάφανο κι άχρωμο. Ήταν ένα κουκούλι. Κινηματογραφικά γρήγορα τό κουκούλι ξέρασε μιά τεραστία κάμπια, η οποία ακόμη ταχύτερα έφαγε όλες τίς κόλλες. Κι όταν όλα φανήκαν νά τελειώνουν, η κάμπια διεστάλλη καί πάφ! έγινε σκόνη.

Πάτησα τόν κονιορτό, επέστρεψα στό τμήμα καί μόνο όταν είδα τά μέ απορία βλέμματα τών συναδέλφων κατάλαβα τό λάθος μου.

Μήν ξαναρθείς άπ’τήν δουλειά, νά’ούμ’...

Μού σκάει μιά πληροφορία από κάτι συνεργάτηδοι.

Πρέπει νά τήν μεταφέρω, πάω σέ ένα μήνυμα, κάνω ρηπλάυ κι αρχίζω νά γράφω:

"Κυρία Νικολαϊδου, ................"

Έλα όμως πού το μυαλό μου είναι κάπου αλλού.

Σε ένα μπουφανάτο απόγευμα μέ πολύ ήλιο σέ περιοχή αραιοκατοικημένη.

Τά πολλά πεύκα δέν είναι αρκετά γιά νά εμποδίσουν τίς μακρυές σκιές μας νά σταμπάρωνται στούς μέ λίγο χαλικάκι δρόμους. Η ατμόσφαιρα είναι ηδεία πολύ, σέ βάζει σέ σκέψεις όχι πολύ χαρούμενες ούτε όμως καί μαύρες, απλώς σέ δρομολογεί γιά λίγο, σέ πιο κλειστές φάσεις κι άς χαμηλώνεις τήν ένταση τού ραδιοφώνου.

Κι έτσι μέ συλλαμβάνω νά γράφω:

«Κυρία Νικολαϊδου, θυμάσαι τότε πού συγκεντρώναμε...»

Μέχρι εκεί η αυθόρμητη, λίγο ανεγκέφαλη, αναρχανεξάρτητη γραφίδα.

Γέλασα λίγο (διότι δέν μού είχε ξανασυμβή) καί ντηλήτ.

Κούνιααα, μπέλααααα.

Όταν κάποιος προσπαθή νά αναθεωρήση κάτι από τό παρελθόν, η πρώτη αντίδραση είναι νά τόν τσεκάρουμε.

Εάν η αναθεώρηση έχει νά κάνη μέ πεπραγμένα τής δεξιάς, τότε τόν στηλιτεύουμε με μπόλικη ξιπασιά υπό τού κριτηρίου ότι η Ιστορία στέκει ως ογκόλιθος ενώπιον κάθε υποκειμενικού αλληθωρίσματος. (Πολύ σωστό τό τελευταίο, βέβαια.)

Όταν όμως κάποιος προσπαθήση νά αναθεωρήση αριστερά γεγονότα (κάνε μιά παραχώρηση καί δέξου τά αδόκιμα), τότε αυτή η όχληση (κατά τούς υπερασπιστές τής Παρελθόντος, όπως τούς είδαμε πρίν) πρός τήν Ιστορία δέν είναι κάτι κακό. Είναι εποικοδομητική έρευνα....

Τί νά πή κάποιος γιά τήν κατάντια κάποιων...

Δέν φέρνω παραδείγματα τί αναθεωρείται είτε από δεξιούς, είτε από αριστερούς. Υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα, εύκολα ανασύρσιμα...

Η συμπεριφορά αυτή (κρίνω αφενός μέ ύφος πανεπιστήμονα, αλλά χάριν προσωπικών συμπλεγμάτων καί ιδεών κάνω κοκοκό σέ μερικά άλλα) παρατηρείται καί ώς στάσις απέναντι σέ μερικά χθεσινά.

Ένας πυγμαίος δημοτικός σύμβουλος τού Ναϋάλα στό Σουδάν τονίζει ότι τό λογικό είναι, όπως σεβαστό (πρέπει νά) γίνεται τό δικαίωμα τής απεργίας, αντιστοίχως σεβαστό καί τό δικαίωμα τής απεργίας.

Η τουβούλα έδειξε κάποιους δάγκες συνδικαλιστές (οι οποίοι δέν υπάρχει καμμία περίπτωση νά είναι στήν βουλή τά επόμενα χρόνια) νά προγκάρουν μερικούς οι οποίοι γούσταραν, τούς κάπνισε, τούς καύλωσε, νά δουλέψουν.

Όόόόόχι, στύση δέν προβλέπεται τίς Τετάρτες! Γι’αυτό καί κλωτσιές, μπουνιές, ξύλο δημοκρατικό κι αριστερό από τά άπλυτα γκιογκιό, τούς συνδικαλιστές, χάρις στούς οποίους (αλλά καί στό πρωτοπόρο σέ τέτοια ζητήματα ΚΚε) έχει θεσπιστεί από τόν Μάρτιο τού 2002 τό 35ωρο...

Ενώπιον τού τραμπουκισμού αυτού, οι απροσμέτρητα καρακαταευαίσθητοι πολλών χώρων, μηδενός εξαιρουμένου, δέν βρήκαν νά πούν τίποτε... Κρατάν δυνάμεις γιά νά κράξουν κάποιον ομοφοβικό. Α, ναί! Καί τόν ΧριστόδουλΑ!

Περιμένοντας τούς βαρβάρους.

Μήν νομίζεις όμως! Κι οι βάρβαροι ανάγκες έχουν, διά τών θέλω τής σάρκας, επικοδομείται κατά τά δέοντα, τό μέλλον. Προσοχή στήν οθόνη λοιπόν.

Τετάρτη, Δεκέμβριος 14, 2005

Α ρέ Πεντέλη!



Λίγο μετά άπό τήν στέψη τού αυτοκράτορα στά χρόνια τού Βυζαντίου, τόν πλησίαζαν κάτι γερολαδάδες καί τού προσέφεραν μάρμαρο. Δείγμα μαρμάρου. Οι νέοπες αυτοκράτορες, μέ τήν επιλογή τους αυτή, έδειχναν, άπό τί μάρμαρο θά ήθελαν νά φτιαχτή ο τάφος τους. Κάτι αντίστοιχο μέ τίς βόλτες των μικρών σπαρτιατών στά νεκροταφεία κατά τήν περιόδον τής ακμής τής Λακωνίας. Η συνειδητοποίηση τής ματαιότητας, τού ότι είμαστε περαστικοί καί μάλιστα μέ πολύ μικρή περίοδο.

Κάτι σάν μεσουλίντ.




Κάποιοι γυναικείοι πόνοι τακτοποίησαν καλαίσθητα τούς κόμπους στά τών υποδημάτων κορδόνια μου (οι νύστες μου δέν θά ανέβαλλαν τό νάνι ούτε ένεκα πυρκαϊάς αλλά άς όψεται η μέγαιρα) καί απογειώθηκα γιά διανυκτερεύοντα, καμιά ωρίτσα πρίν ο ερχομός τού ηλίου νά τά μετονομάση σέ διημερεύοντα

Μού πήρε ώρα νά βρώ μαγαζί διαθέτον φάρμακα μέ περίεργο τρισύλλαβο όνομα καί 12 χαρακτήρες. Βγήκα από τό φαρμακείον, (ζυγίστηκα κιόλας) τό σκότος είχε γίνει υπερσυντέλικος, αυγούλα στήν Γρανάδα, όχι όμως Ιβηριστί αλλά κάπου στήν Θηβών, πάνω κι από τήν Καβάλας.

Έπαιρνα νά κατεβαίνω τήν Θηβών πρός νοτιοδυτικά. Ο πρωινός δεκέμβριος αέρας κωλοέλεγε – μιά περίεργος ορμονική χαρτοπαιξία στόν γονιδιακό μου παιδότοπο πρόσταξε ανοικτό παράθυρο. Τόν ρώτησα τί τόν κάνει πλέον νά μήν κρυώνη σέ τέτοιους μήνες και θερμοκρασίες. Απήντησε γενικόλογα· δέν θυμάμαι τί ακριβώς μού είπε, κατάλαβα όμως ότι δέν είχε νόημα περαιτέρω κουβέντα με αυτόν. (Τόν παιδότοπο εννοώ). Είχα όμως κάποια κενά. Παράπονα. Ελλείψεις. Δυσαρέσκειες. Δυσφορίες. Ο θρήνος καί τό μοιρολόι είχαν σειρά σέ αυτήν τήν ομοβροντία εκμυστηρεύσεων στόν εαυτό μου (κάτι σάν τό βλόγ τού έγγονα – αυτό δέν είναι ένα βλόγ εξάλλου; Μονήρεις εκμυστηρεύσεις στό δικό μας αυτί) αλλά μέ πρόλαβε ένα ερυθρό φανάρι στήν διασταύρωση μέ τήν ιερά οδό καί έπαυσα. Ο Γρηγόρης όμως τού φαναριού τών πεζών, έλαμπε μεγαλοπρεπής! Καμάρι διαυγές! Γύρισε καί μέ κύτταξε. Ήταν η στιγμή πού ακόμη παραμιλούσα ή μάλλον πού εκμυστηρευόμην διάφορα.

- Μήν είσαι μαλάκας ρέ Βαγγέλη! Άνοιξε τά σχόλια ρέ, σε αυτό τό βλόγ, νά γίνη τής εκμυστήρευσης! Από εκμυστήρευση θά γενή τσάτ, μετά θά φορεθή κάτι σέ φόρουμ καί τάχιστα καινές (αλλά διόλου κενές) δίοδοι επικοινωνίας θά εγκαινιασθούν!

Θά έλεγε κι άλλα γιά τό πόσες φορές χωρά η λέξις εκμυστήρευσις είς αυτήν τού βλογ αλλά εχάθη. Με ακομπάνιαρε ο Σταμάτης, ήτο όμως τά μάλα στριφνός, άσε δέ πού Σταμάτης στούς πεζούς ίσον Γρηγόρης στούς βολανούχους. Δέν άργησα μέ μιά πρώτη νά φύγω.

Τρίτη, Δεκέμβριος 13, 2005

Νυκτερινή Κυβέρνηση.

Ο ύπνος δέν μέ έπιανε χθές - εξάλλου ένας παθιάρης, δυνατών μόνο συναισθημάτων καί συμπεριφορών (χφφφφφφ! - Κρεατάκια έχει καί ροχαλίζει έτσι;) αγαπούλης ωσάν εμένα δέν αποδέχεται τέτοια ρήματα. Ένας ύπνος τό ολιγώτερο νά μέ ζούμπαγε, ταρακουνούσε, αγκάλιαζε, εκτίναζε, τράνταζε...

Τέλος πάντων, τί νά έκανα, είπα νά ανοίξω τηλεόραση.

Πέτυχα μόνο κάτι κανάλια τηλεμάρκετινγκ.

Τά οποία δέν προσέφεραν ούτε παπλώματα, ούτε συσκευασίες μαχαιριών, ούτε ιονιστές ύδατος...

Πιστά στά τών καιρών κελεύσματα, οι εταιρείες αυτές, μαζικώς, προσέφεραν τεράστια πακέτα ημιεκδρομικά, ημιμεταναστευτικά σέ κάποιους υποψηφίους μέλλοντες επήλυδες, ευπειθείς εμιγκρέδες οι οποίοι δέν μπόρεσαν νά τιθασεύσουν, δυστυχώς, τήν διαμαρτυρία τής ακράτου ευαισθησίας των.

Διότι βγήκε βρώμα ότι μπορεί (κλάιν μάιν δηλαδή μπορεί) νά θέση υποψηφιότητα στόν μητροπολιτικό δήμο τής Θέρμης ο Καρατζαφέρης! Ευτυχώς όμως πού υπάρχει κι ο Κάσσανδρος ανάμεσα στούς υποψήφιοι καί στίς επερχόμενες εκλογές τού Μαΐου τού 316 π.Χ (επερχόμενες καί π.Χ; Τί συμβολίζει τό Χ; Δέν μάς τά λέει καλά ο μάστορας!) μπορεί νά γλυτώσουμε από τήν οπισθοδρόμηση τής οποίας συνώνυμο είναι αυτός ο εξωλέστατος! Μαγάρισε τήν πόλη μας ο τσόγλανος!

Πολύ καλά θά κάνη ο νέος δήμαρχος (πού νά δώση ο Ζεύς, η Άρτεμις, η Εστία καί κάθε ταπεινή θεότης τού υπαίθρου νά μήν είναι ο ασεβέστατος) νά μετονομάση (αφού δέν υπάρχει κλίβανος σέ μέγεθος πόλεως ώστε νά τήν αποστειρώσωμε) τό άστυ μας· άς τό όνομασει Ολυμπιάδα, Φιλιππιάδα, Θεσσαλονίκη, Αλεξάνδρεια! Ο,τιδήποτε άλλο! Πλέον τό Θέρμη έχει μαγαριστή! Αχ, Κάσσανδρε! Ο Απόλλων νά σέ φωτίση! Νά σέ φωτίση νά κάνης τό rename!

Εάν πάντως, κοιμηθή όχι απλώς ένας Θεός αλλά κι οι δώδεκα καί εκλεγεί ο (Θού κύριε, μέ τόν παλιόπουστα!) τότε όλοι αυτοί οι υπερευαίσθητοι θά ξεσκονίσουν βίζες, διαβατήρια καί βούρ γιά τήν Κούβα, νά συνδράμουν τό θεοφιλέστατο καθεστώς τού όχι δικτάτορα, αλλά προέδρου (από τό 1959) Κάστρο...

Τί κρίμα πάντως πού πέρα από τήν Β΄ Αθηνών δέν πρόκειται νά ξεκουνηθή ο έν λόγω... Ας κοιμούνται ήσυχοι (άν καί είναι πολύ αστείο καί θά ήθελα νά τόν καπελώνονταν, ρέ φάκ μου!) οι ανησυχούντες περί Καρατζαφέρη [οι οποίοι κι ο Γκλιγκόρωφ (πού τό θυμήθηκες ρέ σάπιε;) νά κινήτο αναλόγως, δέν θά έκαναν έτσι...]

.
.
.
Ψές Δευτέρα, είδα ένα κυριακάτικο έντυπο προγράμματος τηλοψίας, από τήν εφημερίδα η οποία πρωτοστατεί στήν υπεράσπιση πάσης μειονότητος, με μία κάποια προτίμηση στούς έλληνες τής Β.Ηπείρου καί τής Πόλεως. Στό τηλεοπτικό περιοδικό τής Ελευθεροκλάινμάιντυπίας, όπερ ποτές δέν... μπαγιατεύει! Ο Οξαποδώ τά φέρνει πολύ παράγωνα τόν τελευταίο καιρό καί δέν μέ αφήνει νά απογοητεύωμαι. Πρόσεξα λοιπόν ότι προέβαλλε τό «Κάτι νά καίη» κλασσική ελληνική ταινία βεβαίως βεβαίως, είδα καί μια συνέντευξη τού τύπου όστις είχε αράξει καί στό εξώφυλλο...

Πολύ παράγωνα μέν αλλά ταιριάζουν ρέ γαμώτο καί τελικά κάπως ρεφάρω.... Δόξα νά έχη ο Βελζεβούλ...

~

Τράβηγμα τό φερμουάρ, μέχρι πάνω η ζακέτα, ένας ατροφικός γιακάς στην ανάταση. Περπάτημα μέ βλέμμα ελαφρώς χαμηλωμένο, ακολουθεί ένα μπλε τζην (μου) μέ κατεύθυνση πρός τό πουθενά ή στο θα βρεθη ο προορισμός στην πορεία. Όπως αυτό τό σημείωμα. (Βλέπεις κάτι; Όχι. Ούτε κι εγώ. Συνέχισε.) Η οθόνη αλλάζει χρώματα, κάηκαν πάλι κάποια πιξελ, υπάρχει πρόβλημα καί όχι μόνο μπροστά· τα δάχτυλα ακολουθούν άλλη κατεύθυνση.

Ανακαλύπτουν τό 25ο γράμμα, όχι δέν είναι τό σίγμα τό τελικό, είναι ένα σχήμα (Ούτε καμπύλη, ούτε ευθεία γραμμή) καινούριο· αναπαριστά αυτά πού είναι χω(α)μενα μέσα χωρίς δυνατότητα, πιθανότητα ερμηνείας.

(Τώρα, φαίνεται κάτι; Όχι, τα γράμματα είναι παραμορφωμένα. Τα ομικρον έχουν γωνιές και τα ταυ είναι τεράστια, φαντάζεσαι γιατί; Δέν φαντάζομαι τίποτε, εάν φανταζόμουν δέν θα χρειαζόμουν καί 25ο γράμμα…)

Δευτέρα, Δεκέμβριος 12, 2005

Χαμένα δώδεκα λεπτά.


Μετά από τήν δημοσίευσιν τής φωτογραφίας μέ τόν μαλάκα πού σκάβει, όλα τά συνεργεία τών δήμων τού λεκανοπεδίου, πλημμύρισαν από γυναίκες εντυπωσιασμένες από τόν έγγονα νά ζηταν πιοτερες λεπτομερειες…

Σιγά ρέ κορίτσια! Ο έγγονας δέν είναι σέ αυτήν τήν πόζα! Είχε πάει νά αγοράσει μπουγάτσες από τό κυλικείον!

- Γιά πές μας ρέ έγγονα τήν συνταγή… Πώς κι έτσι, πόθεν αυτό τό σουξέ;

Κι ο έγγονας ξεκίνησε νά αγορεύη …

- Πάππε, τό θέμα κατ’αρχήν είναι, τήν γκόμενα όσο γκρόβερ καί νά είναι, νά τήν απομυθοποιήσης. Εν πρώτοις λοιπόν, δέν παίζει ρόλο πόσο Άδωνις είναι ο προσεγγίζων, αλλά η εκ προοιμίου κατάταξις στά τάρταρα τής ευμορφίας.

- Κάτσε ρέ έγγονα! Πώς γίνεται αυτό; Δηλαδής θά έλθω ενώπιον μιάς Εδεν Μορ πού χού καί θά τήν σκεφθώ τσουράπω;

- Τί σέ χαλάει μιά τέτοια σκέψη; Εξάλλου τσουραπισθείσης τής Εδεν, στό καπάκι σχεδόν θά τήν ανεβάσης στόν Όλυμπο τού γούστου καί κεφιού – άν πετύχη η μέθοδός μου! Λοιπόν άκου... Μήν διακόπτεις...

Άραξε μέ ύφος Ροζίτας Σώκου σέ μιά μπαμπού πολυθρόνα καί αναιδώς έπιανε νά ξύνη τά βόρεια προάστεια τών βουβώνων του. (Εάν τό όσχεον παραλληλισθή μέ τόν δήμο Αθηναίων, ο έγγονας έξυνε τό Καπανδρίτι).

- Στίς πρώτες επαφές θά είσαι σάν τόν Βασίλη Μάρεη στο Γκόστμπάστερς. Θά κάνης ότι δέν βλέπεις τίποτε· η γκόμενα ουσιαστικώς θά είναι άυλη, ασύλληπτη. Θά περνά από μπροστά σου πχ, θά σκαλώνη κάποιο κάποιο εντελώς εαρινό σημείο τού σώματός της σέ δικό σου λεόντειο, εσύ όμως ευνουχικά βράχος! Άμεμπτος! Σάν τόν Άη-Διονύση!

- Μού φαίνεται ότι πιό εποικοδομητικά πράγματα κάνει η χείρ σου ξύνουσα τό Καπανδρίτι καί τώρα τήν Τανάγρα, παρά ο στόμας σου ... Τί μαλακίες λές; Κι άν η γκόμενα είναι απλώς ομομάγαζη στού Ζάρα δοκιμάζουσα κάποιο άρωμα ή ρούχο; Έχω χρονικη πολυτέλεια τέτοιων κινήσεων;

- Μήν πετάγεσαι στό 8ον κεφάλαιον! Τέλος πάντων, όσο καί νά έχη η φάσις κάποια στιγμή θά αρχίση νά πρήζηται η τεστοστερόνη σου καί νά πετιέται σάν ταπετσαρία στά δωμάτια. Η γκόμενα, βοηθεία τής προηγουμένης αφ’υψηλού, απαξιωτικής, φτυσουά, ίσα μωρή τρώγλη, συμπεριφοράς σου, θ’αρχίση νά τό σκέφτεται. Σαφώς επηρεασμένη από προηγούμενες ουδεπέποτε αρνήσεις πρός αυτήν, θά πατήση ένα M+ στό μικρό κομπιουτεράκι τής τσέπης της. Θ’αρχίση νά αναρωτιέται ποιός είναι αυτός ο αψηλός ποιός είναι αυτός ο μπήχτης, πού ηρνήθη βλέμμα πρός εμέ κλπ κλπ κλπ. Δίχως άλλο, θά επιμηκυνθή η απορία της, θά σκαλώση λίγο καί θά φανή! Θά τήν δούν κι άλλοι στά πέριξ πού έχει πυροφανιάσει τήν αύρα της.

- Θέλεις κοκο πόπς;

- Σέ λίγο. Σέ λίγο η γκόμενα θά περιτριγυρίζη ξαναμμένα κι εκνευρισμένα γιά νά πάρη πιστοποιητικό αναγνωρίσεως. Ευχαροποιεί όμως τραγούδι πεισιθάνατος τραγουδοποιός; Μόνο τίς 30ές Φλεβάρη! Γι’αυτό κι εσύ στά φρύδια σου. Αλλού το τσεκάρισμα. Η γκόμενα θά σκυλιάζη καί θά ξεκινήση νά μετέλθη ξεφυγάουα μέσων. Η μέρα (ώρα δηλαδή) εκείνη δέν θ’αργήση πού τά χέρια της προσπαθώντας νά σκοτώσουν κάτι μύγες, θά δώσουν σκανδαλωδώς ερεθιστικές ξανάστροφες στά μισοφέγγαρα τών οπισθίων σου. Εκεί θά έχουμε τό τέλος. Τέλος αλλά καί αρχή. Όπως τό έλεγε ο Ζώρζ Μουστακί στόν Μέτοικο.

- Πέρας πρώτου ημιχρονίου. Ανάπαυλα μέ πολλή ανάκαυλα ένεκα τής μανδάμ. Καί μετά τά λούκοζέηντ τών αποδυτηρίων τί; Διότι μού φαίνονται όλα αυτά λίγο δύσκολα πρός πραγμάτωσιν. Ποιός άντρας θά τό παίξη Ρόκ Χάτσον νά μείνη απολλώνιος ενώπιον κυματιστής μαστοκινήσεως, κι ήμουν άγγελος τού Τσάρλυ;

- Τότε αναλαμβάνει ο Τζίμης ο Τίγρης! Φέρε λίγο γάλα... Πώπω πρέπει νά πάω νά κάνω μπάνιο....

- Ολοκλήρωσον πρώτα.

- Ο Τζίμης ο τίγρης τό λεπόν. Είσαι μέ τήν γκόμενα. Αδιάφορο πού. Τήν κυττάς. Αδιάφορα πώς. Σκέπτεσαι. Σημαντικά πώς. Τότε είναι πού πρέπει νά αρχίσης τίς αλχημικά ιδιάζουσες κινήσεις. Τήν έχεις καρφώσει στά μάτια.Η πρασινάδα τους , συναγωνίζεται τό δάσος τής Δαδιάς. Τρώς εμπλοκή. Τσεκάρεις τό πρόσωπο. Άνευ ίχνους πανάδος, οι γωνίες τού λεπτοτάτου προσώπου της, κρύβουν ψιθύρους κι υποσχέσεις αφυδατώσεως ερωτικών υγρών. Ο λαιμός καί η κοιλάδα, εν μέσω αψηφούντος βαρύτητα στήθος, σέ φωνάζουν γιά πίκ νίκ... Καί τρώς ήττα. Τά σάρκινα μαξιλαράκια στά οπίσθια, η κυτταρίτιδαless περιοχή, τά ψηλά καλοκρεατωμένα πόδια μέ αναλογίες Λίνζυ ΝτώνΜακΚένζυ αφήνουν μιά πικράδα στό στόμα, κάνοντάς σε νά ζητήσης πάραυτα ξυνό... Άθροισέ τα....

- Σέ ακούω... Συνέχισε...

- Όχι. Άθροισέ τα!

- Ωχού... Τό έχεις χάσει ε;

- Όχι! Επιμένω! Άθροισέ τα.

- Εντάξει. Τά άθροισα.

- Ωραία. Τά αθροίζεις καί είσαι σέ πλήρη δόξα καί τιμή νά πής: «Έχω πάθει ζημιά» Ανεπανόρθωτη ζημιά όμως ρέ γαμώτο... Βγάζεις γλώττα καί σάν τήν Λάσσυ, εναποθέτεις πάσα ικμάδα σου, στήν διάθεση τής μανδάμ. Όλα χαθήκαν, όλα πήγαν στράφι, όλα στόν βωμό τής Αφροδίτης. Πάλι τελείωσε τό γάλα... Γαμάτα τά κόκοπόπς...

- Καί; Άμωμος εν οδώ;

- Όχι βέβαια παππού! Έτσι θά σέ άφηνα ; Πού λές, εκείνες τίς στιγμές, πού νοιώθεις ακράτεια νά έχης, εν μέσω εγκεφαλικής στύσεως και λευκή σημαία έχεις σηκώσει χρησιμοποιών τό σώβρακό σου, επεμβαίνει ο Ήφαιστος! Τι; Κυττάς τίς ματάρες της και λειώνεις; Βλέπεις τόν πουνέντη τών μαστών της καί αποστρατεύεσαι; Στοχεύεις τά οπίσθιά της μέ προθέσεις Πανός καί λαλάς; Όχι ακόμη, αγαπητέ;!

- Τελείωνε!

- Σέ τετοιου ειδους στιγμές λοιπον, σκέψου την σέ ένα χώρο κλειστό, περίπου 3 κυβικών μέτρων. Χώρος κλειστός μέ ένα (όχι πάντα) παραθυράκι, μπόλικα είδη υγιεινής καί αρκετή υγρασία... Σέ κάποιες στιγμές, ήχοι από κελαρυστά νερά (αχ, Αώε!) νά καλύπτουν ήχους τής μανδάμ. Θόρυβοι εξερχόμενοι όχι μόνο από τό μέ φωνητικές χορδες ηχοπαραγούμενο σημείο τού σώματος, ξέρεις… Ακριβώς! Φαντάσου την στήν λεκάνη πάνω, επώδυνα νά κουνά μαντήλι σέ τέως κυμομακαρονάδες, κρουασάν φολί,γιαούρτια λάιτ κι έναν άραβον ψητόν. Φαντάσου την, μεθυσμενοζαλισμένη σέ μιά μπουάτ νά προσπαθή νά χορέψη καί η όλη η κίνησίς της νά προκαλή γέλωτα μέχρι καί στά συστήματα εξαερισμού... Προσπάθησε νά σχεδιασης κάποια μουτσούνα της (παιδική κι εφηβική) στό σχολείον όταν δάσκαλος τις (εκ Καρπενησίου ορμώμενος) τήν έπιασε αδιάβαστη. Τήν έκφρασή της όταν κάποιος τήν παροτρύνη νά επιστρέψη σπίτι της (εν κουζίνι) γιά κάνα πιάτο, ένεκα καταστρατηγήσεως κάποιου στόπ. Ασθενούσα από αληθή πονοκέφαλο, κάποια ίωση βαρεία, καί νά έχη διπλώση στήν μπανιέρα ξερνοβολώντας (whats new pussycat?). Όλα αυτά βοηθούν παντελείως στον σκοπο μας. Σκέψου την επίσης κορίτσι του λυκείου ή στην σχολή, νά εχη γίνει μάστορας στα τυλιχτογεμιστα αυτοσχέδια ’γαρα χωρίς νά εχη, προηγουμένως, ούτε μιά φορά καπνίσει προβλεπόμενο ταμπάκο… Ε, νομίζω παππού, ότι μέ τέτοιες εικόνες/σκέψεις, ακόμη καί στην ηλικία σου, θα τό γυρισης! Στανταρ! Θα πεταχτης έσύ στην ΕΒΓΑ γιά γάλα;

- Άντε ρε συμμάζεψε την σωβρακοφανελλα σου, κρύψε τίς τζιβανες, καί τα καναβουρονάυλον, πού θα πουλησης καί πνεύμα! Κρυφοστρεητ!

xxxx-yyyy=ωω

Έβλεπα την κηδεία τού Γεωργίου Μπέστ (γιά τον οποίον δέν λυπήθηκα καθόλου όπως καί γιά κάθε πάθημα ενσυνειδήτου ναρκομανούς, αλκοολικού). Καί στο ματς Αστον Βίλα, Μαντσεστερ (νομίζω) τό ματριξ τού σταδίου έδειχνε μιά φωτο του, πορτραίτο του.

George Best

1946 – 2005

Μου φάνηκε όχι ωραίο αλλά ελκυστικό. Τό μικρό υπόλοιπο κατόπιν της αφαιρέσεως. (Tό έβλεπα κι αυτό σέ μπλουζάκια πρό δεκαετίας περίπου, μέ όνομα Κυριάκος Κομπέην 1967-1994)

Ποσό θα ήθελα κι εγώ νά είχα δυο αριθμούς κάτω άπό τό όνομα μου, μέ μικρή, σχετικά, διαφορά μεταξύ των.

Όχι ψωνισμένα, ως βραβευθείς πυρηνικός φυσικός, οπερέτος τραγουδιαρης, διάσημος συγγραφεύς, γνωστός ηθοποιός, πρωτοποριακός ιατρός, θλιβερός κατά τ’αλλα πεισιθάνατος τραγουδοποιός.

Αλλά μέ βραχεία διαφορά.

Κι όταν, τό μικρό δάκτυλο έχει καί νυχάκι...


Σέ ένα βλόγ κάθησα όλίγον περισσότερον τού συνήθους.

Μού έκανε μεγάλη εντύπωση όχι απλώς η ειλικρίνεια πού έβγαζε, αλλά η παρρησία της, σε θέματα τά οποία δέν εμφανίζονται και πολύ συχνάκις «εδώ».

Σέχ δηλαδής.

Σέ ένα περιβάλλον όπου όλοι τό παίζουν (-με) υπεράνω καί ποτέ (μά ποτέ, μά ποτέ, μά ποτέ!) τά κύτταρά μας τά εγκεφαλικά δέν πάνε σέ φαλ(λ)ικά σύμβολα καί τήν γενεσιουργό αιτία πού διαστέλλει τήν φλέβα τού πέους δυόμιση εκατοστά τού δευτερολέπτου πρό εκσπερματώσεως, θεωρώ πολύ μαγκιώρικη τήν παρουσία τής εν λόγω, γουστάρω πολύ νά διαβάζω/βλέπω «πρόσωπα» κι όχι «πρόσωπα ελαττούμενα ενός μικρού δακτύλου».

Δυό μπαταρίες παρακαλώ... Τρία άλφα, ναί.

Τελικά είναι επιτακτική η ανάγκη επινοήσεως ενός αυτομάτου οδηγού καί στα συμβατικά αυτοκίνητα (στά περισσότερο κατιμάδες τών χαϊλίδικων) τά οποία – συμβατικά - είναι θεοδιώχτες.

Όχι, δέν γίνεται αναφορά στό Μεγαλοδύναμο. Αναφέρομαι στό ουσιαστικό «θέα».

Άς βάλω καί τίποτις επιρρήματα μπάς καί εντρυφήσουμε.

Ηταν ανθυποπαραμονή τής Κυριακής­ – τής χθεσινής Κυριακής. Η Πέμπτη ήταν δηλαδής, οκτώ τού μηνού. Ώρα περίπου, 380 λεπτά πρίν νά έλθη η υποπαραμονή, ήγουν ώρα 17:40.

Γύριζα σπίτι, διακριτική συνοδεία μίας γάμησέ τα θέας στόν Σαρωνικό. Τά χρώματα όπισθεν τών βουνών τής Σαλαμίνος. Φοβερό θέαμα.

Τυχαία προέκυψε νά τό δώ. Είχα σταματήσει στό περίπτερο λίγο μετά τήν τράπεζα Κρήτης, νά πάρω κάτι μπαταρίες γιά τό εργαλείο τής κυράς μου.

Μόλις γύρισα, καβατζώσας τά ρέστα καί σηκώσας βλέμμα πρός τό σίμκα, έφαγα τήν φλασιά. Κάτι τριανταφυλλί χρώματα, πορφυρά ξέρω’γω, κάτι τέτοιο, πρός λιλά επιφάνειες, μέ προσήνεια εκτάσεις μεγάλες, όσο αντέχει μιά αγκαλιά ν’ανοίξη νά υποδεχθή οικείο πρόσωπο.

Σάν τεράστιες περισπωμένες, καμπύλες συμμετρικές, τραβηκτικές καί γόησες σέ καθήλωναν στό λεπτό, ωτασπίδες πρώτης, δέν άφηναν κανέναν θόρυβο νά εκλυθή, τό μόνο που ακουγόταν ήταν η αμήχανη κίνηση τής στήν τσέπη μου παλάμης ήτις ανέδευε τά κέρματα...

Οι λόφοι τής Σαλαμίνος δίκην κρυφού φωτισμού, εμπόδιζαν κατ’αρχήν, φιλτράριζαν έν συνεχεία κι έστελναν κατά τό δοκούν, τό θνήσκον φώς στόν ουρανό σέ συνδυασμούς όμως πού δέν βλέπονται συχνάκις. Μπολιασμένο από τήν επερχόμενη νύκτα, οι ορίζοντες στό βάθος είχαν κάτι υποβλητικό καί δωρικό ύφος.

Ω! Τί ρομαντική ατμόσφαιρα καί σκηνή!

Είναι νομίζω, ό,τι πιό καλλίτερο, μιά κοντυνή λύσις γιά ρομαντζάδες.

Νά κάθησαι εκεί γύρω καί νά μήν νοιάζεσαι γιά τίποτε...

Νά χαλάς (τό ρήμα τούτο εντελώς αδόκιμα χρησιμοποιείται) ώρες πολλές, χαζεύοντας.

Κι άν τό άστρο σου τό βλέπεις φωτεινό εκεί ψηλά, σέ όλη αυτή τήν ατμόσφαιρα, τί πιό ωραίο, σαγήνης εγκώμιον νά έλθη, νά προσγειωθή ένα ζεύγος στητού, κατάλευκου καί σφριγηλού στήθους στήν παλάμη σου, καθώς επίσης, στήν ετέρα παλάμη, ένας τορνευτός, ελκυστικά ψωμωμένος, περήφανος καί τρισδιάστατος πωπός... Καί όλα αυτά, ανήκοντα σέ πρόσωπο κόρης τής οποίας τό ναί τής παραδόσεως, τής παραχωρήσεως, τής συναινέσεως, θά είναι μέ ανεξάλειπτον στίγμα πάνω του.

Η πίνα η κωλάδα θά συμπαρασύρη σέ μέρη θά σέ πάρω νά φύγουμε ή σκέτα θά σέ πάρω.

Νυστέρι πού μάς δάγκωσε τό δέρμα.

Έν μέσω τής ab irato διαθέσεως, σέ μιά σχισμή, ένας μίσχος πετάγεται καί γαλουχεί ένα άνθος.

Γαμώτο, νομίζω ότι θά μού λείψη τρομερά η which siδe are you on. Μέ αυτό τό παιδί (τό οποίο γνώρισα στήν κοιλιά τής μάνας του, ελάχιστα πρίν νά γεννηθή) είχα τήν αίσθηση (καθόλου αναληθή) ότι η σχέση μας (άπό τόσο νωρίς) ήταν δυνατή, πολύ αγαπησιάρικη, ιδιαίτερη, περίεργη, ξεχωριστή, ιδιάζουσα μέ μιά κάποια παραδοξότητα. Διάφορα περιστατικά πού κατά καιρούς μού μετέφερε η goena., κάποια πού εγώ έβλεπα, αλλά κυρίως εκείνα πού ένοιωθα, μέ έκαναν νά τό πιστεύω σάν παιδί μου. Ήταν κάτι πολύ δυνατό, όπως εμφανώς πιστοποιείται σε κάποιες εκφράσεις σε μερικές φωτογραφίες της (μας).

(Θυμάμαι ένα μεσημεράκι όταν πήραμε νά κατηφορίζουμε ένα έρημο καλντερίμι. Είδαμε κάτι ορφανά καί χέρσα τραπεζοκαθίσματα, συμφώνησε καί καθήσαμε εκεί. Αρχίσαμε εντελώς σοβαρά νά μιλάμε· ήταν στιγμή όπου είχαμε πολλά νά πούμε. Τό ύφος τής κουβέντας δέν είχε καθόλου επιτήδευση καί συγκατάβαση μεγάλου πρός μικρό, ήταν διάλογος μέ αρχή καί τέλος. Κάποιοι λίγοι περαστικοί άφησαν – εκτός από φευγαλέο – καί βλέμμα μ’ανασηκωμένο φρύδι, μεταδιδόταν εύκολα, εκείνη η παράδοξη συνεύρεση. Δέν μπόρεσα νά συγκρατήσω ένα γέλιο καί στό καπάκι φωναχτό φιλί όταν τράβηξε τά μανίκια της πειθομένη στήν παρατήρησή μου γιά σκονισμένο τραπέζι. Μύρια τέτοια παραδείγματα, ναί)

Δέν σέ πιστεύω! Πιστεύω! Στεύω! Εύω!

Πάει αρκετός καιρός από τότε πού κάποια εκ τών υστέρων δάκρυα (μάλλον κροκοδίλεια) είχαν αποτρέψει μιά βαρκάδα πρός τόν νότο.

Σάν ένα τάμα θρησκευτικό πού η τωρινή ευρωστία τό είχε παραμελήσει καί είχε αφεθεί σέ γωνία συρταριών εκτός βεληνεκούς ματιών.

Η ψυχραιμία όμως πού αναδύεται από στεγνά μάγουλα κι εξατμισμένα δάκρυα πάντα γίνεται οδηγός.

Μέ ή χωρίς κουπιά, μηχανή, λαγουδέρα καί έναν καπετάνιο στήν (ανύπαρκτη) γέφυρα.

Παρασκευή, Δεκέμβριος 09, 2005

Βαριέμαι νά πληκτρολογώ.

Πέμπτη, Δεκέμβριος 08, 2005

Πωπώ πόζα!

Ίσως ο αναγνώστης νά ενθυμήται ένα ποστάκι εν τώ οποίω έβγαζα ένα παμμέγιστο παράπονο σχετικώς μέ τήν κατάστασιν τού εγγονού μου. Τέλος πάντων, μήν τό αναμοχλεύω· μέ πονά πολύ καί κάθε πλουταρχική σονάτα δυσκολεύει τήν ίασιν...

Σήμερα μού έστειλε μιά φωτογραφία του. Θέλει, λέει, νά τήν επεξεργαστώ καί νά τυπωθούν κάποιες εορταστικές κάρτες... Φωτογραφία από τά πρωινά του στήν δουλειά... Όπως τότε, πού περιέγραφα τήν παρουσία δημοσίων υπαλλήλων σέ εργοτάξια, εκεί πού κυττάν οι 6 τους 9, οι 9 τους 5 καί οι 5 τον έναν. Α! Υπαρχει άλλος ενας ενας, ο εγγονας μου!

Ένοιωσα περηφάνεια, μεγάλο καμάρι κι έπαρση πού είδα τόν έγγονα μαζύ μέ τόσους προκομένους προλεταρίους, παλικάρια πού αγαπούν άδολα τήν αγνή κοπέλα τους, είναι πτωχοί πλήν τίμιοι καί τό μόνο αλλαντικό πού ξέρουν είναι η μορταδέλλα...

Τετάρτη, Δεκέμβριος 07, 2005

Αφιερωμένο στόν ανεπίδεκτο μαθήσεως.


Βλέπεις τό +1 "είμαι έδώ".

Καί λίγο πρίν από το κλίκ, σέ πιάνει ένα μειδίαμα αλλά καί γέλως άμα λάχει, βάζεις στοίχημα αδένες, χέρια, πόδια...

Καί τελικά δέν χρειάζεται νά ακρωτηριασθής... Έπεσες μέσα!

Σιγά μήν χανόταν η ευκαιρία... Προσεχώς, καλλίτερα.

Είπαμε! Τό χούι φεύγει τελευταίο.

ΥΓ: Συγγνώμη ρε γιά τά ακαταλαβίστικα αλλά θά φάω ξύλο αλλιώς!

Πιτσουνάκι μου, εσύ...


Η κατω απ'τ'αυλάκι εκφορά τού σίγμα καί πολλών άλλων συμφώνων υπό τής καθαριστρίας, μού θύμισε έναν φίλο.

Δέν ξέρω γιά ποιόν λόγο μού έβγαινε ένας αρνητισμός απέναντί του - μού τήν έσπαγε πολύ κάποια (σπάνια όμως) ξυνίλα του... Είχε μιά τάση ψηλομύτικη, σέ κάποιες στιγμές μού έκαναν εντύπωση κάποιες αντιδράσεις του. Ακόμη κι απέναντί σέ μένα.

Γι’αυτό καί βρήκα ευκαιρία νά ειρωνευτώ, ένα μεσημέρι στό γραφείο, όταν τόν άκουσα νά λέη σέ έναν πελάτη...

- Τσσς! Ναι ρέ μεγάλε! Μέσα είσαι! Πολύ ωραίο! Τί νά λέμε...! Μαγκιά!

Τόν ρώτησα τί συνέβαινε, ήθελα νά μάθω.

Μήν τά πολυλογώ... Τού άρεσε ένα άσμα πολύ καί επειδή δέν μπορούσε (βαριόταν) στό κασετόφωνο τού πενταριού ρενώ νά τό γυρίζη πίσω ώστε νά τό ξανακούση, έγραψε μια 60άρα κασέττα μέ μόνο τό «μοναξιά μου όλα» νομίζω.

Φορές πολλές.

Πόσες φορές χωράει σέ μια ώρας κασέττα;

Τό άκουσα καί αβίαστα άφησα ένα τσιριχτό γελάκι...

- Τί μαλάκας πού είσαι ρέ Νίκο! Τί ψώνιο... Τί κονιόρδος!
... τού είπα...

κι εκείνος μέ ύφος ου γαρ οιδε τι ποιεί, μέ κύτταζε, χωρίς να απαντά...

Τό ύφος εκείνο θυμήθηκα σήμερα. Καί τό ύφος, αλλά καί εκείνη τήν ανάγκη του.

Ευτυχώς όμως πού πλέον σιντιά παίζουν στά τουτού, άσε πού υπάρχει καί ένα μαγικό κομβίον μέ τίτλο ρηπήτ.

Κλικ στό ρηπήτ καί ένα Πρώτο Περιστέρι, μάλλον βαρέθηκε νά περνά πέλαγα, δάση καί βουνά. Δέν είναι καί αποδημητικόν....

.
ΥΓ: Αχ, αυτοί οι ισαπέχοντες! Κιςς μάυ άσς ντήαρ!

Τράβα ρέ μάγκα καί αλάνι, τράβα γιά τό ...


Ο Απόστολος μόλις μέ είδε νά μπαίνω στην Βασιλίσσης Σοφίας άπό τήν Σωτήρος Διός, πέταξε τήν τυρόπιττα κάτω, κατάπιε καί μου φώναξε:

- Λεοπόλδε! Ω, είναι περίεργα σκλαβωτικό! Καθηλωτικό μέχρι λιγοθυμιάς… Σίγουρα ορόσημο θα σταθη σέ όλους τους κύκλους, σέ όλους τους κριτικούς.

Μέ τίς παλάμες αμυδρά ανοικτές καί νά κυτταν πρός τα κάτω, του έδειξα νά σωπαση. Τόν πλησίασα· τα σώματα, τα πρόσωπα μας ήρθαν πολύ κοντά, δέν μπορούσαμε περισσότερες διαχυτικότητες, είχε πολύν κόσμο γύρω, δέν μας ήταν πολύ αρκετό τό γεια.

Πιάσαμε νά κατηφορίζουμε την Βασ. Σοφίας, φθάνοντας στην πλ. Κανάρη. Σέ ένα παγκάκι καθίσαμε.

- Γιά πες τώρα… Τί σέ ενθουσίασε τόσο; Περισσότερο κι απ’οσο εγω συνήθως…

Πλημμύρισε τό πρόσωπο του ένα ειλικρινές χαμόγελο τό οποίο γρήγορα μετουσιώθηκε σέ λέξεις.

- Είναι υπέροχο! Τό διάβασα όλο χθες τό βράδυ – ουδέν κακόν αμιγές καλού τελικά, αφού δέν ήλθες… Δέν μπορώ νά περιγράψω τί ένοιωθα. Συνεχείς πνευματικοί οργασμοί, έκλαιγα πολύ στα μονά κεφαλαία, ξεκαρδιζόμουν στα ζυγά. Τό τέλος του σέ μαγνητίζει, σέ ακινητοποιεί. Στεκόμουν γιά ώρα, δέν κατάλαβα πόση κι αναλογιζομην την πλοκή, κάποιους διαλόγους, φανταζομην μέρη, τοποθεσίες, σκαρφιζομην εναλλακτική κατάληξη σέ καποια σημεία. Παρ’το! μου είπε επιτακτικά. Παρ’το και πήγαινε σπίτι τώρα νά τό διαβασης. Θα τα πούμε αύριο εμείς.

Κύτταξε γύρω, διεπίστωσε ερημιά καί μέ φιλησε. Τό βημα του σταθερο· δέν γυρισε ουτε μιά φορα νά μέ δη, κατι που κανει παντοτε.

Προτίμησα νά μήν τό ξεφυλλίσω, φθάνοντας σπίτι τό μόνο που είχα κάνει ήταν νά κολλήσω τό βλέμμα στο κυβισμού σχέδιο του εξωφύλλου. Ο καναπές μέ υπεδέχθη μέ διαπιστώσεις γιά θερμό κατά τ’άλλα Δεκέμβριο, του έκλεισα τό μάτι χωρίς περαιτέρω απαντήσεις.

Οι πρώτες 19 σελίδες είχαν ακόμη την υγράδα που ενίοτε μερικές παλάμες φέρουν κατά την χειραψία του χαίρω πολύ· δέν καταδικάζεις κάποιον γι’αυτό. Οι επόμενες 43 θύμιζαν φαντασμένο καλεσμένο προκαλούντα εκνευρισμόν καί δυσαρέσκεια στην ομήγυρη. Στις 39 της συνέχειας, συναντάς κρύο, έκ ντελίβερυ φαγητό. Ποτά αλκοολούχα μάρκας no name άπό lidl στα 52 υστεραίες σελίδες καί χαρτοπαίγνιο μέ σημαδεμένη τράπουλα οι εναπομείνασες 174.

Δέν σηκώθηκα αμέσως. Κύτταξα ένα σημείο στον τοίχο που θα ήταν μούρλια εάν σχηματιζόταν μιά μικρή ρωγμή σέ ενδεχόμενο σεισμό. Τεντώθηκα, έψαξα κάποιες παντόφλες καί εγέρθηκα. Τό βιβλίο χρειάστηκε 174 δευτερόλεπτα γιά νά – στο τζάκι - καή, προσφεροντας ενεργεια γιά ψήσιμο 1,5 κάστανου.

Ή όση χρειάζεται νά (αυτο)φωτισθή η οθόνη ενός κινητού κατά τήν πληκτρολόγηση ενός σμς:

«Τόλη.. Στό είχα ξαναπει, δέν μέ ακουγες. Έάν εχης παλι διαισθηση γιά καποιο βιβλιο, νά μου τό δινης απ’ευθειας. Πως αλλιως πρεπει νά σου πω ότι άλλη φαια ουσια εχει ένα βιβλιο παρθενο, όταν δέν εχει διαβασθή κι άλλη όταν ήδη έχει “δωθεί” στόν πρώτον αναγνώστη»





update:

Δέν θα ευχαριστησω πολύ τον Introspection μονο γιά τα καλα του λογια αλλα επειδη μεσω αυτου, ειδα κατι λαθακια σέ αυτό που παρεθεσε:, στην δευτερη Lidl… (Τό διορθωσα βεβαιως - ισως πρεπει νά ριχνω μιά ματια πριν άπό τό ποστ)

Οι πρώτες 19 σελίδες είχαν ακόμη την γράδα που ενίοτε μερικές παλάμες φέρουν κατά την χειραψία του χαίρω πολύ· δέν καταδικάζεις κάποιον γι’αυτό. Οι επόμενες 43 θύμιζαν φαντασμένο καλεσμένο προκαλούντα εκνευρισμόν καί δυσαρέσκεια στην ομήγυρη. Στις 39 της συνέχειας, συναντάς κρύο, εκ ντελιβερυ φαγητό. Ποτά αλκοολούχα μάρκας no name άπό lid στα 52 υστεραίες σελίδες καί χαρτοπαίγνιο μέ σημαδεμένη τράπουλα οι εναπομείνασες 174.

Στην μεν πρωτη λεξη ηθελα νά γραψω υγραδα, στην δευτερη Lidl… (Τό διορθωσα βεβαιως - ισως πρεπει νά ριχνω μιά ματια πριν άπό τό ποστ)

Τρίτη, Δεκέμβριος 06, 2005

17 χιλιόμετρα συμπτώσεων.


Τά πρωινά μου είναι ρυθμισμένα μέ κάποια ελβετική ακρίβεια. Όχι όμως μεσευρωπαϊκής χώρας αλλά τής συνοικίας στού Βύρωνα. Τέλος πάντων, δέν λέω ότι μέ ακρίβεια εγγλέζικης ******** (ούπς! Censored τοίς κείνων ρήμασι πειθόμενος) θά μέ δή κάποιος νά βγαίνω από τό σπίτι ακριβώς τήν ίδια ώρα κάθε πενθήμερο απαντων τών μηνών. Αλλά, τέλος πάντων τό 09-17 σέ βάζει σέ ένα καλούπι...

Kάθε πρωί λοιπόν, η ίδια διαδρομή. (Λ.Αθηνών, Λ.Κηφισού, Παραλιακή, Λ.Αλίμου.)

Σήμερα η 270 μοιρών αναστροφή σέ μιά από τίς γέφυρες τού Νέου Φαλήρου, οι μέ τίς μπάντες (σίκ) πορεία, μού άλλαξε λίγο τήν σκέψη. Σημαντικόν ρόλο στό ανακουρκούδιασμα τού μυαλού, έπαιξε η σχεδόν χεράκι χεράκι πορεία μου μέ ένα μικρό κίτρινο λεωφορειάκι. Στούς δρόμους βλέπουμε λίαν συχνάκις κίτρινα λεωφορειάκια. Μεταφέροντα παιδιά. Σχεδόν κάθε πρωί, τυχαίνει νά ομοδρομιάσω μέ ένα. Βλέπω πάντα, είναι πολύ ευδιάκριτα τά γράμματα, η «ταυτότητα» του στά πλάγια. Λεωφορείο άπό τήν εταιρεία προστασίας σπαστικών.

Ήταν πρίν από το καλοκαίρι τού 2004. Ειχαμε σταματήσει σέ ένα φανάρι δίπλα δίπλα, γιά νά μπούμε στήν Αλίμου. Φανάρι πού ξέχναγε νά ανάψη πράσινο. Κάθησα, κόλλησα τό βλέμμα μου εκεί, στίς αντιδράσεις τών παιδιών. Δέν ήταν η πρώτη φορά πού έβλεπα μέ ειδικές ανάγκες παιδιά, όμως μού είχε κάνει μεγίστη εντύπωση, μέ είχε αγγίξει πολύ κυρίως όμως μέ είχε μελαγχολήσει, μέ είχε φοβίσει καί πανικοβάλει. Σε αυτά τά μαύρα συναισθήματα, μιά ελάχιστη ίνα φωτός γιά τήν δεδομένη (;) υγίεια μου, αλλά καί τού κύκλου μου. Παρέμενε όμως μιά ασφυξία, ένας βρόγχος άγχους, ανασφάλεια γιά τό μέλλον, συνδυαζομένη μέ μιά σκέψη γιά τούς συγγενείς τών παιδιών αυτών.

Αντελήφθην σήμερα ότι συμβαίνει σχεδόν κάθε μέρα νά βλέπω αυτό τό λεωφορειάκι. Προσπαθώ κι αποφεύγω νά κυττώ εκεί, στίς ακαθόριστες κινήσεις κεφαλιών, στά μισάνοιχτα στόματα, στίς σκληρές εκφράσεις τών προσώπων.

Μπορεί νά μήν περνάη κάποιος καί τά καλλίτερά του, βλέποντας όμως, κάτι τέτοιο, κάνει τόν σταυρό του καί ευχαριστεί τόν Θεό γιά τήν υγίεια του. Τόν σταυρό μου έκανα καί συνέχισα τήν πορεία μου. Θά τά δώ πάλι αύριο υποθέτω.

Τρίγωνα, κάλανταααααααααα!

Παρακαλούνται οι webmasters τών :

www.jokes.gr


www.anekdota.gr


www.funny.gr


http://jokes.pathfinder.gr/


Όπως δηλώσουν μετά πάσης λεπτομερείας τάς διευθύνσεις των, ώστε...

Όσο γιά τά κουνάβια (αγγλόφωνα καί ινκόγνιτο), στά «κάτω κάτω διαμερίσματα», άς πάρουν επ'ώμου τήν (από μαγαζί στήν Ομόνοια μέ σύνεργα, κασέτες, χάπια, κούκλες, «κατσαρολικά», εσώρουχα) πλαστική κούκλα μέ τό χαρακτηριστικά ανοικτό στόμα κι άς τήν πάνε καμιά βόλτα... Στό Τροκαντερό άς πούμε, κάποιο απόγευμα. Η θέα τού δύοντος ήλιου πίσω από τά βουνά τής Σαλαμίνος είναι αβέρτα ειδυλλιακή. Όσο ειδυλλιακά είναι νά ακούς τόν Τάσοσ, στήν Γκόλφω νά λέη σοφές κουβέντες - σέ μερικές γίναμε κι εμείς κοινωνοί, στήν προσπάθειά του νά γίνει Μπέρναρντ Σώ. (Από Σεφερλής , Σώ…)

Δευτέρα, Δεκέμβριος 05, 2005

A long time ago in a galaxy far, far away...

Τό απογευμα της 5ης Δεκεμβριου του σωτηριου ετους 2005, παρουσιαστηκε γιά πρωτη φορα ανεκδοτο τό οποιο προσεβαλλε τους ομοφυλοφιλους.

Τό περιστατικο εθιξε πολυν κοσμο, όχι κατ’αναγκην ομοφυλοφιλους, αλλα καί στρειτ.

Κινητοποιηθηκε η τοτε νεοσυσταθεισα επιτροπη επιτηρησης πολιτικης ορθοτητας, τονιζοντας ότι τό χιουμορ πρεπει νά σχετιζεται μονον μέ τους γλιζι.

Οι γλιζι ησαν καποια εξελιγμενη μορφη αμοιβαδος η οποια μέ περιοδο 8 yocto δευτερολεπτου (δηλαδης 8 επι 10 εις την μειον εικοστη τεταρτη) ακουσια εξεπνεε μιά ουσια.

Στο περιβαλλον της γλιζιλανδ (σέ γαλαξια μακρυνο του τουτουνου, κατά 7 εκατομμυρια zeta ετων φωτος – δηλαδης επτα επι 10 εις εικοστην πρωτην) υφιστατο μονον τροποσφαιρα της οποιας η πυκνοτης μπορουσε νά διατηρη την γλιζιον ουσια κατά 4,5 peta γλιζιου ωρας (δηλαδης 4,5 επι δεκα εις δεκατην πεμπτην) αυξανομενης κατά γεωμετρικην ε, μέ συγχωρειτε, γλιζιμετρικην προοδον.

Τα αποτελεσμετα ησαν καπως… δαιδαλωδη.

Η ουσια αυτή δημιουργουσε καποια ραθυμια στα λοιπα γειτνιαζοντα συστηματα τα οποια ξεκινουσαν νά φωνασκουν λεγοντα: «Γειτονιααααα, ο δρομος σου στενοοοοος, παγωνιαααα καί γκριζος ουρανος.» Ακριβως, εκεινη την στιγμη, αμα τη εκφορα στα γλιζια, της λεξεως «ουρανος», όλα επαυαν, διοτι τροποσφαιρουχοι μονον οντες δέν γνωριζαν τί σημαινε ο «ουρανος». Όλα μα όλα επαυαν, λοιπον. Ακομη καί η παυσις. Παυομενη όμως η παυσις, αρχιζε μιά ακαθοριστη κινησις, κινησις μεταλασσομενη σέ αεναη καί ουτω καθεξης, προκαλουσα μιά συγχυση στο συμπαν η οποια παρατηρειται ομοια καί στο «Εχω πονοκεφαλο» προ επιθυμιας διεισδυσεως, ανθρωπου (θηλυ) - συζυγου κατοικου του πλανητου Γη.

Άπό τοτε λοιπον, εχει καταγραφει στα συμπαντικα καταστιχα τό «γλιζιο παραδοξο». Αυτό προσεφερε τίς βασεις στο παραδοξον του Ζηνωνος καί σέ αλλα παραδοξα ενώ ηταν/είναι η λυση του νά σβησης τα windows μεσω καποιας εντολης άπό περιβαλλον win καί όχι dos. Σάν νά λεμε νά αρχιση η δεξια μου χειρ νά μέ ακρωτηριαζη καί νά μήν σταματηση, νά ευρη τροπο (χωρις κοπο) νά κοψη, εν τελει, κι αυτην την χειρα.

Ετσι λοιπον, η επιτροπη επιτηρησεως πολιτικης ορθοτητος, παραρτημα Γραικιας, συνεστησε (λεμε τωρα) μονον εκεινο τό γεγονος νά είναι αντικειμενο χιουμορ.

Ανεκδοτα μέ μαυρους, ποντιους, τασους, βλαχους, ξανθιες (αχ, αυτές οι ξανθιες!) δέν πρεπει νά συνεχισουν νά μεταδιδονται· χαλανε τό classy γουστο καποιων υπερανω, οι οποιοι ως αλλοι Νταλαρες, σέ λιγο θα αρχισουν νά ριχνουν προστιμα. Ειπαμε! Χιουμορ μονο γιά τους γλιζι! Εξαλλου γιατι νά χαλασουμε τίς συνηθειες μας; Ουδεποτε κυκλοφορησε αστειο για ποντιους, κανεις δέν εχει γελασει μωρε, μέ κατι τετοια! Κι έάν θελη ας μέ αμφισβητησει καποιος! Τό μονο που κυκλοφοραει είναι ενας κλουζω, ενας ασκητης, ενας βαιτσης αποστολατος, ο οποιος μυρισε νυχια, μασησε δαφνες καί εντρυφησε, εμαθε, καταλαβε, υπεθεσε ότι μυστικα, ενδομυχα καί βεβαιως μουλωχτα, βαζω πετσι στον κωλο μου! Χαχαχαχα!

Τιπ της βραδιας: Ας πανε καί σέ καναν Πανουση , ολοι αυτοι οι θιγομενοι. Οι γραμματεις καί φαρισαιοι, οι μολις ξεκινησαντες ανενδοτο γιά ένα ανεκδοτο.

ΥΓ: Μολις ειδαμε ένα φοβερο δειγμα χιουμορ. Ο Βαγγελακας, αφαιρουμενος κατά μερικα γραμματακια, γινεται … Βλακας. Χιχιχι! Παρακαλειται ο Μαρκος Σεφερλης των βλογς νά σφιχτει λιγο περισσοτερο γιά περισσοτερο επιτυχη αποτελεσματα…

Μόνο φωτάκια τότε! ΟΚ! Μόνο φωτάκια!




Περι ορεξεως κολοκυθοπιττα μας λεει ο κυριος Νικολαος Περπεροζαλης καθως παρασκευαζει τό κουρκουτι καί μαλλον εχει δικιο.

Τό χιουμορ είναι χιουμορ μονο όταν δέν ερχεται κοντρα μέ τα γουστα μας. Αλλιως γινεται αιτια νά χανουμε αυτό τό χιουμορ καί νά παραφερομεθα. Φανταστειτε τον κοσμο σέ μιά επιθεωρηση νά σηκωνεται καί νά κραζει τους μπεργκμανικους συντελεστες μιας του δελφιναριου, όταν τα θιγομενα είναι κακογουστα γιά μιά χι γεωργουσοπουλικη μεριδα.

Δέν μου βγαινει ειρωνεια manifestogr.

Δεντρο θα στολισω οσονουπω γι’αυτό έάν μπορης νά βρης καποια φορμουλα ώστε νά δανειστω τα μπαλακια σου, πολύ ευχαριστως.

Μονο σέ παρακαλω, νά μέ ειδοποιησης άπό την προηγουμενη ώστε νά προλαβω νά βαλω στο νερο, γιγαντες, οι οποιοι θα συνδραμουν πολύ (παρα πολύ θα ελεγα) ώστε νά σου κλασω τα υμετερα.

Αναμενων μπαλακια πανταχοθεν,

Καλες γιορτες σου ευχομαι.

Ναντια Βαγγελης Κομανετσι

:-)))))))

ΥΓ: Δέν εχω γραψει πουθενα ότι ειμαι μορτης. Αντιθετως, τό ανυπαρκτου χιουμορ ανεκδοτακι μου βρηκε μερος στο βλογ διοτι εξ ιδιων κρινω τα χριστουγεννα.

ΥΓ2: Ευχαριστω ολον τον κοσμο γιά τίς προτασεις του! Πολυ χρησιμες! Χαχαχαχα!

Παλαιόν μέν, γαμάτον δέ.


Τί κοινό έχει μιά αδελφή καί ένα (xmas) δένδρο;

Αμφότεροι έχουσιν τά μπαλάκια διακοσμητικά.


Όλα αυτά τά xmas staff (δέον) νά καινοτομισθούν.

Κάθε ξεθωριασμένο, εμετικά βαρετόν xmas άσμα νά αποστρατευθή πάραυτα καί νά λανσαρισθή ώς οfficial soundtrack εορτών 2005 το

"which side are you on"

Κομματάρα βαρέων βαρών, σε κάνει να αναθεωρής μονομανίας γούστα μουσικά περί Μπάμπη Μπακάλη.

ΥΓ: Παρά ταύτα θεωρώ μεγάλη παρακμή νά στολίζωμε από τώρα... Αυτά τά «διακοσμητικά»...

Έξ άπαλών ονύχων...


- Τελείωνε μωρηηηηη! Βρέχομαι! ακούστηκε μιά φωνή καί στο καπάκι μιά σιγανή μουρμούρα – μονόλογος, συμπλήρωσε: τώρα βρήκε νά σοροπιάσει μέ τον ταρίφα, γιά όνομα!

Η κραζομενη πήρε τα ρέστα άπό τον αυτοκινητιστή, άνοιξε τό πορτοφόλι, έριξε κάτι φραγκοδιφραγκορεστα, καί ξαναέστειλε τό βλέμμα στο μουστακαλή, σαραντασαμθινγκ ταξιτζή:

- Καί που’σαι μπόϋ… Μήν χαθούμε… Τσάο…

Ανοιγόκλεισε τα μάτια, σκανδαλιάρικα καί προκλητικά, έκανε καί κάτι φούσκες μέ την τσίχλα καί κίνησε γρήγορα Πρός την πολυκατοικία, προσέχοντας τό παντελόνι νά μήν βραχεί.

- Καλά ντε! Πως κανείς έτσι; Τό φαγητό στην φωτιά έχεις; Ας περιμένει καί λίγο! Τί έγινε δηλαδή;
- Μωρή! Τί είν’αυτά που λες; Δέν σου έχω πει ότι πρέπει νά είσαι τυπική σάν νεοσύλλεκτος; Τί θέλεις δηλαδή; Νά στραβώσει;
- Μμμμ! Μούτρα γιά νά στραβώσουν! … Ποιο είναι τό κουδούνι; Πως τό είπαμε τό όνομα;
- Ορίστε! Ούτε τό όνομα του δέν θυμάται! Νεόφυτος Μωρή! Νεόφυτος Κουδούνας! Ο Κουδούνας μέ τ’ονομα! Όλη η Ιτέα, η Φωκίδα, η Ναυπακτία (ορεινή καί πεδινή) όλο τό γκλαμουρους Λιδόρικι (τί Μονακό καί μαλακίες!) ήξερε καί ξέρει τον Νεόφυτο τον Κουδούνα μέ τό όνομα! Κι έσύ τώρα τό παίζεις αλλού;

όλο καί καποια απάντηση θα προέκυπτε, όμως τό χαρακτηριστικό γρρρρρρ, ο ήχος της δια θυροτηλεφώνου ανοιγομένης εξώθυρας διέκοψε πάσα εχθροπραξία. Εισήλθαν στην είσοδο καί κάλεσαν τον ανελκυστήρα. Ο θάλαμος έφθασε στο ισογείων. Πριν μπουν μέσα, μιά επιτακτική παραγγελιά!

- Νά είσαι σεμνή! Τίποτε άλλο! Νά είσαι μετρημένη! Κι όλα θα πάνε καλά…

Η νεαρά άκουγε μέ φανερά ίχνη δυσαρέσκειας ανάμεσα σέ μάσημα τσίχλας καί περιοδική έξοδο της γλώσσας μαζί μέ φούσκες.

- Πωπώ, μας ζάλισες μέ τον Κουδούνα, είπε μέσα άπό τα έμπειρα καί κοσμογυρισμένα χείλη της.


Επατηθη τό κομβιον μέ τό 4 καί ανηλθον. Προχώρησαν στον διάδρομο, ο ήχος τακουνιών προϊδέαζε. Πριν νά χτυπήσουν τό κουδούνι καί πάλι μιά μάτια μόνον, χωρίς κάποιες άλλες παραινέσεις, πιστοποιούσε τό κρίσιμων του θέματος.

- Καλά, καλά! Θα είμαι συνετή! Τό υπόσχομαι!

Καί έστειλε στο κουδούνι του διαμερίσματος την παλάμη της μέ νύχι χρώματος κόκκινου, μιάν απόχρωσι που καί η Σύλβια Κρυστελ θα ντρεπόταν νά χρησιμοποιήση.

Η πόρτα άνοιξε μετά άπό καμπόση ώρα. Μπροστά η μητέρα της ηρωίδας, κάλυπτε την θεά πρός τον διαμερισματουχο. Είχε βεβαίως μιά καποια αγωνιά νά δή η φιλενάδα μας τον άνθρωπο που της είχε δώσει τό χριστιανικοτατο, νηστίσιμο, σώφρον καί ενίοτε μεγαλοπαρασκευιατικο όνομα της Ματθίλδης προ 360 μηνών περίπου.

Προχώρησαν αμφότερες στο σπίτι. Επιτέλους! Ο ήλιος ανήτειλλε! Είχε μπροστά της τον… νουνό της! Άφησε τό βλέμμα της λίγο περισσότερο του κανονικού στήν φυσιογνωμία του καί σιγά σιγά κατήλθε…

Η έκφρασης του προσώπου του έφερνε λίγο σέ Φραγκίσκο Κανέλλη. Στο θέμα μεγέθους στόματος καί τα τροφαντά χείλη. Η καράφλα θύμιζε Γιουλ Μπρινερ καί τα αυτιά, έναν ήρωα του Ντίσνεϋ. Τετράποδο όμως, τον Ντάμπο… Τό σώμα μιά καμπύλη περίεργη· είχε ξεφύγει άπό τό νά τήν αποκαλέσης καμπούρα. Έμοιαζε μέ ύψιλον καί μέ μιά οξεία πάνω… Η κοιλιά του έφερνε σέ έξ Αμφιλοχίας τσουράπω, εγκυμονούσα κυκλωπακι. Οι ενδυματολογικές απόψεις θύμιζαν τσοπάνη Ρούμελης, τα τσουράπια πάντως ήταν adidas. Ένα τριμμένο γιλέκο μέ λεκέ άπό κρόκο μελάτου αυγού, στο παντελόνι είχε καί τυροκαυτερη. Τό πουκάμισο λευκό· μέ αυτήν την υποκίτρινη χροιά που σχηματίζεται μετά την δισχιλιοστή εξακοσιοστή πεντηκοστή όγδοη φορά πλυσίματος. Στην τσέπη εκεί αριστερά, είχε μιά τσατσάρα (εν αποστρατεία εργαλείον μιας καί τό μαλλί περιοριζετο σέ τρεις, αγοραφοβικες, τρίχες οι οποίες έπιαναν τα, πλην νότου, σημεία του ορίζοντος) ένα προ τριετίας κληρωθέν λαϊκόν λαχείον, ταυτότητα μέ φωτογραφία η οποία θύμιζε τον Νικηταρά τον Τουρκοφάγο σέ ηλικία 7ης γυμνάσιου, καί κάτι ταμπλέτες μέ χάπια. Μερικά εξ αυτών είχαν μιά λέξη η οποία άρχιζε άπό βιά καί τελείωνε σέ γκρα, δέν ήτο ευδιάκριτη όμως. Τό ξούρισμα ήταν κόντρα! Αλλά είχε γίνει προ 8 ημερών, συνεπώς τα γένια άρχισαν νά φέρνουν σέ κολοκοτρωνεικους χαρακτήρες Δερβενακίων χωρίς Άκουα Βέλβα βεβαίως.

Η Ματθίλδη κατάλαβε τό των καλωσορισμάτων χαμόγελο της νά παγώνη στα υπό 70 συνταγματων πεζικου γευθεντα χείλη της. Τα οποία χείλη ελαβον μιά καμπυλη ώστε κι αυτή νά φιλήση τόν νουνο της!

- Καλως βρεθηκαμε νονο! Μμμμμμμμμμμμμουατς!

Ο νονος εστραφη πρός τό σαλονι, η Ματθίλδη κοντοσταθηκε. Μέ μιά απορια.

- Μωρε λες; Σκεφτηκε… Μπα… Ιδεα μου θα ηταν…

Γι’αυτό καί κυτταξε τό παντελονι της στο μερος των οπισθιων μηπως καί ειχε πειραχθει.

- Μπα… Ξανασκεφτηκε… Δέν μπορει… Τον κωλο μου επιασε ο πορνογερος ;

Ξανακυτταξε, ειδε ότι ειχε σχηματισθη μιά εντελως προσφατη τσαλακα, άπό χερι δημιουργηθεισα…

- Τον παλιοπουστα! Χουφτωσε η κουφαλα…

Τό προσπερασε όμως η Ματθίλδη… Προσπερασε καί την πορτα του σαλονιου καί εισηλθε.

Ο νουνος καί η μητηρ της, ειχαν ηδη καθησει… Η ματια της εκανε ένα ημικυκλιο, ηλεγξε τον χωρο, την διαρρυθμιση, τα επιπλα…

- Μικροεπαρχιωτισμος σφιγγομενος μπας καί μεταλλαχθει σέ μικροαστισμο… Κλας μαι αςς λεω εγω! είπε στον εαυτο της μέ ξυνο υφος…
- Εμενα νά μέ συγχωρειτε… Εχει προκυψει μιά ανευ δυνατοτητος αναβολης εργασια εδώ στα περιξ… Ελπιζω νά τα πουμε συντομως.

Η μητηρ της διεκοψε τίς στυλιστικες κρισεις της Ματθίλδης ανακοινωνοντας της ότι η επομενη ωρα θα ειχε εκεινην πρωταγωνιστρια. Καθησε σέ μιά πολυθρονα μέ παραστασεις ζωων καί περιμενε τον νονο της νά κατευοδωση την μητερα της.

Η πορτα εκλεισε. Ησυχια. Γιά λιγο όμως. Σουρσιμο ποδιων , καλυτερα τσαρουχιων. Καί αμα τη εμφανισει του στην πορτα, ο νονος ισιωσε τό παντελονι του… Η Ματθίλδη σφιχτηκε επικινδυνως καί χαμογελασε.

Περασε καμποση ωρα μέ πολλα ανεβοκατεβασματα ποτηριου στα οσα δέν ξερει η Δομη, χείλη της. Τό τρικαλινο τσιπουρο ειχε παρει λιγο αλλα οσο καί νά ηταν, ετσουζε. Ο νονος όμως, σοφα καί υπολογιστικα ποιών, επινε μονο μπλε πορτοκαλαδα. Τό αλκοολ τον πειραζε στην πιεση προφασιστηκε αλλα δέν τον πιστεψαν ουτε τα 34 γεματα μπουκαλια ρετσινα που ειχε σέ κατι ραφια στο συνθετο. Νηφαλια μετραγε κάθε κουβεντα του, ζυγιζε κάθε βλεμμα τό οποιο εριχνε καθετή και παραγαδι στο κολλητο μπλουζακι της Ματθίλδης. Κι όταν αυτή καπως αβολα μέ αυτά τίς αγαρμπες ματιες, κουνιοταν στο καθισμα της, εστελνε, ο νονος, βλεμματα σ’αυτό τό σκιαγραφον κάθε σωματικη λεπτομερεια παντελονι.

- Όχι όχι! Μα τί λετε νονε!; Ειμαι ελευθερη! Κορη! Ακομη καί στις μερες μας, ξερω ακριβως, μέ πασα λεπτομερεια, μέ στερεες γνωσεις τό περιεχομενο αυτης της μικρας αλλα πληρους νοηματων (καί τί νοηματων ε;) λεξεως! Ερρυθριω αβερτα, αγαπητε νουνε, όταν χαμερπεις ανθρωποι (μέ τον τονο στο ωμεγα) αναλωνονται σέ κουβεντες που σχετιζονται μέ ταπεινα σαρκικα κινητρα καί προθεσεις. Καί όταν αφηνουν τίς κουβεντες καί επιχειρουν νά πραγματωσουν ο,τί προηγουμενως εχει ειπωθει, τοτε… Πώς να τό πω…; Τοτε μου προκαλειται μιά απεχθεια πρός τον φεροντα τετοια συμπεριφορα. Δέν πρεπει νά λησμονειτε ότι…

Η Ματθίλδη εκοψε αποτομως την κουβεντα της. Μπροστα της ο νουνος σαφως επηρεασμενος άπό την κυανη περτικαλαδα, ειχε αφησει κάθε προσχημα καί την εγδυνε μέ τα λαγνα ματια του σέ ταχυτητες γρηγορες, βιαιες καί ερεθιστικες. Αμηχανιστηκε η Ματθίλδη, εβαλε τό νυχι της στο ποτηρι καί τό χτυπησε στο χειλος κανοντας έναν θορυβουλη ανακλησεως στην ταξη… Παπάρια όμως. Ο νονος στ’αρχιδια του. Συνεχιζε αυτό τό νοερο στριπτηζ δημιουργωντας στην Ματθίλδη ένα καποιο συμπλεγμα, η οποια όμως παραξενευτηκε ακομη περισσοτερο διοτι δέν θυμοταν νά ειχε νοιωσει αναλογο συναισθημα μέ ολους τους πρωην της. Ναί, θυμοταν πολύ καλά, εφθασε στο βαθος των εννεα χιλιαδων οκτακοσιων σαραντα τριων επιβητορων της… Ποτε μα ποτε δέν ειχε σκανδαλισθει, κομπλαριστει, σκαλωσει. Τα εκανε παντα όλα καί συνεφερε! Τί στο διαολο συνεβη τωρα; Της προεκυψε ένα συναισθημα πανικου. Ηθελε νά αρχιση νά τρεχει. Σκεφθηκε όμως ότι κινησεις βεβιασμενες μπορει νά εφερναν αντιθετο αποτελεσμα. Γι’αυτό καί… Γι’αυτό καί κυτταξασα τό ωρολογιον της, αφησε τό ποτηρι στο τραπεζακι καί ηγερθη.

- Πωπωωωωωωωωωωωωω! Περασε η ωρα! Πρεπει νά φυγω…

Ταχεως κατηυθυνθησαν στην εξωπορτα. Η Ματθίλδη την ανοιξε καί γυρισε πρός τον νονο της γιά τα τσαο μπαμπινο. Γυρισε καί προτεινουσα την χειρα γιά τα γεια αντις χουφτας ησθανθη κατι πιο κρυο καί φλατ. Τό κυτταξε καί…Ητο ενας φακελλος!

- Μα τί θελει; Νά τον ταχυδρομησω; ανερωτήθη αυτή η μυαλουδάρα…

Τό ανοιγμα τού φακέλλου όμως καί όχι ο νονος, απηντησε… Ένα πορτοκαλι χρωμα μαρτυρουσε τραπεζογραμματια της ευρωπαικης τραπεζης… Καί τό παχος… Τα έμπειρα χερια της Ματθίλδης αντεληφθησαν ότι ειχε μπολικα… Αμεσως, τό προσωπο της θυμισε Χριστος Ανεστη! Φωτισε υπερβολικα, χαμογελασε μεχρι σιωπηλου γελωτος καί… Αφησε τό κορμι της νά απομακρυνθει της εξωπορτας, εκανε κρυο βεβαιως, όχι γιά καποιον αλλον λογο. Εκανε κρυο καί ρευμα, γι’αυτό καί προσπαθωντας νά αποφυγει ενδεχομενο πουντιασμα, εστριψε λιγο καί χωρις νά τό θελει, εστειλε τον κωλο της στην μεχρι εκεινη την στιγμη ορφανη παλαμη του νονου. Τό δεξι φρυδι του ανασηκωθηκε, τό μαγουλο τσιμπηθηκε άπό ένα νευρο καί η μιά τριχα στο σκαλπ κινηθηκε βορειοδυτικα… καί όχι μονον. Αναμαλλιαστηκε ό έρμος, οι τρεις τριχες τρικυμμιαστηκαν όταν ακουσε την βαφτισιμια νά λεει:

- Μα νονε! Φευγω κι εγω χωρις προηγουμένως νά μού δειξης τό σπιτι σου; Άπό εκει; Άπό εκει είναι η κρεβατοκαμαρα; Γιά νά δω τα επιπλα!

Τά αντιχασμουρικά χάπια δέν είναι γιά χόρταση.



Τελικά, ο εκνευρισμός προκαλεί νύστα;

Μέχρι πρότινος νόμιζα πώς όχι. Από τό πρωί όμως μέ έχει κυριεύσει ένα μπαράζ μαλακιών (καί μάλιστα μαλακίες πού δέν περίμενα ποτέ ότι θά προέκυπταν).

Είμαι εξοργισμένος πάρα πολύ. Μέ πολύ κόπο κρατιέμαι νά μήν κάνω κινήσεις γιά τίς οποίες θά μετανοιώσω.

Τέλος πάντων... Δέν γαμιέται τό σύμπαν, νά'ούμ'...

Κυριακή, Δεκέμβριος 04, 2005

Τότε, στήν Μονεμβασιά…


Χμ… Τηλεοραση βλεπω περιπου 9,2 ωρες ημερησιως κατά μεσο ορο. 13 ωρες τον χειμωνα καί 5,2 τα καλοκαιρια. (Γιατι χρησιμοποιησες ενικο γιά τον χειμωνα καί πληθυντικο γιά τα καλοκαιρια;) Γι’αυτό καί μου εκανε περιεργεια που δέν ειχα δει (μεχρι τα τωρα) τό των Faithless κλιπ, mash up.

Τό λαλα των φεηθλες είναι η μοναδικη, πλεον,αιτια που θα μέ κανη νά σηκωθω καί νά χορεψω σε προγκρεσιβ τρανς νταντ ποπ καρσιμαλα. Μπορει νά μήν γινεται αντιληπτο ακριβως τό επιτευγμα των, πρεπει λοιπον, νά πω τό εξης:

Εχω νά χορεψω άπό την 14 Ιουλιου 1964 οποτε καί μέ τό 3284 Βασιλικον Διαταγμα μου απηγορευθη οιοσδηποτε χορος υπο ομματα 6 καί ανω μη ανδρων. Τουτο απεφασισθη καί διεταχθη κατοπιν μαζικων λιποθυμιων μη ανδρων ενεκα της ομορφαδας, της τσαχπινιας, του κατιτις ρε παιδι μου τό οποιον ουδεν λεξιλογιον δυναται παραστησει νά’ουμ’.

Οι φεηθλες όμως ακυρωνουν κάθε προ 40ετιας δεδομενο.

Μας απ λοιπον.

Αχ, είναι φοβερο τό κλιπακι.

Όχι μονο γιά τους παραπανω λογους, αλλα γιά τό περιεχομενο του βιντεο. Θα μπορουσα νά τό εβλεπα καί στο μιουτ.

Σκλαβωνομαι πολύ που βλεπω τα επιτευγματα του πεφωτισμενου, ανοικτομυαλου, φιλελευθερου καθεστωτος της Βορειου Κορεας!

Τό οποιον, αναιτια καί εντελως προβοκατορικα, καποιοι κατά τ’αλλα υπερευαισθητοι, στηλιτευουν συνεχως! Μα είναι δυνατον; Τό λικνο του σοσιαλιστικου μετασχηματισμου;

Τσ τσ τς! Μαυρη αντιδραση ρε γαμωτο!

ΥΓ: Τους τα παει!



Φυγόκεντρος συνοχή.

Η μετασωκρατικη σουπερ ντουπερ φιλοσοφαρα Χαριλαος Φλωρακης ηταν ο πρωτος οστις εισηγαγε τίς εννοιες «φιλοτης» καί «νεικος» (ειδικα αυτή, ονομαστηκε ετσι πρός τιμην τον λαικεθνομαρτυρα Νεικου Μπελογιαννη προγονου του Μαριου του Μπλακμαν - μετεδιδε στον ασυρματον της Καλλιθεας, μονον σουξέ τής εποχής· τής Γιώτας Αμπατζή, τού Γιοβάν Τσαούς καί τού Ανέστη Δελιά δεχόμενος και αφιερώσεις)

Νεικος πολύ, μεχρι καί εχθες οποτε μονιτορι ειδα πρός φιλοτητα νά ερωτωμαι τινα.

Dear Kourouna Corvus Corone Cornix

Τί νά σέ πρωτοπω, δευτεραπαντησω κυριακατικα;

Μιά πολύ ευκολη εξηγηση γιά τα κλειστα σχολια είναι η χεσμεντεν φαση μου στα πολιτικα ποστακια. Δέν ξερω τί νά απαντησω σέ οποιον διαφωνησει – μέ βαλει στην θεσι μου. Δέν θελω νά ερθω σέ δυσκολη φαση. Θα μου είναι λοιπον λιαν επωδυνο.

Εχω συναντησει επισης απυθμενο ντιρινταχτα, πολύ γειασου φαση σχετικα μέ τό βλογγινγκ. Ο Κοπερνικος μπορει νά απερριψε (μέ τον Αρισταρχο πρωτο διδαξαντα, νομιζω) την γαιοκεντρικη αντιληψη, καποιοι εδώ όμως, νεοφαντοι αναθεωρηται, θεωρουν ότι τό μεσα τους στρεφεται περιξ του βλογ των. Δέν μπορω νά πω περισσοτερα - κρεμεται άπό πανω μου μιά σπαθη πολλων θυμωμενων τεραμπαυτς· ασε που υποψιαζομαι ότι καρφωνομαι σέ ατομα που αγαπαω. (=τιναγμα πετου)

Κατακλειδα: Πολύ ασχοληθηκα μέ την αρχοντια μου. Τό καβουκι μου μέ περιμενει.

Τριτο «α» του «κατακλειδα» : Είναι πολύ «καπως»* νά γινεται φορουμ ή τσατ τό μερος, στην βασιν κάθε ποστ.

* «καπως» = (επιθ.) Ιλαρον. Γλωσσικο ιδιωμα συναντωμενο σέ ορεινες περιοχες νομων ανω των 7 γραμματων.

ΥΓ: Λενε πως ο,τι καιρον κανει της Αγια-Βαρβαρας, θα κανη καί τα Χριστουγεννα. Μαλακια… Τό πρωι ειχε 26 βαθμους εξω, μονον ηλιο χωρις υποψια νεφους. Γιορταζει σημερον τό Πυροβολικον. Φτιαχνουν πολλους λουκουμαδες στο Κεντρον, επι Θηβαις. Γιά εντός Αττικής λύσεις, στην Ιεραν Οδον παίζει ένα ακρατως παραδοσιακον λουκουματζιδικον.

Άνω τελεία στό γουώρντ.

Άλτ καί 0183.

Σάββατο, Δεκέμβριος 03, 2005

Άνευ τίτλου

Ξερεις; Ολες οι αγαπες, τα ξημεροβραδιασματα, οι αγωνιες, οι αποριες, τα θελω καί τα μπορω, οι αλαλες ματιες, τό παιγνιδι των σωματων, η σμιξη των αναπνοων, τα γελια καί τα αμφισημα δακρυα, οι κρυμμενοι λυγμοι, η θαλερη διαθεση, τό αφατο μελλον…

… ποτε δέν χανονται.

Πτερόεσσες ως επι τό πλειστον, καταστασεις, ανελισσονται κι ανερχονται πολύ ψηλα, μπολιαζονται λιγο άπό τό πιπερι των πιο απομερων κλαδιων των ευκαλυπτων καί εξαρτησει των διαθεσεων των ανεμων κινουν γιά καπου.

Συνηθως φθανουν (χωρις κοπο) σέ παρθενες κορφες βουνων εκει οπου ουτε ξενωνες, ουτε καιομενα σέ τζακι ξυλα, ουτε κουβεντες εχουν ακουστει. Μέ ηδεια διαθεση ακομη μεσα τους καί παραχωρητικη συναμα, παρασερνονται άπό την γκριζαδα του περιβαλλοντος (η οποια κατι τους θυμιζει, μα δέν προσπαθουν νά βρουν τί) καί στις σειρηνες των ταξιδιαρικων νεφων ποτε δέν λεν όχι.

Στην λειψη θαλπωρη των συννεφων, μέ ταχυτητες ικανοποιητικα αργες γιά νά εισπραττουν κάθε εικονα άπό ψηλα, ξεκινουν.

Κι όταν τό πρασινο καποιας καλοχτενισμενης κοιλαδας φαινεται ιθακεστερο της Ιθακης αφηνουν ένα γεια στους ξενιστες τους, οι οποιοι μέ την σειρα τους, υγρα ανταποδιδουν τό χαιρετε.

Η καινουρια τους τοποθεσια, ένα πεδιο οπου κάθε ικμαδα αυτης της ουσιας θα αφηνεται. Θα αφηνεται καί θα μεταδιδεται. Σέ κάθε ανοιξη μαζυ μέ τα αναγεννημενα ανθη. Κι ο κοσμος, οι ανθρωποι, τα ζευγαρια, τρεχοντας κι εκδραμοντας εκει, εκφραζοντας χαμηλοφωνα αφοσιωση και ερωτα, συνοδεια σφιχτου πλεξιματος 10 δακτυλων, χαριζοντας μαργαριτες, αγριοβιολετες κι αγριοκρινα, αντρειωμενα στο μερος αυτό, θα παιρνουν μαζυ τους όλα αυτά που κουβαλησε η αυρα του προηγουμενου, του μη αδικως χαμενου τελικα, του συνεχως ανανεουμενου.

Ο κονιορτος της γυρης άπό μιά μαργαριτα, θα θυμιζη τα απομειναρια σκουπιζομενων δακρυων στην παλαμη.

Είναι κι αυτό κατι σάν παραμυθι. Δέν θα λαβη όμως ποτε καποιο σχολιο χαρας, μιά παρατηρηση μπραβο, ένα εναλλακτικο ευγε. Κρυμμενο στην απαξιωση του κυνηγημενου, του καταδικασμενου, του ξενου, θα θυμιζη φιγουρες αφορισμενες άπό τό αυστηρο προσωπειο της αρχης του αλλου.

Πενθιμος Ακροπολις



Η τζαζ μου προκαλει ό,τι καί σέ ένα παιδακι η σέ ειδησεις/βουλη καταληξις της καναλοδιαβασεως. Η εαρινη γυρη σέ αλλεργικους. Ο,τι τό κλαρινο σέ newager κι ενας κιονας ιωνικου ρυθμου σέ καποιον ελληνοφοβο. Μεριδα ρεβυθιων σέ αρτι σκισαντα 3-4 σουβλακος. Μυρωδια ληγμενης μασχαλης σέ υποψηφιο σκηνικο συνουσιας.

Δέν μου δημιουργει μονον απεχθεια αλλα ενιοτε περιοριζεται καί σέ αδιαφορια. Τίς πρωτες στιγμες δέν αγγιζει τα νευρα ακοης. Πιο μετα όμως αρχιζει η δυσαρεσκεια. Θελω νά αρχισω νά σκεπαζω τους οξεις ηχους της μέ οιον θορυβον μπορω. Κι όταν τα ρεψιματα μου, τα ωιμε, τα αθλητικα συνθηματα καί τα παλαμοκροτηματα δέν εχουν αποτελεσμα, αρχιζω καί τρεχω. Ανοιγω πρωτα ο,τί πορτες συναντησω μπροστα μου, βγαινω στους δρομοι, ισως καί νά προσεξω σέ σταυροδρομια μετα η ανευ φαναριων. Τό ζητουμενο είναι νά απομακρυνθω του βεβηλου χωρου.

Ενοιωσα λοιπον πολύ περιεργα όταν ενα βραδυ βαζοντας νά δω τον ταξιτζη, η μουσικη που ηκουσα μέ καθηλωσε. Ενοιωσα μιά επιβραδυνση του χρονου. Ελαχιστα μετα άπό τίς πρωτες νοτες – οσο χρειαζοταν γιά νά επισημανω ότι η μουζικα δέν ητο Ζαμπετας, τα δευτερολεπτα επεσαν σέ μιά καφε παχυρευστη μαζα, ισως νά ηταν κατι σάν βουρκος. Υπηρχε η ανεσις γιά κάθε τρομπετια εκπνοη νά παραμεινη καπου εκει ψηλα, νά γινεται δυνατον νά επεξεργαζεται, νά οικειοποιηται καί μέ εκπληξη, νά καθισταται αρεστη. Πολύ όμως. Κυριως δε, σαγηνευτικη. Σέ εκανε νά αφηνης στην ακρη ταξιμετρα, ρεβολβερ, δεΝιρους καί Σεφερδς. Εκλεινες ματια καί απελαμβανες τους ηχους – μερικες χιλιαδες πρασινους κοκκους σέ μιά μικρη, περιορισμενη, τριγωνικη, λοφισκοκρυμμενη, αμμουδερη παραλια.

Καί ψαχνω νά ευρω τό σαουντρακ.

Τιπ: Εισαι σιγουρος ρε αχρηστε ότι αυτό που ακουγεται είναι ζαζ;

Παραγινε, γαμω τον μπελα μου, αυτό τό κακο μέ τα στολισματα εφετος.

Σαφως καί η καταστασις είναι κάθε του χρονου καί νωριτερα αλλα δις γηαρ τό πηδησανε καί ψοφησε. Τό βραδυ της 1ης Δεκ. γυριζοντας σέ καποιους δρομους, εβλεπες πολλα, παρα πολλα σπιτια, μπαλκονια αυτων γεματα φωτακια. Τοσα σπιτια που ουτε καν παραμονες χριστουγεννων αλλων ετων δέν ησαν στολισμενα. Σταδιαλα νά’ουμ’.

Ζηλευω πολύ καποιους επαιοντες οιτινες δυνανται σέ κάθε φασι νά ανακαλουν ασματα, στιχους σχετικους.

Στά ίδια μετερίζια καί «θά τήν πάρω τήν ασσίστ»…

Ε, θά κάτση! Δέν θά κάτση; Πού θά πάη…Θά κάτση... Θά κάτση φάσις πάλι! Τόσος κόσμος, τόσες προθέσεις, τόση διάθεσις... Τό εξ ουρανού μάννα θά έλθη… Κι έάν είναι κι άπ’τήν θαλασσίαν αλλοδαπήν… Τότε… Γιούχουυυυυυυυυυ!

Παρασκευή, Δεκέμβριος 02, 2005

Π'λιά προβλήματα.


Άχ, αυτό τό μέ δείκτες ωρολόγιον... Όταν τελειώνη μήνας μέ τριάντα ημέρες, τί βάσανο νά σμπρώχνω τούς δείκτες τόσες βόλτες ώστε νά πηδήξωμε μιάν ολόκληρη ημέρα μιάς καί η πρώτη Δεκεμβρίου φαίνεται 31 Νοεμβρίου... (Τόν Φεβρουάριο νοικιάζω αλβανό νά τό κάνη... Καί στά δίσεκτα τά χρόνια... χμμμμ... θά τό σκεφτώ, έχω χρόνο εξάλλου...)

Συννεφηλιοβρόχι τόσο γιά νά χαλάση τό παρπρίτς.

Κι άλλα πολλά, τά οποία δέν πρέπει νά αποκαλυφθούν διότι κινδυνεύει η ισορροπία τού οικοσυστήματος τών ενεργών (κι ευαισθήτων συνάμα) προαγωγών.

Άλλες φορές αντιδρούσα μέ κάποιες τσιτωμένες συμπεριφορές. Τώρα μού βγαίνει κάπως αλλιώς. Βυθίζομαι εύκολα καί αφήνομαι καί οι ύπνοι είναι (ενίοτε) καί διψήφιας σέ ώρες, διαρκείας.

Τά όνειρα αυτά, θυμίζουν δημόσιες υπηρεσίες. Σέρβις δημοσίων υπηρεσιών. Εκεί όπου δέν ξέρεις τί ακριβώς συμβαίνει καί κάποια στιγμή, (πολύ στιγμή όμως,ε;) θαρρείς ότι ο κόσμος αποκτά ένα κάποιο νόημα. Τό περιβόητα διάσημο νόημα τής ζωής τό οποίο παίρνει σάρκα καί οστά τήν στιγμή πού στήν υπάλληλο σχηματίζεται χαμόγελο καθώς ακούει τό πρόβλημα σου.

Τότε είναι πού ανοίγουν οι ουρανοί, σκίζονται σάν φόδρα φούστας πρωταγωνίστριας σέ γερμανική τσόντα καί ουρί τού παραδείσου σέ ρυθμούς τσάρλεστον ανακοινώνουν ότι πλέον δέν υφίσταται νόημα νά υπάρχη κόσμος - κι ώς έκ τούτου νόημα ζωής.

Τά πάντα θ’αρχίσουν νά διαλύωνται τότενες χωρίς καμιάν χρονοτριβή.

Οι καταλύτες τών αυτοκινήτων θά παιανίζουν κάθε θόρυβο καρμπυρατέρ σέ δίεση μολύβδου λίγο πρίν παραδωθούν. Τά κοριτσάκια στίς τετάρτες δημοτικού θά κλωτσάνε μέ σουφραζετικη διάθεση τά αγοράκια, τό 8ον λάκτισμα θά είναι καί τό έσχατον, μιά τυροπιτούλα από τό κυλικείο δέν θά προλάβη νά φαγωθή, θά πέση κι αυτή στό έρεβος τής ανυπαρξίας. Οι αιώνιες παρακλήσεις γιά μεγάλης διαρκείας οργασμόν θά εισακουσθούν τελικά. Ο τυχερός θά είναι ένας σιδεράς 41 ετών κάτοικος Κερατσινίου. Τήν στιγμή τού (όχι απολύτως επιτυχούς) οργασμού μέ μιά 33 υπάλληλο του΄σωφρονιστικού καταστήματος τών δικαστικών φυλακών Κορυδαλλού, επήλθεν τό πλήρωμα τού χρόνου. Ήταν αυτό πού λέμε ατέλειωτος οργασμός. Κάποια μολυβάκια φάμπερ δέν θά προλάβουν ούτε γιά τό δεύτε τελeυταίον ασπασμόν μιάς ξύστρας, από φάμπερ θά γίνουν βάμπερ καί εν τέλει βαμπίρ, χαρακτηριστικόν τού after life. Κάποιοι εκτυπωταί θά παύσουν αποτόμως, η σιωπή θά παρασέρνη ακόμη περισσότερο σέ μιά καταθλιπτικότερη κατάσταση, το μελάνι αυτόματα θά αλλάξη σέ μώβ, μώβ ένας κύκλος στά Α3 χαρτιά τά οποία αντί ισολογισμών θά φέρουν κάτι κύκλους μέ διχοτόμους γραμμές. Ένα σμς απ’τά παλιά, μιά αίτηση συγχώρησης, 160 χαρακτήρες μορφασμού διστακτικότητος έμεινε εκεί ψηλά, χωρίς ποτέ αυτήν εκείνη τήν αναφορά παράδοσης η οποία αιωρείτο σάν προϊδέασμα ακυρωμένης βροχής. Καί κάποιες αγάπες στήν μεγαλοπρέπειά τους, ανεπηρέαστες τού χαλασμού μά μέ ύφος, διάθεσι καί προθέσεις αυτόχειρος. Τό ίδιο αποτέλεσμα.

Πέμπτη, Δεκέμβριος 01, 2005

Εύηχα γουργουρητά.


Ίσως νά φταίη τό ότι είχα 58η επιλογή τήν φυσικομαθηματική στό μηχανογραφικόν. Βάλε καί μιά εγγενή αποστροφή πρός τό σάν αλμυριππόκαμπο, σχήμα τού ολοκληρώματος, πρόσθεσε καί τό συναίσθημα επισκέψεως σέ νεκροτομείο πού νοιώθω όταν παραγωγίζω τό ημίτονο τών 30 μοιρών.... Αντιληπτότερο τού ευαντιληπτού τό κάψιμο τών πυκνωτών μου μπροστά σέ κάποιες αναλογίες :

1% σουβλακίων -----> 6,5% ρεψιμάτων
12,3 % σουβλακίων -----> 7,4 ρεψιμάτων
12,2 % σουβλακίων -----> 8,8 ρεψιμάτων

Χμ... Πολύ κίνκυ η αναλογία αυτή. Θυμίζει αναντάμ παπαντάμ, παιγνίδι παιδιών στίς αυλές τών δημοτικών όταν τό πρωτάκι ζητά ισονομία από ένα τσογλανάκι τής έκτης, τήρησις σειράς στό ΚΨΜ μονάδος μεταξύ ποντικαρά καί μπαμπαλαίουρα στό πόστο τών φραπέδων.

Γίνεται, μωρέ γαμώτο, ο έχων ένα καναβουράκι από τά εκατό τού σάκου νά θέλη (καί νά τού περνάη) νά πίνη (κατόπιν εντατικής καλλιεργείας καί περιποιήσεως) τό εξίμισι τής φυτείας;

Κι ο τό 12,3 τελικά νά κάνη χάι μέ τό 7,4;

Ο 12,2, τό 8,8 ;


- Γίνεται βρέ ζώον!

Πώς δέν γίνεται!

Νά πάς νά μάθης τήν συνταγή στά ψιλοβουπού τού Περισσού!

Θά τσιγαρίσης όμως πρώτα τήν απορία σου στό τσουκάλι μέ τά εξής συστατικά:

Ο 902 αριστερά στά εφ εμ, (ο επισημουάρ ραδιοσταθμός τής δικτατορίας τού προλεταριάτου) μέ επίσημο μερίδιο ακροαματικότητας 1%, μετρημένο από τήν Focus, απορροφάει από τήν συνολική διαφημιστική επένδυση ... τό 6,5 % αυτής. Αυτό τό 6,5% είναι στό χρονικό διάστημα από τήν πρωτοχρονιά τού 2005 μέχρι τήν εσχάτη ημέρα τού Σεπτεμβριού βάσει επισήμου καταμετρήσεως Media Services (η οποία μήδια σέρβισης καταγράφει τάς επισήμους δαπάνας τής αγοράς).

Γιά νά καταλάβης όμως πόσο ζεστό είναι τό μάτι καί επειδή είμαι σίγουρος ότι θά τό κάψης τό φαγητό θά σού παραθέσω συγκριτικά κάποια άλλα στοιχεία:

Η «Λάμψη» η οποία είναι πρώτη στίς μετρήσεις, μέ 12,3% τσιμπά τό 7,4 τών έσόδωνε.

Ο «Σκάυ», δεύτερος στό νήμα, μέ 12,2%, παντελονιάζει τό 8,8.

Καί ο 902, ο σταθμός τού τρισενδόξου κόμματος τού Κκε, μέ 1% ακροαματικότητα, παίρνει τό 6,5... Τό οποίον, παρεμπιπτόντως, αντιστοιχεί σέ ποσόν 5.056.762 έουρος.

Γι’αυτό λοιπόν αγαπούλη, όταν θά ξαναδής τήν γενική γραμματέα αυτού τού πατριωτικού πράγματι, κόμματος (από τό οποίο η Ρωσσία ζήτησε κάτι μύρια πίσω τά οποία έδινε ώς Σοβιετική Ένωση κάποτε) νά μιλά γιά διαπλοκή, νά σκίζη ρούχα γιά ξέπλυμα χρήματος, νά καυτηριάζη τούς καπιταλιστές, ευρωπαϊκές ενώσεις κλπ κλπ κλπ, τότε νά αφήνης τό πιάτο μέ τό τάς κεμπάπ κάτω καί οι μούτζες νά γίνωνται καί μέ τά δάκτυλα τών ποδιώνε. Αι ευχαί δέ, περί μακροημερεύσεως αυτών τών διαμαντιών τής πολιτικής ανάλογες μέ κάποιους δύσμοιρους τών ετών 46-49.


- Μήν βιάζεσαι ρέ! Ο 902, τό ΚΚε δέν είχαν τέτοιες προθέσεις, εξάλλου τώρα πού καβάτζωσαν τά γκαφρά θά τά δώσουν στούς πτωχοί προλετάριοι.(Άσε πού τίς ελεημοσύνες, θά τίς έκαναν στάνταρ κατόπιν τής πιέσεως όόόόλων αυτών πού τώρα κόπτονται γιά τήν διαφθορά στήν εκκλησία, καί τήν επίδειξη πλούτου τού ΧριστόδουλΑ). Απλώς, απλούστατα, οι διαφημισταί ρέ! Είναι όλοι μά όλοι μά όλοι μά όλοι, κνίτες ρέ λακαμά! Πέρασαν τά νειάτα των λειώνοντας σόλες από νάικ αίρ μοιράζοντες Οδηγητήν. Καί τώρα, σήμερον, φτασμένοι επαγγελματίαι θέλουν νά συνεχίσουν νά προσφέρουν στό μέ κεφαλαίον Κάππα Κόμμα των, τό Κόμμα πού οσονούπω θά άρχίση νά μοιράζη τά γκαφρά στούς φτωχούς.

Οσονούπω.

Δύο ανά 8 ώρες. Πρό μάσας.


Άπό τό παραθυράκι της κουζινος, λιαζομενη κατ’αρχην, φόρεσε τα γυαλιά της πρεσβυωπίας μιά (εκ οξιάς Πίνδου) οδοντογλυφίδα καί μέ κυτταξε μέ ύφος Κρουζ πρός Χοφμαν στον Ρεινμαν. Κατ’αρχην.

Εν συνεχεία, τό αιφνιδιαστικώς εξεταστικον ύφος αμβλυνθη μέχρι που χάθηκε. Η οδοντογλυφιδιτσα μούτρωσε κάπως, ξυνισε τα μούτρα, της ήλθε μιά πικρια εντονη. Πιο εντονως πικρη κι άπό μιά Kaizer. Παρεμενε προσηλωμενη πανω μου καί ακουγε μέ κάθε λεπτομερεια κάθε κουβεντα μου.

Κουβεντα; Όχι ακριβως… Η μαλλον μπορεις νά την χαρακτηρισης κουβεντα σέ μιά γλωττα βρωμερα πρωτοποριακια, πρωτοσυναντη, αφαντη μεχρι εκεινη την στιγμη.

Προσπαθούσα, ο σαβουαρβιβριτζης, νά αφαιρεσω κάτι μικροτεμαχια αμύλου άπό φασιολους συνδρομή της γλωττης μου καί ουχι της παρά ποδα οδοντογλυφιδος. Αυτήν, την είχα αποστρατεύσει αναιτίως, σέ κρίσεις αβέρτα ΥΠΕΘΑ.

Τό ύφος της πάντως μέ άγγιξε. Μέ έριξε κάπως. Έπεσε η διαθεσις μου. Άφησα καί τα μόρια φασολιών στα πέριξ των οδοντων, πλησίασα τό ψυγειον.

Έβγαλα κάτι φρούτα. Ένα πορτοκάλι, δυο μανταρινια, ένα αχλαδακι καί μιά ντούρα μπανάνα. Τα καθάρισα, φώναξα ένα give me five αγαπούλα! πρός τό μέρος του παραθύρου της κουζινος και την πήρα, ρίχνοντας την βίαια στην σάρκα της μπανάνας. Γεμάτη χαρά η οδοντογλυφις μέ ύφος ναπολεοντειον μου έστελνε φιλιά καθοδόν σαλονιω.

Περατωσας τα φρουτα καί καταστρεψας την δοντιγλιφιδα (αθανατη δημοτικια!) αρχισα παλι μέ την γλωττα μου στα δοντια νά σερνω έναν μπαλο. Συνειδητοποιησα τοτε, ότι η κινησις της γλωττης μου δέν ητο μονο οδοντογλυφιδαντικαταστουσα. Ηταν μερος άπό ένα γαιτανακι τικ. Νά πιεζω την γλωττα στους δυο κατω εμπροσθιους κοπτηρας. Μου συμβαινει όταν ειμαι σέ πιεσιν. (όχι ότι εν χαλαρωσει ο στομας μεσα δέν κινειται, αλλα τελος παντων…) Πλην αυτου, μέ συλλαμβανω συχνακις νά σκαλωνω μέ πολλα πραγματακια, απειρα τικς γιά τα οποια οικειοι μου, μέ καμαρι μου τονιζουν ότι ο Νικολσον στην φωλια του κουκου ηταν προσκοπακι. Τικς τα οποια δέν είναι κινησεων (πλην του προαναφερθεντος λαμβανοντος χωραν εν στοματικη κοιλοτητι) αλλα τικς μέ κουβεντες. Συνθηματα. Καί καλα σλογκανς.

Ισως μπορεσω νά ξορκισω τό κακο έάν...

…Έάν αναφερω τα τικς.

Χμ… Ναί… Γιατι όχι νά’ουμ’…

«Βέρα στό δεξί * Εκαναμεν επανάστασιν! * Εγώ είμ’ο Γιαννόπουλος! * Ταυτότητα; Αμέσως! * Τί κλείσανε; * ταμ τυρι ριμ, τυροπιττες * Κρυοκωλιά χίλια κυβικά. * Σας παρακαλω κυρια μου, καλημερα σας! * Γυναικα; Στο διαολο!»

blog stats