Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2005

Μήν τό αφήσεις...


Μετρημένο βήμα, φροντισμένο, καλοζυγισμένο καί πρός τόν εκτυπωτή.

Εκεί, κόσμος πολύς νά κυττά τόν πρίντερ ωσάν οι έλληνες τά γεώμηλα κατά τά (πρώτα) καποδιστριακά έτη.

Μόλις είχα φάει κάτι πεφρυγμένα τοιαύτα, συνεπώς βούρ γιά τήν υγρών κρυστάλλων οθόνη τού εκτυπωτού. Γινόταν λόγος γιά έλλειψη α4 χαρτιού, ουδείς όμως κινείτο γι’ανεφοδιασμόν.

Τά μπρός πίσω, πήγα σέ ένα δωματιάκι, υγροσκότεινο, τσάκωσα μιά κούτα μέ τέτοιες συσκευασίες χαρτιού, εδέησεν ένας αναπτήρας κι έκο(α)ψα τό νάυλον περιτύλιγμα.

Mήν τά πολυλογώ, έπιασα ένα, δυό, τρία μπορεί καί τέσσερα παραλληλεπιδάκια μέ τήν παλάμη μου (τής οποίας τό διαμέτρημα πάντοτε εξέπληττε τά θηλυκά διότι ήτο προοϊκονομία γιά περαιτέρω διαπιστώσεις προικισμένης ανατομίας) κι είπα νά τήν δώ προμηθέας άνευ όμως πυρείου δαυλού.

Σούρνοντας τό μάνταλο τού δωματίου, μεταβόλαρα μέ νουρεγέφειον ρυθμόν αλλά ένας προκύψας θόρυβος σίγουρα δέν ήταν αποκύημα αγιοπετρουπολείου ορχήστρας.

- Ψίτ, ψίτ!

Βλέμματα στίς 7 γωνιές τού χώρου αλλά, τζίφος.

- Ψίτ ψίτ! Εδώ ρέ μαλάκα, εδώ!

Τό «μαλάκα» μέ αλέρταρε. Σίγουρα εμένα ζητούσαν, αλλά πόθεν ο μαλακοψάχτης;

- Κυρ μαλάκα! Ούουου! Εδώ καλέ! Εδώ! Άντε! Πές ότι μάς ανακάλυψες, μήν συνεχίζεις νά ψάχνης! Δέν καταλαβαίνεις ότι έτσι μακρυγορείς; Παραπάνω έγραψες νά μήν τά πολυλογής...

Ρέ τά μπασταρδάκια· παρεμβαίνουν καί στόν όλον μύθον.

Τελοσπάντων, ήσαν οι κόλλες. Είπα ένα γειά νά μήν μέ πούν κι αγενή (πλήν μαλάκα) και εξακολούθησα τό βήμα μου. Μπούρ μπούρ από τίς κόλλες, ανέβλυσε μιά χάβρα μέ περιτομή, δέν καταλάβαινα τίποτε. Ώσπου κάποιες λέξεις, μού σήκωσαν τό χειρόφρενο.

- Τί είπατε;
- Δέν μάς θυμάσαι; Εμείς είμαστε ρέ μάστορα! Εμείς!
- Δέν έπρεπε νά τό κάνης αυτό ρέ αγαπούλη! Δέν έπρεπε! πετάχτηκε μιά άλλη κόλλα.
- Καί δέν τά λέμε όλα αυτά επειδή μάς ταλαιπώρησες! Όχι όχι! Στόν λόγο μας! Στόν γουτεμβέργιο λόγο μας! Νά μήν προλάβουμε νά μελανιαστούμε άν λέμε ψέμματα!
- Ναι! Ναι! Δέν έπρεπε!
- Δέν σάς καταλαβαίνω, ω φίλοι! Τι εννοείτε; Ξηγηθήτε! Πάραυτα! Ο κόσμος περιμένει παρά τώ εκτυπωτή!
- Δέν μάς θυμάσαι; Είμεθα εκείνες οι κόλλες! Οι θερινές! Δέν θυμάσαι; Δέν έπρεπε, φίλε, δέν έπρεπε!
- Τί δέν έπρεπε, ηρώτησα.
- Δέν έπρεπε! Νά μάς στείλης αδιάβαστες στόν κάδο ανακύκλωσης τότε! Ανεκυκλώθημεν καί νά’μαστε πάλι! Αλλά τότε, πού μάς κατευόδωσες ψυχρά, είχαμε μπόλικη μελάνη πάνω μας. Θυμάσαι;
- Ναι ρέ γαμώτο! Δέν έπρεπε μόλις πάτησες τό πόδι σου στήν πατρίδα νά μάς στείλης ρε! Δέν έπρεπε! Κι όχι γιά μάς – διότι νά! μάς βλέπης πάλι εδώ, ώς άλλοι φοίνικες αναγεννωμένους έκ τής ημετέρας στάχτης! Αλλά όλα εκείνα... Χαμένα πήγαν... Χαμένα. Τά θυμάσαι;
- Είστε χαζά! Είστε μαλακισμένα! Είστε ηλίθια! Μετά από εκείνη τήν παρότρυνση, νά μήν τό αφήσω, τί άλλο νομίζετε ότι έπρεπε νά γίνη; Καί πού ανεκυκλώθη τό χαρτί πολύ ήταν. Στόν Μολώχ έπρεπε όλο νά θυσιασθή...

Κι έτσι, ξαφνικά κι απότομα, χωρίς κάποια λογική εξήγηση – το παραλόγου θέατρο εξάλλου διαρκούσε ώραν πολλή – οι κόλλες σώπασαν. Οι ρυτίδες πάνω τους χαθήκαν, τά 210 επί 297 χιλιοστά τών διαστάσεών τους ίσιωσαν μεγαλοπρεπώς κι η θερμοκρασία τους ηυξύθη δραματικά. Άνοιξα τά χέρια μου, πέσαν κάτω. Τό λευκό τους χρώμα άρχιζε νά χάνη φωτόνια, έμοιασε λίγο σέ καφέ· καφέ καί σαγρέ. Ναι, ήταν πλέον σάν φλύδες λεύκας, ήταν φλύδες λεύκας καί στήν μέση τους, φούσκωσε κάτι. Κάτι στρογγυλό. Διάφανο κι άχρωμο. Ήταν ένα κουκούλι. Κινηματογραφικά γρήγορα τό κουκούλι ξέρασε μιά τεραστία κάμπια, η οποία ακόμη ταχύτερα έφαγε όλες τίς κόλλες. Κι όταν όλα φανήκαν νά τελειώνουν, η κάμπια διεστάλλη καί πάφ! έγινε σκόνη.

Πάτησα τόν κονιορτό, επέστρεψα στό τμήμα καί μόνο όταν είδα τά μέ απορία βλέμματα τών συναδέλφων κατάλαβα τό λάθος μου.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats