Τρίτη, Απριλίου 18, 2017

μούργα

Κἄποιος σύνδεσμος (;) ἄθεων, ἕνωση (;), δεσμὸς (;) τέλος πάντων, διαμαρτύρεται ἐπειδὴ τὸ ἑλληνικὸ κράτος δίνει τρία χιλιάρικα (μπορεῖ καὶ τριάμισυ) γιὰ τὸ ἅγιο φῶς ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὰ ἱεροσόλυμα. Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πιστώσῃ δίκαιο στὸν σύνδεσμο, ἕνωση ξερωγὼ μὰ αὐτοὶ οἱ ἐν λόγῳ δὲν ἔχουν βγάλει οὔτε μισὴ ἀνακοίνωση γιὰ τὰ 900 περίπου χιλιάρικα ποὺ δίνει τὸ δημόσιο (δὲν ὑπολογίζεται ἡ δωρεὰν παραχώρησις κτηρίου τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ) γιὰ τὸ Ἀθήνησι τζαμί! Ὁπότε ἁπλᾶ πρόκειται γιὰ κομπλεξικὰ πεταμένα ἀτομάκια ποὺ θὰ πρέπῃ νὰ ἀλλάξουν τὴν ὀνομασία τους· ἀπὸ ἄθεοι, ἀντιχριστιανοί.

Καὶ ὄχι μόνον.

Κἄποια παρέα μὴ χριστιανῶν, ἀνήμερα Μεγάλης Παρασκευῆς βγαίνουν νὰ φᾶνε κρέας, ὄξω στοὺς δρόμοι τῆς πόλεως καὶ δὲν σκέπτονται ποσῶς ποὺ μᾶς κάνουν τὴν μούρη κρέας – καὶ πόσο πιότερο ἠδονικὸ γι’αὐτοὺς νὰ μᾶς γίνεται ἡ μάπα κρέας μεγαλοπαρασκευιάτικο.
Βασικά, εἰς τὸν ποῦτσο μου ἤθελον νὰ γράψω διὸ κἄποιος θὰ φάῃ κρέας νομίζων ὅτι θὰ μὲ θίξῃ. Κανένα χὰρντ φῆλινγκ· τοὐναντίον τοῦ κάνω τὰ εἰσιτήρια νὰ πάῃ στὴν Ῥοδόπη, ἐν μέσῳ Ῥαμαζανίου νὰ φάῃ πανσέττες. Τὸ σκέπτομαι καλλίτερα τώρα, νοιώθω μάλιστα τόσο τρυφερὰ συναισθήματα γιὰ τὸν πᾶσα ἕνα ἐπιδειξία ἄθεο... Τί θὰ ἀπογίνῃ κι αὐτὸς χωρὶς τὴν μεγάλη ἑβδομάδα; Νομίζω ὅτι ζῇ μόνον γιὰ τὴν μεγάλη παρασκευή, γιὰ τὴν ἀνακοίνωσή του ὅτι θὰ φάῃ κρέας τότε.

Πέμπτη, Απριλίου 06, 2017

ἀπανωτῶς!

Συγκλονισμενη ἡ κοινὴ γνώμη μὲ τὰ δύο ἀπανωτὰ τρομοκρατικὰ χτυπήματα στὸν ὐπόγειο τῆς Ἁγίας Πετρούπολης καὶ μὲ διαφορὰ δευτερολέπτων, στὸ μετρὸ τοῦ Λένινγκραντ. 
.
.
.
.
Νό; Ὄχι;
Τὸ τιμημένο ΚΚΕ, ὀνομάζει τὴν πόλι τοῦ Ἑρμιτάζ, ὡς ἄστυ τοῦ Οὐλιάνωφ.
Χιχιχιχὶ



Κάπου ἐδῶ ἐμφανίζεται καὶ κρύβεται, δαγκώνοντας ἀποφασιστικὰ τὸ χείλι, ὁ γνωστὸς ὁ μαλάκας ὁ ἀνθελληναρὰς νὰ ἀντιτείνῃ γιὰ τὸ “ἰσταμποὺλ”.

 

Τετάρτη, Απριλίου 05, 2017

συριζίτικη ἀριστερὴ δημοσιογραφία


København

Γιὰ νὰ μὴν τὸ ῥίξω στὸ πιοτὸ γιὰ αὐτήνανε, τὴν ἀκάρδου καὶ ἀσπλάχνου γωνία καὶ πάθω κίρρωσιν ἤπατος σὲ τὸ πολὺ τρεῖς – τέσσαρες ἑβδομάδες (καθ’ὅσον ὁ νταλγκάς της γιὰ νὰ σβήσῃ, ἐχρειάζετο ποσότης ἴση μὲ ἐννέα κάβες περιόδῳ Χριστούγεννα Χριστούγεννα εὐτυχισμέναααα, δὲν γίνονται δὲν γίνονται, χωρὶς ἐσένα) εἶπα νὰ φύγω. 

Καλά, μὴν νομίζῃς ὅτι θὰ ἐπεστράτευα ὅλον τὸν Πάριον κι αὐτὸ τὸ ἀπεχθέστατον κλαψοαιδοιάρικο ῥεπερτόριο μπὰς καὶ τὴν ἀποτινάξω ἀπὸ τὰ ἴδιά μου. 

Οὔτε θὰ ἐκίνων διὰ τὰς μακρυνὰς πολιτεῖας τῶν Ἀζτέκων, νὰ κάνω χάζι κάποιον μικροαστὸν ἀπόγονον τοῦ Μοντεζούμα ἢ σὲ στέπες μογγολικὲς ψάχνων λίκνα τουρκαλάδων καὶ τῆς συναντωμένης εἰς τὴν Ἁδριανοῦ πόλιν, πεφρυγμένης συκωταριᾶς. 

Γιὰ πιὸ κοντὰ μὲ εἶχα! 

Βέβαιααα νὰ ποῦμε! 

Βόρεια ὡστόσο! 

Ἀμέ! 

Καὶ μὲ γκομενάκια τσίλικα! Κουκλάκια ζωγραφιστὰ ὡσὰν ψεύτικα, ὅλως εὔθραυστα κάμνοντα τὸν πᾶσα ἕναν περιτριγυρίζοντά τα, νὰ τὸ πάῃ στὸ ψιθυριστό, εἰς τὸ ῥελαντὶ τέλος πάντων. 

Βασίλειον τῆς Δανιμαρκίας. 

Βέβαια λέγω! 

Μέχρι ἐκεῖ ἐπῆγα, διὰ πρὸς διασκέδασιν τῆς (πρώτῃ γραμμῇ τοῦ παρόντος ἀναφερθείσης) δημιουργηθείσης παθογενείας – πώπω, χάθηκα μὲ τὶς γενικές, κάπου ἔχω κάνει λάθος σίγουρα. 

Καὶ τῷ ὄντι, αἱ κυρίαι καὶ δεσποινίδες ἐκεῖ... Τί νὰ λέμε τώρα… 

Ἡ χειροτέρα των, ὀκτὼ ὀκάδες καλλιτέρα τῆς μείζονος καλλίστης ἡμετέρας. 

Συνεχῶς λιγωμένος κυκλοφόρουν, ὁ δύσμοιρος, εἰς τὰς λεωφόρους, ὁδούς, μουσεῖα, ταχυφαγεῖα, δημόσια οὐρητήρια, ῥουχάδικα, λεγκοπωλεῖα τῆς πρωτευούσης των, τῆς Γκέπενχαουν! 

Τὸ ὅτι διάγομεν τὴν Τεσσαρακοστὴν δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἀναφερθῶ λεπτομερείως εἰς τὴν ποσοστιαίαν ἀναλογίαν αἰγυπτιακοῦ βάμβακος εἰς τὰ σινδόνια τῶν κλινῶν, οἰκιῶν τοῦ ἄστεος (ἄντε πάλι μὲ τὰς γενικὰς) ἔνθα τσαλακώνοντας αὐτὰ παρέα μὲ δεσποινίδες καὶ κυρίας, λησμονοῦσα ἀδιαλείπτως τὴν στὴν πρώτη γραμμὴ ἀναφερθεῖσα μέγαιρα. Δὲν μπορῶ ὡστόσο νὰ μὴν τονίσω ὅτι βουκολικὰ ποιήματα ἔπρεπαν εἰς τὶς κοπενχαγέζες ὥντινων τὰ ἑκατοστὰ τῶν σκελῶν μπορεῖ καὶ νἆσαν ἴσα μὲ τὰ ἑκατοστὰ ὅλου τοῦ σώματος τῶν ἀθηνεζῶν μὰ καὶ πειραιωτισσῶν – αἱ ὁποῖαι (δανιμαρκέζαι ἐννοῶ, οὐχὶ ἑλληνίδες) δὲν μοῦ ἐζήτουν ἐν τέλει, τῇ περατώσει τῆς κλινοπάλης, νὰ στρώσωμε τὸ κρεββάτι – ἡ πρώτῃ γραμμῇ θὰ μοῦ ἀπήτει νὰ τρέξω πλυντηρίῳ γιὰ τὴν μερίμνησιν τῆς λερωθείσης σινδόνης. Ἀφῆστε δὲ ποὺ αἱ οἰμωγαί των εἰς τὴν δανιμαρκικήν, ἀξία θυγατέρα τῆς τόσο καλλιφώνου γερμανικῆς, ἔτι μοῦ δημιουργοῦσαν μᾶλλον πεθύμια γιὰ τρικυμίες τῶν σκεπασμάτων μὰ καὶ τῶν μαξιλαροθηκῶν! 

Φεῦ! Εἴπομεν· Τεσσαρακοστὴ σήμερις κι ἄλλες ἑνδεκεκάμισυ ἔτι ἡμέρες - δέν μοι ἐπιτρέπεται περισσοτέρα ἀνάλυσις. Κι ἔτσι, ὅταν ἄνεργος, σχολοῦσα ἐκ τῆς κηδείας περὶ τῶν ἀφροδισίων, ξανθῶν δεσποινίδων, καὶ τ ἐρωτήματι {i}θὰ σὲ ξαναδῶ{/i} ὅπερ μοι ἔκαμνε ἡ πλήρης ἐρρυθρίασαντος προσώπου, βαλκυρία τοῦ βορρᾶ, ἀπαντοῦσα ἐξόχως ἑλληνικῶς, καφρικῶς καὶ ἐν γένει ἀνδρικῶς: {i}Δὲν ὁμιλῶ τὴν γερμανικήν, μικρή μου γότθα, πρέπει νὰ φύγω διότι μᾶλλον τελειώνει ἡ κάρτα σταθμεύσεως κι ἁμαρτία εἶναι μανίτσα μου νὰ μὲ γράψωσιν, δὲν εὑρίσκεις;{/i}, ἐγὼ ἔβγαινα γιὰ τσάρκες εἰς τὰς γεμάτας ποδήλατα, ὁδούς.  

Πήγαινα ἀπὸ δῶ, πήγαινα κι ἐκεῖ, ἔσπευδα καὶ παραπέρα, μὲ αὐτὸ τὸ χαυνωμένον ὕφος ποὺ διαθέτει ὁ ἄρτι ἀμαρτήσας. Δὲν πρόσεχα καὶ πολὺ τὰ γύρω μου, οὔτε κἂν ξανθὲς μινοφοροῦσαι νὰ ποδηλατοῦν, τὴν χαραμὰς δηλαδὴ νὰ προσέχω, τὴν μετὰ δαντελῶν. Διερχόμενος τοῦ τίβολι καὶ κόψας δεξιὰ ὀλίγον μετὰ τοῦ δημαρχείου, ἔπιασα νὰ κατηφορῶ, οἰκτίρων ἑαυτὸν ποὺ δὲν διέθετα τρεῖς δραχμὰς πασσατέμπο. Οὐδὲν ἐνδιαφέρον μοῦ μπεγλέριζε τς ἑστίας τς προκαλοῦσας μιὰν βαρεῖαν ἔκπαλε κατάθλιψιν· πορπατοῦσα διὰ νὰ πορπατῶ. Ὁ δρόμος ἐρήμωσε, ἁμάξια οὔτε γιὰ δεῖγμα καὶ μονομιᾶς ἡ χαύνωσις καὶ ἡ σχεδὸν ἄεργος κατάστασίς μου, μετετράπη σὲ τῆς συννεφιᾶς ῥηγόπουλο, ἀητόπουλο ἐνώπιον κεντάκυ φράϊντ τσίκεν. Ἦταν τὸ διάσημον, διασημότατον danish pipe store κάπως ἔτσι τέλος πάντων! Εἰσῆλθον καὶ ἠσχύνθην ἐλαφρῶς διότι ἤνοιωσα λὲς καὶ ἤμην σὲ χαρέμι μὲ ψηλοκάπουλες, μεγαλομαστοῦχες ἀνοικτόχρωμες δανέζες. Ὦ! Μαγαζὶ μὲ πίπες! 

Ἠγόρασα, μετὰ ἀπὸ μάχες ἑαυτῷ, μίαν κι ἔπιασα νὰ τὴν θωρῶ πιὸ τρυφερὰ κι ἀπὸ τὴν πρὶν κοπενχαγέζα - καλή της ὥρα! 

Ἐνῷ πιὸ μετά, εἰς τὸ παλάτι Amalienborg, ἔνθα ὑπάρχουσιν – ἐκτίθενται τὰ δώματα τῶν βασιλέων τῆς Δανίας, ἐντύπωσιν μοῦ ἔκανε τὸ τοῦ Φρειδερίκου Θ΄ (βασιλεύσας 1947 – 1972, πατὴρ τῆς Βασιλίσσης ἡμῶν Ἄννης Μαρίας). Τὸ γραφεῖον του λοιπόν, γεμάτο στὶς πίπες! Χωρὶς μεγάλην ποικιλίαν, ἀλλὰ εἶχε τρελλὸ ῥοτέησον ὁ ἀείμνηστος Μεγαλειότατος. Δίπλα σὲ αὐτὲς μάλιστα, κἄποιο περιοδικὸν μὲ ἐξώφυλλον τὰς ἄρτι ἀρραβωνισθεῖσες Αὐτῶν Μεγαλειοτήτας, Βασιλέα Κωνσταντῖνο καὶ τὴν Βασίλισσα Ἄννα Μαρία. Σπουδαῖον θέαμα, γιὰ ἕναν βασιλόφρονα καπνοσυριγγιστήν, ὡς ὁ ἐγώ! Καὶ μπορῶ νὰ παραδεχθῶ ὅτι μετὰ ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ τερπνά, τί στὴν πρώτη γραμμὴ ἔγραφα, σὲ τί-ποῖα ἡ ἀναφορά; Δὲν θυμᾶμαι τίποτις ὁ κιαρατάς! 

Θυμήθηκα ὅμως τὸ πρωὶ τῆς Δευτέρας κι ὅτι ἤπρεπε νὰ ἀναχωρήσω. Ὁ πόνος τῆς καρδίας βαρεὺς πολλὰ γκίγκα δραμίων διὸ θὰ ἄφηνα ὄπισθεν κοράσια ὧν ἡ ἀπόχρωσις τῶν προσωπάτων των πόσο θεῖος· ὄχι Σκροὺτζ, μὰ τόσο γενναιόδωρα ὀχειαστικός, ὦ Δήμητρα καὶ ἐσὺ Μπὰτ κι ἐσὺ Ἰστάρ, τί νὰ λέμε, πάλι ἀρχίζω νὰ λιγώνωμαι μὲ αὐτὴν τὴν θύμησιν νὰ μοῦ μαστιγώνῃ τὰ νεφρά. Κι ἤμανε εἰς τὰς ἀναχωρήσεις, εἰς τὴν δωδεκάτην πύλην μάλιστα, {b} ἄθενς {/b} ἔγραφε μιὰ ὀθόνη ’κεῖ ψηλὰ κι ὡς ἐκ τούτου, ἑλληνίδες ἦσαν γύρω μου, φάκ, ἑλληνίδες, χαμηλοκῶλες δηλαδή, μὲ μουστάκι καὶ μὲ χρῶμα σκουριασμένου τέντζερη, ὡραία εἰκὼν ἀποχαιταναχωρήσεως. Ἀπέστρεψα τὸ βλέμμα μου ἀπὸ τὶς τέλος πάντων αὐτὲς καὶ τὸ ξαπόστειλα ὄξω, μακρυὰ καὶ πῶς μελισσεύει τὸ βλέμμα; Εἶδον τὴν ἐπίσημον ταμπέλλα τοῦ ἀρεοδρομίου, Københavns Lufthavn, μ’αὐτὴν τὴν γερτὴ εὐθεία τὴν διακορεύουσαν τὸ ὂ μικρόν, τὸ εὔμορφον καμπυλάτον ὂ καθὼς τὸ διειδύει βέργα τις καὶ κατάλαβα πὼς αὐτό, ἦταν τὸ χαῖρε τῶν δανιμαρκεζίδων γιὰ τὸ τριήμερον μπιενάλε βεντούζας ὅπερ ἔζησαν μετὰ τοῦ Μέγα Ἐγώ... Καὶ ἔνοιωσα τήν μου αὐτοεκτίμησιν νὰ θεριεύῃ πάλε, σὰν ἄσμα τοῦ Πάνου Κιάμου, σὲ σκυλάδικο ἔνθα αἱ ἐν λόγῳ ἑλληνίδες χορεύουσιν τούρκικους κοπροσκοπούς. Δὲν θὰ μὲ ἔνοιαζε νὰ γυρίσω βλέμμα πάλι πρὸς αὐτὲς καὶ νὰ διακρίνω πιχὶ τὰς φαβορίτας των αἵτινες μὲ ὀλίγη φροντὶς θὰ ἐγένοντο κοκότειοι τοιαῦται, ἢ ξερωγὼ ὡσὰν τοῦ Χριστιανοῦ τοῦ ἐνάτου, Βασιλέως τῶν Δανῶν (κατὰ τὰ ἔτη 1863 ἕως 1906), καὶ πατρὸς τοῦ ἀειμνήστου ἡμετέρου Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Πρώτου. Μὰ εἴπομεν, τῇ δανιμαρκικῖ χάριτι, γύρισα πάλι βλέμμα καὶ εἶδον πλὴν τῶν κατσιβελλίδων, δανιμαρκέζα κορασίδα νὰ κάθηται τῷ ἄκρει καὶ νὰ διαβάζῃ κάτι τόσον νουφαρικὸν καὶ χάριεν... Δὲν μπρόλαβα νὰ εἰδῶ τί ἐμελέτει, μὲ τράβηξε ἡ γυναῖκα μου, ἔλα ῥὲ ἄχρηστε, τελείωνε, ψόφον κακὸν ἔχοις. Καὶ αἱ τρεῖς θυγατέραι μου μὲ κυττοῦσαν ἀπὸ τὴν μὲ τὰ πασαπόρτια οὐρὰν μὲ τρόπον οἷον ὥστε... 

Μάρτιος 2017 Kastrup ἀεροδρόμιον.

Κυριακή, Απριλίου 02, 2017

ἠλλαγμένοι δηλαδὴ

Mέχρι καὶ τὸ βαγγέλακας εἶχε πάει τότες εἰς τὴν τοῦ συνταγμάτου πλατείαν!
Ξῆγες:
Ξήγα μία: Οὐδέτερον τὸ “βαγγέλακας” διὸ ἀναφερόμεθα εἰς τὸ (ὀγδοηκονταμελὲς) τὴμ τοῦ περισπουδάστου καὶ σεπτοῦ τούτου βλόγ.
Ξήγα δύο: Τὴν ξέχασα.
Βέβαια! Ὅλοι – καὶ οἱ ὀγδοήκοντα εἶχαν πάει στὸ Σύνταγμα, ἀπέσχον μόνον οἱ ἀνταποκριταὶ εἰς τὸ Ἐσκὶ Σεχὶρ – Δορύλαιον, τὴν νῆσον Μαλακούλαν τοῦ Βανουάτου ἀλλὰ καὶ ὁ Δ4, κωδικὸς κῶδιξ τοῦτο τὸ δέλτα τέσσαρα, τοῦ ἂς μὴν λέμε ὀνόματα τώρα, ὁ ὁποῖος εἶχε τιμωρηθῇ διότι ἐπέμενε νὰ τραγουδᾷ τὸ γνωστὸν ἄσμα τοῦ Διονυσέως Σχοινᾶ ὡς συγκοινωνοῦν τὰ δοχεῖα καὶ οὐχὶ συγκοινωνοῦντα δοχεῖα.
Καίτοι ἔκπαλε ἀντιδραστικὸν βλὸγ (συμμορία ἀκροδεξιῶν κοντολογὶς) συνεφωνήθη ὁμοφώνως ὅπως ἐκδράμωσιν εἰς τὴν πλατείαν τῶν παλαιῶν ἀνακτόρων ἵνα συμμετάσχωσιν εἰς ἐκείνας τὰς ἐκδηλώσεις τῶν ἀγαναχτισμένων. Δὲν ὕπαρχε μέγα καῦμα γιὰ ἐκεῖ, φράξιές τινες (τοῦ βλὸγ) περιεγέλων τὶς αὐθόρμητες ἀντιδράσεις κατασκηνώσεις τῆς πλέμπας ἐνῷ στὴν καλλιτέραν περίπτωσιν, οἱ λοιποί, ἦσαν οὐδέτεροι στὸ θέμα τῆς συμμετοχῆς. Τέλος πάντων, ἔσπευσαν – σπεύσαμε μᾶλλον.
Κι ἄλλο τέλος πάντων:
Ποῦ εἶναι οἱ ἀγαναχτισμένοι σήμερις; Ὄχι ῥὲ παιδί μου Ἀπριλίου δυό, λλὰ γενικῶς ντέ, εἰς αὐτήνανε τὴν περίοδο. Ἢ ἐξέλιπον οἱ λόγοι ποὺ ὑπῆρχον τότες καὶ μέχρι τόξα (πεταμένων τινῶν) εἴδομεν νὰ σημαδεύωσιν τὸ κοινοβούλιον;
Μᾶλλον.
Ἒ ναί.








Κυριακή, Μαρτίου 26, 2017

πώπω, μία Σώτη!

Στη γαλλική πόλη Reims οργανώνεται «θερινή αντιαποικιακή κατασκήνωση» στην οποία απαγορεύεται να συμμετέχουν «λευκοί». Η οργανωτική επιτροπή χρησιμοποιεί τη λέξη «λευκοί» – φανταστείτε τι θα επακολουθούσε αν μια ακροδεξιά, ταυτοτική ομάδα καλούσε σε «θερινή αποικιακή κατασκήνωση» στην οποία θα απαγορευόταν η συμμετοχή των «μαύρων»: η Γαλλία θα φλεγόταν από τη Μεσόγειο μέχρι τη Μάγχη· συλλαλητήρια, βραδιές αντιαποικιοκρατικής ποίησης· δάκρυα· συνθήματα· η κατασκήνωση, φυσικά, θα απαγορευόταν και το αντιρατσιστικό κίνημα (που μπερδεύει τη φυλή με τη θρησκεία) θα έβρισκε λόγο ύπαρξης.

Όμως, όταν οι μουσουλμάνοι συσπειρώνονται εναντίον του νόμου και του πληθυσμού των χωρών που τους δέχτηκαν και τους φιλοξενούν, δεν κουνιέται φύλλο. Ο δήμαρχος της Reims διατηρεί χαμηλούς τόνους: «Δεν θέλω να ερεθίσω τα πνεύματα», λέει. Πράγμα που μου θυμίζει αυτό που έλεγαν οι μικροαστοί όταν ακολουθούσαν τον Μουσολίνι: «Έχω οικογένεια, θέλω την ησυχία μου». Ο δήμαρχος υποχωρεί, όπως οι περισσότεροι εκλεγμένοι, σε αιτήματα για χωριστά ωράρια στη δημοτική πισίνα (παραβιάζοντας τον νόμο περί κοσμικού κράτους, μεικτής παιδείας και ισότητας των φύλων), καθώς και για χρηματοδότηση τζαμιών (παραβιάζοντας και πάλι τον νόμο του 1905 σύμφωνα με τον οποίον στη Γαλλία απαγορεύεται η κρατική επιδότηση τόπων λατρείας). Πού οφείλεται αυτή η ενδοτικότητα; Κυρίως, σε έλλειψη θάρρους μπροστά στα φιλομουσουλμανικά κοινωνικά δίκτυα και στα «αντιρατσιστικά» παρατηρητήρια που προωθούν τα συμφέροντα του πολιτικού Ισλάμ – η αντίθεση στο ισλάμ μπορεί να επιφέρει κοινωνική απομόνωση και να θέσει σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή.

Τα τρομοκρατικά επεισόδια που σημειώνονται σχεδόν κάθε εβδομάδα στην Ευρώπη είναι μόνο ένα μέρος αυτής της διπλής ψυχοπαθολογίας – της ισλαμικής επιθετικότητας από τη μία πλευρά και της ευρωπαϊκής παθητικότητας από την άλλη. Η ψυχοπαθολογία εκτείνεται στον τρόπο με τον οποίον προσλαμβάνουμε και αντιμετωπίζουμε την ισλαμική τρομοκρατία: με ελαφρότητα, επιείκεια του νομικού συστήματος, αυταρέσκεια· όπως είναι γνωστό, πλήθος τζιχαντιστών κυκλοφορούν ελεύθεροι σε όλη την Ευρώπη· το κήρυγμα μίσους, όπως προανέφερα, είναι έγκλημα μόνο όταν προέρχεται από Δυτικούς: ο δράστης του πρόσφατου τρομοκρατικού εγκλήματος στο Λονδίνο ήταν γνωστός στις αρχές ως «ιεροκήρυκας μίσους» και είχε κληθεί κατά καιρούς να εκφράσει τη γνώμη του σε διάφορα ΜΜΕ.

Η επιθετικότητα προκύπτει προφανώς από τον θρησκευτικό φανατισμό ο οποίος καλλιεργείται στο πλήθος των τζαμιών (2.500 στη Γαλλία, 1.500 στη Βρετανία) που έκτισαν και που συντηρούν σαλαφιστικές δυνάμεις (κράτη και οργανώσεις) με την ανοχή των ευρωπαϊκών κρατών· μια ανοχή εύθυμη κι ανέμελη. Η δε ευρωπαϊκή παθητικότητα προκύπτει είτε από άγνοια, είτε από φόβο έναντι του «κτήνους»· στην ουσία από μια ανάγκη εξευμενισμού η οποία, με τη σειρά της, πρέπει να αποδοθεί σε λανθάνον και ανεπίγνωστο αίσθημα δυτικής ανωτερότητας: «Είμαστε καλύτεροι και πρέπει να δείχνουμε μεγαλοψυχία μπροστά στις τριτοκοσμικές ιδιορρυθμίες». Όσο για την ψυχοπαθολογία της πρόσληψης και επεξεργασίας των γεγονότων αποτελεί ένα ευρύτερο ζήτημα που οφείλεται στην πολυετή προπαγάνδα και στην πελατοκρατία.

Στη Γαλλία –στην πραγματικότητα, σε όλες τις δυτικές χώρες– η αριστερά, το μεγαλύτερο μέρος της, αλιεύει το κοινό της στις τάξεις των μουσουλμάνων, όπως και στις τάξεις των αντιεξουσιαστών, των φυλακόβιων, των παράτυπων μεταναστών (τους οποίους νομιμοποιεί με ποικίλους τρόπους), του κοινωνικού περιθωρίου. Η αριστερά που ειρωνεύεται την «αρχή» (την authority, τουτέστιν τη συντεταγμένη πολιτεία), την «πατρίδα», την «ευταξία», ειρωνεύεται και τις δυτικές αξίες, την ευρωπαϊκή ταυτότητα· αλλά, κι εδώ είναι το παράδοξο, σέβεται ευλαβικά την ταυτότητα του Άλλου, εν προκειμένω των μουσουλμάνων. Η πολιτική της είναι ακραία ταυτοτική, όχι όμως για τους Ευρωπαίους. Το αποτέλεσμα είναι η ευρωπαϊκή καθημερινότητα να χαρακτηρίζεται από δύο συνέπειες της αριστερής πολιτικής (που υπήρξε η by default πολιτική πολλών δεκαετιών ανεξαρτήτως ποιο κόμμα κέρδιζε στις εκλογές): την παραμέληση της ασφάλειας των πολιτών (η «ασφάλεια» θεωρείται δεξιά ιδέα) και την ανισοβαρή παραβίαση της κοσμικότητας του κράτους. Λέω «ανισοβαρή» διότι, στις περιπτώσεις όπου οι χριστιανοί Ευρωπαίοι προσπαθούν να προβληθούν στα μέσα ενημέρωσης ή να προωθήσουν κάποιο θρησκευτικό αίτημα (συνήθως ανώδυνο όπως λιτανεία αγίων λειψάνων· κάτι τέτοιες γραφικότητες), γίνονται αντικείμενο γελοιοποίησης. Εξάλλου, ενώ εκτυλίσσεται θηριώδης εκστρατεία για την παιδεραστία στην Καθολική εκκλησία, παρόμοια κίνηση θα ήταν αδιανόητη αν είχε στόχο τους ιμάμηδες. Και όμως, οι ιμάμηδες, το ξέρουμε όλοι αλλά δεν μιλάμε, παραβιάζουν τους ίδιους νόμους με κατάφωρο τρόπο.

Η πελατοκρατία έχει διαβρώσει το νομικό σύστημα και τον μηχανισμό του κράτους. Εξού και η άνοδος της Μαρίν Λε Πεν για την οποία έχω γράψει πολλές φορές: τα τρομοκρατικά επεισόδια και η πλήρης απάθεια (ή η χαιρεκακία) των μουσουλμάνων είναι ένα δώρο στη Μαρίν Λε Πεν η οποία αναγνωρίζει πού φτάσαμε και πώς φτάσαμε ώς εδώ. Το υπόλοιπο πρόγραμμά της δεν αφορά κανέναν· άλλωστε είναι ασυνάρτητο. Οι Ευρωπαίοι που ψηφίζουν ταυτοτικά κόμματα και οι Αμερικανοί που ανέδειξαν τον Ντόναλντ Τραμπ δεν έχουν οικονομικά κίνητρα· τα κίνητρά τους είναι πολιτιστικά, αξιακά, ταυτοτικά. Οι πολίτες θέλουν να περνούν τις γέφυρες του Τάμεση χωρίς κίνδυνο να τους μαχαιρώσει κάποιος παράφρων ισλαμιστής – αλλά, εκτός από αυτό που ακούγεται στοιχειώδες, θέλουν να ζουν στην Ευρώπη των ευρωπαϊκών αξιών για τις οποίες αγωνίστηκαν. Κανείς δεν τις χάρισε αυτές τις αξίες που οδήγησαν στην καλύτερη ποιότητα ζωής στον κόσμο. Η αριστερά, προσκολλημένη στη μαρξιστική ανάλυση, χρησιμοποιεί την οικονομία ως βασικό εργαλείο και σημείο αναφοράς· δεν κατανοεί την ποιότητα ζωής με όρους του 21ου αιώνα. Γι’ αυτό, ένα μεγάλο μέρος της συμμετέχει σε συνωμοσία σιωπής· αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα θρησκευτικά και πολιτισμικά προβλήματα ανεξάρτητα από τα οικονομικά, άρα να ερμηνεύσει τι μας συμβαίνει. Η δε ευρωπαϊκή κεντροδεξιά έχει αρχίσει να μιλάει, κομπιάζοντας και ξεροκαταπίνοντας, για όσα είχε αποσιωπήσει και κουκουλώσει.

Οι Ευρωπαίοι, αν και ζουν στο έδαφός τους, περιβάλλονται από αντιευρωπαϊκό ρατσισμό, από μίσος που ενσταλάζει η εθνικοθρησκευτική παραπαιδεία και ο περιρρέων λόγος της πολιτικής ορθότητας. Όταν κάποιος με το όνομα Μοχάμεντ ή Μπενζεμά δεν γίνεται δεκτός σε μια δουλειά, διαμαρτύρεται –και μάλιστα κραυγαλέα– ότι είναι θύμα διάκρισης· έτσι, οι εργοδότες σπεύδουν να προσλάβουν όλους τους Μοχάμεντ και τους Μπενζεμά: για να μην ερεθίσουν τα πνεύματα. Όμως, είναι πολύ αργά κι ούτε το πρόβλημα λύνεται έτσι: το πρόβλημα λύνεται, δύσκολα και με μεγάλο κόστος, μέσω της μεταστροφής του δημόσιου λόγου –του λόγου στο σχολείο και στα μέσα ενημέρωσης– και της αυστηρής επιβολής των νόμων. Προς το παρόν, το σχολείο, τα ΜΜΕ, τα επίσημα και τα ανεπίσημα, καθώς και ο κόσμος του θεάματος προβάλλουν ρητορική στήριξης στα «θύματα» (σ’ αυτό το σημείο αγγίζουμε τις κορυφές του παραλογισμού) και στους «εξεγερμένους», σ' εκείνη την υποτιθέμενα «αδικημένη» κοινωνική ομάδα που καίει αυτοκίνητα και σπάζει βιτρίνες. Όλοι, σχεδόν όλοι, οι Ευρωπαίοι που έχουν δημόσιο βήμα τονίζουν, για να γίνουν αρεστοί, ότι, αυτή την εποχή, το χειρότερο ολίσθημα είναι η ισλαμοφοβία.

Όχι. Το χειρότερο ολίσθημα είναι η ανοχή, για να μην πω η κολακεία, του σκοταδισμού. Δεν είναι ολίσθημα, είναι έγκλημα: το έγκλημα του κομφορμιστή που ακολουθεί τους φασίστες επειδή θέλει την ησυχία του.


http://www.athensvoice.gr/politiki/den-thelo-na-erethiso-ta-pneymata
blog stats