Παρασκευή, Ιουλίου 14, 2017

λόγῳ διακοπῶν

ἂν θὰ μποροῦσε ἕνα σκίτσο νὰ ἐκφράσῃ τὴν παθογένεια τῆς ἑλληνικῆς δημοκρατίας, εἶναι αὐτό.

Κυριακή, Ιουλίου 09, 2017

70 ζπ

Τὰ σιμενονικὰ εἶναι ἐξόχως καλοκαιρινά, ὄχι ἐπειδὴ περιέχουν κἄτι καλοκαιρινὸ – πόσο καλοκαιρινίλα ἔχει νὰ σοῦ μεταφέρῃ ἕνας βαλλόνος ἄλλως τε; - ἀλλὰ ἐπειδὴ κάθε ἰούλιο ἐκδίδεται ἕνα. Ἐφέτος ὅμως ἡ ἄγρα τομπαίζει καὶ χάνεται παράδοσις δέκα ἐτῶν τοὐλάχιστον – μᾶλλον δὲν θὰ ἐκδόσουν. Τὸ ἤμαθα ὅταν πλέρωνα, ἕνα περασμένο Σάββατο, ποὺ εἶχαν τὶς ἐκπτώσεις στὸν ἀκάλυπτο· τίιιιιι;, φώναξα ὅταν μοῦ τὸ εἶπε ἡ παρὰ τῷ ταμείῳ. Ὡσὰν χαρμάνης ταξίαρχος Θεοχάρης, κατέβασα μέχρις ἑνὸς τὰ βιβλία ἀπὸ τὰ ῥάφια τους φωνασκῶν ὡς πωλῶν μαροῦλι καὶ μπρόκολο στὴν βοῦ λαϊκιὰν ἀγορὰν Πειραιῶς, ἐξαπολύων οὐρανομήκεις καὶ ἀκατανοήτους ὕβρεις γιὰ τὴν ῥαθυμίαν των. Στὸ ῥάφι μὲ τὸν μεγάλο ἀνατολικό, ἐν τούτοις, οὐδὲν ἤπεσεν, τὰ πάντα ὅλα ἀνηρθωθήκανε. Ἔφυγα γρήγορα πρὶν πλακώσουν τὰ ἐξαρχιωτόμπατσα. Στόπ. Ἀπαλλοτροίωσα τὸ ἐπίτομο τοῦ ἐν λόγῳ ἑνδεκατόμου (; ) ἔργου. Στόπ.

Παρασκευή, Ιουνίου 30, 2017

τὸ περσινὸ τὸ χιόνι

Ἡ ὥρα κόντευε οἱ δύο δεῖκται ἔσονται εἰς δείκτην ἕναν καὶ νὰ κυττᾷ ἐντελῶς ψηλά, ἕτοιμο ἀπὸ ἐκεῖ νὰ πέσῃ τὸ αὔριο στὸ σήμερα. Ἐλάχιστος ὁ κόσμος στὸ μετρό, ἐλαχιστότερος (sic, ναὶ) καὶ στὸν συρμὸ ποὺ μόλις εἶχα μπεῖ ὅπου παρακεῖ καθίετο κυρία παρέα μὲ ἕναν βιβλίο. ’Ντάξει, πρὸς τὰ’κεὶ πῆγα. Ἀπέναντί της κάθησα καὶ ἔκλινα 49 μοῖρες δεξιὰ τὴν κούτρα μου γιὰ νὰ δῶ τίτλο. Μὰ δὲν χρειαζόταν τελικῶς, διότι τὸ βιβλίο λίαν γνώριμο· εἶχα ἐπιμεληθεῖ τῆς διορθώσεώς του πρὸ ἐτῶν. Οὕτως, ὅλως ἐπαϊόντως, ἔτι προσέγγισα καὶ μὲ ὕφος συμπαθοῦς geek πανεπιστήμονος, ἐξέφερα ἀπρό(σ)κλητον σχόλιον περὶ τοῦ ἀναγνώσματος· πρότασις δευτερεύουσα μὲ τρία μάλιστα ἐπιρρήματα ἐντὸς αὐτῆς. Ἡ κόρη δὲν εἶπε τίποτε, μὰ τὰ φρύδια της ἔλαβον καμπύλην ἐνδιαφέροντος· οἱ ὀφθαλμοί της ἐστοιχίσθησαν μετὰ τῶν ἐμῶν. Κι ἐξηκολούθησα. Τὸ ἄρτι ἀρχισθὲν μπλὰ μπλὰ ἦταν ἐν τέλει ἀτέρμονο· κομβίωνε ἑαυτῷ ταιριαστὰ καὶ ἐκύλει τόσο ἀβίαστα, τόσο ἐλαφρόπιοτα, τόσο πουθενὰ δὲν διέκοψε ὁ εἷς τὸν ἕτερον, ἀλλὰ συνεπλήρωνε πρέπει νὰ εἴπω. Καὶ ἴσως χρεία κύλικος ὕδατος νὰ προέκυπτε μὰ ἡ ῥοὴ τῆς κουβεντὸς ἦτο οἷα ὥστε δὲν ἔδωνες βάση σὲ τάγκιασμα τῆς γλώσσης κι ἄλλα σιελώδη. Ἡ στάσις μου παρῆλθε, παρῆλθε καὶ ἡ δική της (ὄχι πὼς τὴν ἐγνώριζα) μὰ ἄλλαι αἱ προτεραιότητες ἡμῶν· ἤμεθα γὰρ βουτηγμένοι σὲ διάλογον παραληρηματικῶς προσηλωμένο στὶς συνιστῶσες του. Μιὰ πλημμυρὶς αἰσθαντικότητος κατέκλυσε τὸν χῶρο καὶ δὲν κόπαζε οὔτε ὅταν ἀφικνούμεθα στοὺς τερματικοὺς σταθμούς, ἐβγᾶτε ὄξω ῥὲ σερσέμηδες! Παραμέναμε αὐτοῦ καὶ συνεχύναμε στὸ ἀντίστροφο δρομολόγιο μὲ τοῦτο νὰ γίνεται τρὶς ἢ τετράκις. Ἐγούσταρα τὰ μάλα, ὡσὰν μεθῦσι μὲ τὴν βεβαιότητα ἀνυπάρξεως χανγκόβερ τὴν ἑπομένη. Καὶ πεθύμησα μιὰν κἄποια ἀνέλιξιν τοῦ μύθου «θέλουτε αὔριο νὰ τσακώσωμε τὸν προαστειακὸν καὶ νὰ τρέξωμε ὡσμοὺ τὸ Κιάτο ξερωγώ; Εἶναι μιὰ χασαποταβέρνα αὐτοῦ, μὲ κἄτι μπριζολάκια ποὺ κάμνουν φανατικὸ βῆγκαν νὰ γλείψῃ ὣς τὶς τρίχες τῆς πρωκτοτρυπίδος του· ψήνεσθε μανταμίτσα μου;» προέτεινα, πλήρης ὀρέξεως γιὰ κἄνα κρεατικό.
Καὶ κείνη, «Ἔχμ, ξέρουτε...; Ἔχω ἕνα θεματάκι, ὑποκείμενο σὲ Ε9... Ναί, σπίτι ἐννοῶ, χιχιχί...»
Οὐάου κι ὦ λαλά... Δὲν διέκοπτε ποτὲς αὐτὴν τὴν αἰσθαντικότητα… Ἐξέπεμπε αὐτὸ τὸ περίπου καὶ τίνι τρόπῳ ἡδυπαθές, 24/7.
Συνέχισε πάντως:
«Ἔχω τσαρδὶ ποὺ λέτε, ποὺ ἀκοῦτε μᾶλλον, ἔνθα κἄπου μέσα, περιφέρεται κύρης μουστακαλὴς καὶ μὲ περιμένει ἀλλὰ καὶ ἀναμένει, ξέρουτε τὴν ἐννοιολογικὴ διαφορά των, ναί; Ὁπότε... ’Ντάξει, ὡραῖα ἦταν, δὲν λέω ἀλλὰ δέον καὶ πρέπει νὰ γυρίσω - μωρὲ σὲ ποιάν στάσιν εἴμεθα τώρα;»
Παρητήθη τῶν ὁφθαλμῶν μου κι ὅπως ἐστράφη νὰ ἰδῇ τὸ ὑπόμνημα μὲ τὰς γραμμὰς μπὰς καὶ προσανατολισθῇ, συνέχισε...
«Ὁπόταν κατὰ μόνας σπεύσατε Κιάτῳ ἵνα δοκιμάσετε τὰ πριτσολάκια, ναὶ πρὶτς σᾶς λέγω, μὰ δὲν ἀντελήφθητε ἔστω δευτέρᾳ ἀναγνώσει, πὼς μοῦ ἦτο μία ἄσκησις πρὸς ἐπίρρωσιν μιᾶς κἄποιας αὐτοπεποιθήσεως; Μοῦ τὴν τρανέψατε κάργα καὶ σᾶς μερσῶ... Κέφαρα ὣς τὰ μπούνια μὲ ὅλο τοῦτο, τὸ οὕτως εἰπεῖν παίγνιον. Ὅμως... Σᾶς εἶπον...»
Θὰ ἤπρεπε νὰ κρανιολάμβανα ἐντελῶς ἀσκαρδαμυκτὶ ἀλλὰ τὸ ἀμέσως ἑπόμενο νανοδευτερόλεπτο, ἀντὶ κρανιοτέτοια ὅπως εἶπα, ἠσθάνθην μιὰν ἄφατον τρυφερότητα, μιὰν ἀσήκωτην συγκατάβασιν, κατανόησιν... Ἠσθάνθην νὰ μοῦ γεννᾶται μιὰ κἄποια συμπάθεια γι’αὐτήν... Διότι συνειδητοποίησα ὅτι δὲν τῆς ἐπέπρωτο, δὲν θὰ τῆς ἦτο γραπτὸν νὰ ἀπολαύσῃ τὸν ἐμένα, ὅ,τι ὑπέρτατο θαῦμα τῆς φύσεως κρύβεται ὑπὸ τοῦ τῆς περισκελίδος μου γναπτῆρος, τοῦ τορμοσυνάπτου ντέ, τοῦ φερμουὰρ τέλος πάντων, τοῦ παντελονιοῦ μου καὶ ἔνοιωσα (γι’αὐτὴν) τρισμέγιστον συμπάθειαν, ποὺ θὰ ἔμενε στὸ σκότος τῆς οἰονεὶ ἀνηδονίας, σὰν ἂς ποῦμε ἄνθρωπας τοῦ πλατωνικοῦ σπηλαίου χωρὶς σπόϊλερς μάλιστα νὰ ἀναμένουν στὴν γωνιά. Τὰπ τὰπ τὰπ τὴν ἔκρουξα στὴν πλάτη· πουθενὰ χῶρος γιὰ ἄει μαρὴ καὶ φαλλοκρατικὲς ἐμέσεις χολῆς, τὰπ τὰπ τὰπ στὴν πλάτη, ἕνεκα αὐτὴ ἡ προαναφερθεῖσα συμπάθεια. Μιὰ ἄλλη κυρία, μεγαφωνικῶς πληροφοροῦσε γιὰ τὸ στῖγμα τοῦ συρμοῦ, ἦταν τὸ δίχως ἄλλο ἡ στάσις μου. Ἐσηκώθην καὶ τὴν ἔκαμνα ἀλλὰ ὄχι καὶ τόσο ἀνέτως ὥστε νὰ ξύσω τὰ πισινά μου διαμερίσματα, καθὼς πρὸς τὴ μπόρτα κατευθυνόμανε, καθ’ὅσον, ὁ μέγας Ζαμπούνης στὸ sαβουὰρ vὶβρ τὸ ἀπαγορεύει ἐπὶ ποινῇ δημοσίας διαπομπεύσεως.

Σάββατο, Μαΐου 27, 2017

κι εἶδα αὐτήνανε τὴν βίδα ποὺ πταίει

Ἥρχεψεν σήμερις τὸ ῥάμανταν. Ἡ ἔνωσις ἀθέων (καὶ οὐχὶ ἔνωσις χριστανοφοβικῶν βεβαίως βεβαίως) κἄπου στὰς ἀθῆνας· ξέρω ’γώ, στὸν βοτανικὸ (ἂν ὄχι στὴν γκιουλμουτζίνα γιὰ τὸν ἔχινο γιὰ τὴν ὀργάνη) διοργανώνει σεκλετιτζίδικες χοιρινοφαγίες. Ἔμ! Αὐτὸ πὰ’νὰ πῇ συνέπεια στὸν ἀθεϊσμὸ μὲ χωρὶς καὶ ἄνευ κόμπλεξ ἔναντι τοῦ χριστιανισμοῦ.

Κυριακή, Μαΐου 07, 2017

Ζμπάουκ εἶσαι!


blog stats