Τρίτη, Ιουλίου 09, 2019

foi

Είναι αριστούργημα, σχεδόν όσο και το μυαλό που το γέννησε...
Κάτι τέτοιες στιγμές ψαρωνεις, fσταματάς, δεν διαβάζεις πιο πέρα, λίγο λίγο το αφήνεις να σταλάξει μέσα σου.
Σταμάτησα πάλι..

Κυριακή, Ιουλίου 07, 2019

ἕνα δύο τρία τέσσερα πέντε ἕξι ἑπτὰ ὀκτὼ ἐννέα δέκα ἕνδεκα

E.E.K. τροτσκιστὲς
Μ-Λ Κ.Κ.Ε.
ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.
Κ.Κ.Ε. (μ-λ)
Ο.Κ.Δ.Ε.
ΣΥ.ΡΙΖ.Α.
Κ.Κ.Ε.
Πλεύση Ἐλευθερίας
ΜέΡΑ 25
Λαϊκὴ Ἑνότητα
Ε.ΠΑ.Μ.

Δῆλα δη, ἂν εἴχομεν μιὰν μπορχικὴ ἀστυνομίαν γούστου, μιὰν ἐπιτροπὴ τηρήσεως στοιχειώδους λογικῆς, ὅλο αὐτὸ τὸ τσοῦρμο, ἕνα δύο τρία τέσσερα πέντε ἕξι ἑπτὰ ὀκτὼ ἐννέα δέκα ἕνδεκα, θὰ ἔπρεπε νὰ... Νά, ξερωγὼ... Νὰ σταλῇ σπίτι τους γιὰ περισυλλογή, γιὰ ἐνδοσκόπηση. Δὲν γίνεται μιὰ πολιτικὴ τάση νὰ ζητᾷ ψῆφο ὑπὸ τόσων πολλῶν συνιστωσῶν. Δῆλα δη καὶ σὲ ζαχαροπλαστεῖο νὰ πᾷς, ἡ ποικιλία τῶν βιτρινάτων γλυκῶν εἶναι μικροτέρου πλήθους.

 

Σάββατο, Ιουλίου 06, 2019

Κριτικιὰ

Ἡ σχέσις μου τοὺς κλασσικοὺς συγραφιοὶ (ψυχάρειος δημοτικιά, ἐμετικῶς μαλλιαρὴ) ἔχει σημαδευτῇ ἀπὸ τὰ μικράτα μου, ἀπὸ τρυφερὰν ἡλικίαν λίαν ἀπαλῶν ὀνύχων - ἦταν θαρρῶ ὅταν ἡ Κριστιὰν ἡ Ντιόρ, ἐρχόντανε ἠ ἴδια αὐτοπρόσωπα (ἄχ, δημοτικιὰ - ἂν γράφαμε «αὐτοπροσώπως» θὰ ἤντουνα καθαρεύουσα ποὺ δὲν τὴ γκαταλαβαίνει τὸ λαὸς) στὸ σπίτι μου, στὸ ΠΙΚΠΑ Κοκκινιᾶς καὶ ἔξυνε τὴν μάπα μου γιὰ νὰ λάβῃ μικροσωματίδια διὰ τῶν ὁποίων κατασκεύαζε ἀντιγηραντικὴ κρέμα τὴν ὁποίαν -μακρὰν- προετίμα ἡ Ἀλέξις Κάρρινγκτων.


Ἡ πρώτη ἐπαφὴ ἦταν μὲ τὰ λάφυρα τοῦ Πόϊντον τοῦ Ἑρρίκου Ἰακώβου, τοῦ παρθένου δανδῆ ὅστις βάσει τῆς βιογραφίας του τὴν ὁποίαν ἔγραψε ὁ τιτάνας Νταίηβιντ Λότζ, παρέμεινε ἄσπιλος καθ’ὅλην τὴν ζωήν του καὶ τὴν βόλευε μὲ φίστινγκ - ὦ θεοὶ τοῦ θερινοῦ ἡλιοστασίου, τί κάθομαι καὶ γράφω; Εἶχα ξεκινήσει ὀρεξάτος νὰ διαβάζω τὰ λάφυρα, μὰ δὲν ἄργησε αὐτὴ ἡ ὄρεξις νὰ εἶναι ἡ ἀντίστοιχη ἱμερικὴ σὲ σοκάκι στὴν Γιαουντὲ ὅπου ὁροθετικὲς ἱέρειες τῆς ἀφροδίτης πουλᾶνε τὴν πραγμάτειά των καὶ χωρὶς λαστιχένιο ὑπερασπιστὴ τῶν ἐπιταγῶν τοῦ ΠΟΥ – παγκόσμιος ὀργανισμὸς ὑγίειας παναπεῖ.


Πῶς ἄνοιγαν οἱ ἰατροὶ τὰ βλέφαρα τοῦ Ἀλεξάνδρου Ντελὰρτζ καθὼς τὸν ὑπόκεινταν (sic) σὲ ἐκεῖνο το πείραμα μὲ τὶς εἰκόνες τοῦ κακοῦ, στὸ κουρδιστὸ τὸ πορτοκάλι καὶ τοῦ ἔβρεχαν συνεχὰ (δημοτικιὰ) τὸν βολβὸ τῶν ματιῶνε ἵνα μὴ στεγνώξωσιν; Κἄπως ἔτσι ἤμανε κι ἐγὼ ἐνόσῳ διάβαζα τὰ ἀτέρμονα αὐνανιστικὰ πήγαινε ἔλα/πανέλα τῶν ἡρώωνε καὶ ἡρωϊδῶνε – σὰν τραγοῦδι τοῦ Πάριου ἦταν! Δῆλα δη, ἔλα, σὲ θέλω, ἀλλὰ σκέψου, δές το καλά, μὴν ἔρθεις ἐν τέλει, μπορεῖ καὶ νὰ μὴν θέλω, βαθειὰ ὅμως θέλω ἐδῶ ποὺ τὰ τραγουδοῦμε, σ’ἀγαπῶ μὲ ἑβδομῆντα ἀστερίσκους καὶ προὑποθέσεις, ἔλα λέμε, μὴν ἔρχεσαι μᾶλλον, ξαναέλα θαρρῶ, ξανασταμάτα ἴσως, φὰκ ηὐξύθη (ὑπὸ τοῦ δὲν πλερώνω Τσίπρα) καὶ τὸ διόδιο στὸν ἀττικὸ δρόμο (Σιγὰ μὴν γράψω «ὁδό»! Καθαρευουσιάνικο; Νὰ μὴ μὲ καταλαβαίνῃ τὸ λαός;) κάτσε νὰ προσθέσω μερικὰ «ἐν τούτοις», «ὡστόσο», «ἴσως», «μπορεῖ» στοὺς στίχοι, στὸ τραγούδι ἵνα τὸ μελοποιήσῃ ὁ Πολυκανδριώτης.


Καταλαβαίνω βέβαια, ὅτι τότενες δὲν ὐπῆρχαν τὰ κουνητὰ τηλέφωνα, συνεπά, ἡ ἐπαφὴ μὲ wannabe γκομενέτε δὲν ἦτο τόσο ἄμεσος ὅσο σήμερις ποὺ πρῶτα στέλλουμε τὴν πὶκ ντὶκ καὶ μετὰ ἔχομε στύση. Εἶναι δύσκολο γιὰ τὸν συγγραφέα, πολὺ ἰδιαίτερο, κοπιῶδες τὸ νὰ μεταφέρῃ τὸν καημὸ ποὺ ἔχει εἷς νεανίας μὲ ντέρτι στὴν καρδιὰ γιὰ μιὰ τσούπρα, ὁ ὁποῖος καημὸς εκφράζεται, τρανεύει βαθμηδὸν καὶ ὅσο γρήγορα μπορεῖ νὰ τὸ ἱκανοποιήσωσιν αἱ ἐπιστολαὶ - πιάσ’τὸ ὠὸν καὶ κούρευτο δῆλα δη. Ὅλο τοῦτο πρέπει νὰ μᾶς τὸ σμπρώξῃ ὁ συγγραφεὺς μὲ τὸν πρέποντα (δέοντα; ὄχι, εἶναι ἀκαταλαβίστικο) ῥυθμό. ΟΚ, σεβαστό, ἀλλὰ πῶς θὰ μποροῦσα νὰ τὸ ἀποδεχθῶ ὅταν εἶμαι ἐπίτιμας πρόεδρας τῆς ὁμοσπονδίας ἀποστολέων πίκων ντίκων Βαλκανίων καὶ Μαγκρέμπ;


Ξεκίνησα τὸν Χάρντυ, μὲ τὸν Τζαίημς κατὰ νοῦ. Ἔβρασα λίγο ὑπερικό, ἔλαβον ῥινικῶς 0,7 γραμμάρια βενζοϋλομεθυλεκγονίνης, προσευχήθην στὸν Ἅγιον Νεκτάριον καὶ ἄρχισα. Αἰφνιδιάστηκα. Ὑπάρχει βέβαια ἡ ἴδια δομὴ κἄτι ποὺ ἀνησυχεῖ κἄποιον τζαιημσοπαθῆ, μὲ ἔπιασε ἕνας νευρικὸς παντοῦ κνησμὸς ὅταν τὸ εἶδα, ἡ Ἔλφριντ κόβει γιὰ πρώτη φορὰ τὸν Στῆβεν, καθῆστε γιὰ μιὰ σουμάδα, ἀλλὰ διαθέτει μιὰν ἀνησυχία μήπως καὶ φανεῖ τοὺ μάτς, ἀλλὰ ἂν δέν, μήπως ἔφευγε μὴ ψυλλιασμένος αὐτὸς καὶ ἀδιάφορος γιὰ τὴν ἐπαγγελματικῷ πλαισίῳ συνάντηση; Καὶ νὰ τὸ πάω, ἔτσι, γιὰ νὰ καταλάβῃ, νὰ τὸ πάω ἀλλιῶς, ἀλλὰ τί σημαίνει ἔτσι, τί σημαίνει ἀλλιῶς; Ἔτσι σημαίνει ἔτσι, ἔτσι σημαίνει ἀλλιῶς. Αὐτά, μᾶς λέει ἡ Ἔλφριντ, ὁ Χάρντης δῆλα δη εἰς τὸ Μάτια Γαλανά. Γιὰ πές μας τώρα Στῆβεν τὴν ἄποψή σου; Πόσο σὲ στένεψε τὸ βρακὶ ὅταν εἶδες τὴν μικρὰ γαλανομάτα; Καὶ ἀρχίζει ὁ Στῆβεν νὰ ἀναλύῃ τὸ θέλω θέλω θέλω τοῦ Κωνσταντίνου Βεδουρᾶ.


Κἄπως ἔτσι τσουλάει, τὸ φοβᾶσαι ἀλλὰ δὲν προλαβαίνεις νὰ δυσφορήσεις. Μπορεῖ καὶ νὰ δυσφοροῦσες. Ἀλλὰ δέν. Ὄχι λόγῳ τῆς βενζοϋλομεθυλεκγονίνης, ἀλλὰ διότι προβάλλονται κἄποια κούκου στὴν πλοκὴ ἐνδιαφέροντα, ψιλανατρέποντα δῆλα δη κἄποια ἄλλα, ὑπάρχει ἔνα κἄποιο χιοῦμορ (αὐτὰ ποὺ σκέπτεται ὀ ἐλφρίντειος πατὴρ π.χ.), ὑπάρχει καὶ ἡ ἀπορία τί θὰ γίνῃ πιὸ μετά, καίτοι ὁ ἐπιμελητὴς τὸν ἔπαιζε καὶ μὲ τὰ τέσσερα ὅταν ἔγραφε ὀπισθόφυλλο σημείωμα ἀναφέρων ὅτι ἡ μικρὰ καὶ ἀθώα Ἔλφριντ ψήνεται καὶ γιὰ τοὺς δύο καὶ δὲν ξεύρει ποῖον νὰ διαλέξῃ!


Κυριακή, Ιουνίου 02, 2019

Μπούσκιν!

Ἀλέξανδρος Πούσκιν καλεῖται ἔνα ἄλογατον εἰς τὸν ἱππόδρομον, σκέτο χάλι. Οὐδεὶς τὸ λογαριάζει, οὐδεὶς ποντάρει πάνω του.


Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἔνας ῥῶσος ποιητὴς μὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα – τάδε λέγουσιν οἱ μορφωμένοι.


Ὁ ὁποῖος (ζήσας ἀπὸ 1799 ὣς τὸ 1836 περίπου) θεωρεῖται ὡς ὁ θεμελιωτὴς τῆς συγχρόνου ῥωσικῆς ποιήσεως – οἱ ῶσοι κλασικοὶ τὸν θεωροῦν μέγιστο ἐρέθισμα.


πῶς τὸν λένε τελοσμπάντων, Πούσκιν; Ὁ Πούσκιν λοιπόν, εἶχε ἐκτοπιστεῖ γύρω στὸ 1824 (περίπου) εἰς τὸ Κισινάου. Ἐκεῖ, συνέγραψεν τὸ περίφημον ποίημά του, ΤΣΙΓΓΑΝΟΙ.


Σήμερις, τὸ μέρος ὅπου ἔζησε γιὰ μερικὰ χρόνια, ἔχει γίνει μουσεῖον. Τὸ ὁποῖον μουσεῖον, εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Μολδαβίας, ἐπεσκέφθη τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην ὁ Μέγας Vangelakas.


Στὴν φῶτο, ἀπεικονίζεται, ὁ ΜV, νὰ φέρῃ καὶ νὰ διαβάζῃ, τὸ ἐκδόσεων ἠριδανὸς ΤΣΙΓΓΑΝΟΙ, οἱ στίχοι τοῦ ὁποίου ἴσως καὶ νὰ συνελήφθησαν εἰς τὸ μέρος ὅπου ἡ νῦν φωτογραφία!


ὁ συμβολισμὸς ὑπέροχος. Πωλεῖται ἀντίτυπον τῆς πόζας, μὲ ἀφιέρωσιν τοῦ εἰκονιζομένου. Μεγάλη εὐκαιρία, συλλεκτικὸν γὰρ τὸ θέμα, πλεροφορίαι ἐντός.


Ἡ ἐπιμελήτρια τοῦ μουσείου ἐτόνισεν στὸν ΜV ὅταν οὗτος, ἀποχωροῦσε:


- Ξέρετε καμιὰ μάντρα οἰκοδομῶν;
- Εἶμαι ξένος, ἕλλην, δὲν ἠξεύρω. Τί νὰ τὴν κάνουτε ὅμως;
- Δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη νὰ ὑπάρχει πιὰ τὸ μουσεῖον, ἀφοῦ τὸ ἐπεσκέφθη ἠ αἰωνιότης σας, Μέγα Vangelaka! Δὲν πά’, νὰ ἔρθει ὁ Νόαμ Τσόμσκης, ὁ Γιάννης Φλωρινιώτης, ὁ Τζάστιν Τίμπερλέηκ καὶ ὁ πάσα ἕνας ἐπώνυμος! Δὲν μᾶς κάνει καμία αἴσθηση πιά…
- Χμ… Ντάξει. Tίποτ’ ἄλλο; Ὄχι; ’Ντάξει. Πρέπει νὰ φύγω. Γειά σας.
- Ποῦ πᾷς Ἀντροῦυυυτσο μας, ἄσε τὰ χαζά, μεῖιιινε, σκολνάω ὁσονούπω, πᾶμε, κερνῶ σουμάδα! Ἔλαααα...







ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΚΩΤΣΟ!

Ἕνα γαμάτο, πληρέστατο ἀφιέρωμα ἀπὸ τὸ royal chronicles! 


 


Σάββατο, Ιουνίου 01, 2019

Πρότασις γιὰ τὰς ἐκλογὰς


blog stats