Τρίτη, Σεπτεμβρίου 01, 2026
Δευτέρα, Αυγούστου 31, 2026
Πέμπτη, Αυγούστου 20, 2026
ραβασακι προς το λειρι του κοκκoρεως:
Προβάλλω τὴν εἰκόνα αὐτῶν τῶν χειλέων (καθὼς κινοῦνται μὲ τόση ἀτίθαση αὐτοπεποίθηση) πάνω μου, νὰ περιβάλλουν, νὰ ἐγκιβωτίζουν, νὰ αἰχμαλωτοῦν τον σ. ἀρτηριοσκληρωτικό μου μῦ ἐλάχιστα ἀφ' ὅτου ἡ γλῶττα (ἡ τῶν χειλέων σου) θὰ τὸν ἔχει πτύσει ἰνα μὴν τὸν βασκάνει.
Ἡ τῷ κάρᾳ παλαμιαία
κίνησή μου νὰ ἐξιδανικεύσω τὸν ρυθμὸ αὐτοῦ θὰ
ἀπορριφθεῖ πάραυτα ὡς κατάλοιπο τῆς πατριαρχίας. Μὲ πλήρη δεξιότητα, τὰ χείλη αὐτὰ
τὰ τζουτζούκια, ἡ γλῶσσα πανάκεια, ὁ φοῖβος οὐρανίσκος μετὰ τοῦ προεξάρχοντος λαϊδικοῦ βλέμματός σου, θὰ καταδείξουν ὅτι ἡ μιὰ κάποια ὑπεραξία τῆς ἐργατικῆς δυνάμεως τῆς Σλοὺρπ ΑΕ θὰ μποροῦσε νὰ χορτάσει δύο συντάγματα μὲ παιδιὰ ἐκ
μπιάφρας.
Ὅταν δὲ θὰ κάνεις στιγμιαῖα διαλείμματα ἀπελευθερώνουσα τὸ ἐκεῖ σύστημά σου ὥστε νὰ μπορεῖς νὰ μοῦ ἐκφωνὰς στιχάκια τοῦ Μαγιακόφσκι, τότε ἀκράτητος θὰ χυμάω στὰ γυαλιά σου. Ἴσως καὶ νὰ ζητῶ ὡς
τάλαινας νομιμομετανάστης νὰ
στὰ καθαρίσω σὰν τὰ παπρίτσια τοῦ ἀναμενοντος
τὸ φανάρι λάντα σου
στὸ φανάρι της
Πέτρου Ράλλη μὲ Κηφισσό.
Σὲ σκέπτομαι σὲ
λούπα, ἀπὸ τὸ πρωί, ἂχ βάχ.
φωκνερ
Δηλαδὴς τί περίμενει, ὁ πᾶσα εἷς παραλιάτος ἀναγνώστης νὰ νουβέλλᾳ συμβῇ γιὰ νὰ κάνῃ κέφι; Νὰ τοὺς βγάλῃ ὅλους νὸκ ἄουτ ὁ Τσὰκ Νόρρις ἢ νὰ ἔλθῃ ὁ Καρναίησον νὰ σώσῃ τὴν Λόλα; Ἐντυπωσιάζομαι μὲ ὅ,τι ἀξιοῦται, λυποῦμαι δῆλα δη, αἶσχος παναπεῖ. Ἴσως νὰ χρειαστῇ νὰ γίνῃ ἀνανέωσις στὴν καταλογάρα τῶν καρακαταντεμὲκ κυριῶν αἵτινες μὲ λέγουσιν: Διάβασον τὸν Ἀβεσσαλώμη, γαμάει καὶ δέρνει διάβασον τὸν Ἀβεσσαλώμη, γαμάει καὶ δέρνει διάβασον τὸν Ἀβεσσαλώμη, γαμάει καὶ δέρνει. Καὶ ὅταν ἄρχισα, στιγμήν τινα νὰ διάβασον, τὴν ἠρώτησα ἂν ὑπάρχῃ αἱμομιξία εἰς τὴν φτιάξιν κι αὐτὴ μὲ εἶπε δὲν θυμᾶμαι. Τί δὲν θυμᾶσαι, μωρὴ ἀχλάδω, τόσο σύνηθες εἶναι νὰ παρατηρῇται ἐνδογαμία; ’σταδιάλα, λέγω. Ὁριακῶς εἰμὶ νὰ τὸ γυρίσω στὶς ῥακέτες.





