Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2012

1,02 εὐρὼ

Κυριακὴ καὶ βρόχα, θἄπρεπε νἄπαιζε σχυρότατο κίνητρο γιὰ νὰ ξεκουνηθῶ.

Ἔπαιζε.

Καὶ ξεκουνήθηκα.

Ἱππαστὶ στὸ bmx μου κίνησα, ἠγόρασα προμηθείας ἤγουν μαντολάτο στὸ γνωστὸ φανάρι τῆς ἱερᾶς ὁδοῦ, ἔπιασα ὁδὸ ἐθνικιὰ καὶ κατηφόρισα. Πολύ. Διῆλθον τὸ αὐλάκι καὶ ἀφίχθην στὸ Λουτράκι διότι τελικά, οὐ παντὸς πλεῖν ἐς Κόρινθον.

Ἔφθασα σὲ ὥρα ἀπομεσημέρια.

Μὲ περίμενε ἐπὶ τῆς βορειοδυτικῆς θυρὸς τοῦ Κτήματος Καταπίνογλου.

Ἐκεῖ, σὲ ἕνα ἂς ποῦμε φυλάκιο, ἵστατο ἔξωθεν αὐτοῦ, ὑπὸ τοῦ στεγάστρου φυσικὰ καὶ ἐκράτει ἕνα μπὼλ μὲ φουντούκια.

Ἔστησα τὸ ποδηλατάκι μου στὸ νύχι του καὶ τὴν προσέγγισα. Ἐπιτήδευσα ἕνα βῆμα λίγο δὲν μασάω τοὺς ἀδένας μου καὶ κύτταζα ὅπου νἆναι πλὴν αὐτῆς. Ὁ ὑετὸς μοῦ μούσκευε τὰ μαλλιά καὶ τοὺς ὤμους· τὸ θέαμα τοῦτο μούσκευε κι αὐτὴν καίτοι ὡς προεῖπον, ἵστατο σὲ μέρος ἀσφαλές.

«Ἡ κυρία Καταπίνογλου; Εἶμαι ὁ Βαγγέλακας, ἀπὸ τὴν ἀγγελία, ξέρετε»

Περάστε μοῦ εἶπε μὲ ἕνα χαμόγελο αἰφνιδιασμένο καὶ ντροπαλὸ καὶ ἐξεπέτεινε τὸν βραχίονά της πρὸς τὸ βάθος, δεικνύουσα τοποθεσία ἔνθα ἑδράζετο μιὰ ἔπαυλις ἄρτι ἀφιχθεῖσα ἀπὸ τὸν ἀμερικανικὸ νότο τοῦ φράνκλυ μάυ ντῆερ ἄι ντὸντ γκὶβ ἂ ντάμ. Ἐστράφην μοῖρες μερικὲς πρὸς τὸ τσαρδί της καὶ πάνω ποὺ τσάκιζα ἀρχιζοπερπατώντας, τὸ μυτερὸ λουστρινάκι μου σὲ μιὰν γουβίτσα λασπόνερο, πετάχτηκε σφαιράδην ἀπὸ τὸ φυλάκιο ἕνας μὲ ὀκτάρα ἀντισυνταγματάρχου στολὴ τῆς Στρατονομίας ὅστις ἄνοιξε ἕνα ἀλεξιβρόχιο καὶ μᾶς στεγανοποίησε οὕτως εἰπεῖν.

Βαδίζαμε δίπλα δίπλα, μὲ παράταιρη γιὰ τὸν καιρό, ταχύτητα βήματος· λὲς καὶ κυττούσαμε βιτρίνες. Ὁ ὑετός, ὅλην αὐτὴν τὴν ὥρα, ἔπιπτε στὴν ἴδια ἀνεκτὴ ἔνταση καὶ ἐξαιρέσει τῶν καφὲ στιγμάτων στὸν ποδόγυρο τῆς μαντάμ, οὐδὲν ἔτι σκώμμα δημιούργει. Ἡ κοπριὰ μύριζε ὑπέροχα καὶ κάποια καιόμενα ξύλα ἀπὸ τὰ κεῖ πέρα σπίτια τοῦ κηπουροῦ καὶ τοῦ σωφέρ, πινέλιαζαν πολὺ βουνίσια τὴν ὅλη ἀτμόσφαιρα. Κάποιες καρδερίνες ἠκούσθησαν ἀπὸ μιὰ κοντινὴ συστάδα πεύκων, λούγαρα ἐπίσης, σπίνων ἀκόμη σαλιαρίσματα ξεχώρισα καὶ φλῶροι ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ ψηφίζουν σύριζα, τιτίβιζαν wireless. Μιὰ περίεργη ἐμμονὴ σὲ πουλιὰ διέτρεχε σύμπαν τὸ κτῆμα Καταπίνογλου, προφανῶς ἀκουσία.

«Τὸ φτωχικό μας ξεπερνᾷ σὲ τετραγωνικοχιλιομετράτο μέγεθος τὸ δουκάτο τοῦ Λιχτενστάιν. Ἔχομε κινήσει διαδικασίας Συμβουλίῳ τῆς Εὐρώπης ὅπως ἀποσχισθῶμεν τῆς ἑλληνικῆς δημοκρατίας. Συντρέχουν ὅλοι οἱ νομικοὶ λόγοι ὥστε νὰ εἶναι ἔγκυρη ἡ κρατικὴ ὑπόσταση ἡμῶν, θὰ τὰ καταφέρωμε!»
«Καὶ θὰ θέλω, κυρία Θάλεια, διαβατήριο ὅταν μὲ ξαναζητήσετε γιὰ τσιριμίρι;»
«Μὴν διακόπτετε τὴν κυρία Καταπίνογλου!»

πετάχτηκε διακόπτοντάς με ὁ... τὸν κύτταξα. Καὶ πράγματι, θἄταν ὄντως τῆς Στρατονομίας ἀξιωματικός, ὅταν αὐτὴ εἶχε ἄλλο user name, ὅταν ΕΣΑ δηλαδὴ καλεῖτο στὰ χρόνια τῆς Ἐπαναστάσεως τῆς 21ης τ’ Ἀπρίλη. Ἕνα γκλὸπ τοὔλειπε τοῦ λακὲ νὰ μ’ἀρχίσῃ καὶ μένα! Τὸ βούλωσα.

«Ἡ αὐτάρκεια, αὐτονομία, σχεδὸν ἀνεξαρτησία τοῦ κτήματος εἶναι θαυμαστή. Διαθέτει ἐξατάξιο δημοτικό, τριθέσιο γυμνάσιο καὶ λύκειο μὲ διευθύντρια τὴν Βίνα Ἀσίκη. Πρῶτα ἦταν ἡ μαμά ἐπικεφαλής. Ἔχομε καὶ τεχνικὴ ἐπαγγελματικὴ σχολὴ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀποφοιτοῦν οἱ νευροχειροῦργοι ἰατροί μας. Τὴν εἶχε ἱδρύσει ὁ ἀείμνηστος μπαμπάς. Μεριμνοῦμε καὶ γιὰ τοὺς πόρους μας - ἡ αὐτάρκεια ποὺ σᾶς ἔλεγα. Κεῖ πιὸ πέρα, ὑπάρχει τὸ ἰχθυοτροφεῖο μας, τσιποῦρες καὶ λαβράκια κυρίως. Δίπλα ἀκριβῶς, ἡ ἀνωτάτη βιομηχανικὴ σχολὴ ἀνταρτῶν πόλης, μὲ ἕναν στίβο μάχης ποὺ προσομοιάζει τὴν Ἀκαδημίας καὶ τὴν Μπενάκη. Παρακάτω ἡ μείζων ὑπερτάτη ὐψικάμινος ὅπου καῖμε τὰ τραπεζογραμμάτια, ναί, ἔχομε ἀπορρίψει τὰ λεπτὰ ὡς μέσον οἰκονομικῆς συναλλαγῆς, δὲν τὸ ξέρατε; Μὴν στενοχωριέστε ὅμως, χιχιχιχί, ἔχομε λίγο ἀπόθεμα γιὰ σπέσιαλ περίπτωσες! Νομίζω πίσω της, εἶναι τὸ μέγαρο ἐκδηλώσεων «Ἐνβὲρ Χότζας» ὅπου κάθε ὄχι ὑπήκοος, προσέξατε παρακαλῶ κύριε Βαγγέλακα, μὰ μέτοχος τῆς πολιτείας μας, σὲ μιὰν ὀλιγόλεπτη διαδικασία, ἀποποιεῖται κάθε θρησκευτικὴ τελετὴ στὴν ὁποίαν κατὰ τὸ παρελθόν, ὑπεβλήθη. Συμβολικὰ ξοβελᾷ τὸ χριστιανικὸ ὄνομά του καὶ τυχὸν γάμο εὐλογηθέντα ἀπὸ τὸν χτικιάρη Ναζωραῖο, τὸν γκαγκὰ ἀνοιακὸ πατέρα του καὶ τὸ πουλί τους. Ἀκριβῶς ἔξωθεν τοῦ μεγάρου τούτου, μιὰ στάνη φιλοξενεῖ ἕναν αἰωνόβιο τράγο ὁ ὁποῖος αἰδοιοπεογλύφει τὸν/τὴν κάθε μόλις ἀπηλλαγμένο/α τοῦ χριστιανικοῦ ἄγους. Ἡ σημειολογία τῆς χρήσεως τοῦ τράγου εἶναι φανερή, μέχρι κι ἐσεῖς, μπορεῖτε νὰ τὴν καταλάβετε. Μπορεῖτε στὰ μέρη μας, νὰ δῇτε ἔκθεση πλευμομπίλ, νὰ παρακολουθήσετε μαθήματα ΙΕΚ αἰσθητικῆς καὶ τὴν μόνιμη παράσταση θεάτρου σκιῶν μὲ τίτλο ὁ Ῥαμὶζ μᾶς μάζεψε τὶς ἐλιὲς καὶ φρόντισε τὴν γιαγιά. Τέλος, οἱ πόροι τῆς πολιτείας μας, συμπληρώνονται ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῶν ἀμπελώνων μας. Κυττάξτε κύριε Βαγγέλακα!»
«Πωπώ!»
«Μὴν διακόπτετε τὴν κυρία Καταπίνογλου, λέμε!»

Ἄαααααα, κύττα τὸν παπάρα, ἐσκέφθην, γαμήσου πιά! Κι εὐτυχῶς ποὺ πλησιάζαμε στὸ σπίτι καὶ θὰ ξεφορτωνόμαστε τὸν τραμποῦκο ἢ λὲς ἡ Καταπίνογλου νὰ εἶχε τίποτις κίνκυ θεματάκια κατὰ νοῦ μὲ θρησαμιὲς καὶ τὰ ῥέστα; Μπά, ὄχι δὲν θὰ τὸ δεχόμην!

«Κυρία Καταπίνογλου; Θὰ ἐκδίδῃ καὶ γραμματόσημα ἡ τομασμορική, ἀναρχικιὰ πολιτεία σας; Εἶμαι φόλα φιλοτελιστής!»
«Κάτι θὰ κάνωμε γιὰ σένα, ἀγόραρε!»

Ἦλθε τόσο κοντά μου λέγουσα ὅ,τι εἶπε ποὺ ἐρέθισε τὸ μυτουλάκι μου καὶ πταρνίσθην τὸ τσαμένο. Ῥούφηξα τὴν μύξα καὶ ἐπανῆλθον. Κανονίσαμε τὴν ἀμοιβή μου, μπήκαμε σὲ κάτι ἐνδότερα (εὐτυχῶς, ἄνευ τοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ Συνταγματάρχου τῆς ΕΣΑ, Τζανέτου Σκοτωμενάκου, ὁ ὁποῖος εἶχε διάλεξη περὶ τῆς ἀδούλωτης Μάνης σὲ κάποιο ὑπὸ κατάληψη στέκι στὴν μοναρχοφασιστικὴ Ἑλλάδα κι ἔπρεπε νὰ φύγῃ) καὶ ἀφοῦ ἤπια σκόνη ἀνυψωτικιά, τῆς ἐπέτρεψα νὰ σχεδιάσῃ τὴν ὑφήλιο στὸ κορμί μου - τοὺς χάρτες τοῦ Νεάρχου θαρρῶ. Ἢ μήπως τοῦ Τούρκου ναυάρχου Πίρι Ῥέης; Μᾶλλον αὐτοῦ, καθ’ὅσον τὸ περνᾷ περνᾷ ἡ μέλισσα ποὺ παίζαμε, εἶχε ὀθωμανικὸ προσανατολισμό, θέμα μὰ καὶ στύλ. Δὲν τὸ θυμᾶμαι καλῶς, πρέπει νὰ μὲ δῶ στὸν καθρέπτη.

Κι ὅταν τελειώσαμε ὅλο αὐτό, οὕτινος ἡ ἀμοιβὴ ἀπετέλει σχυρότατο κίνητρο γιὰ νὰ ξεκουνηθῶ τὸ ὁποῖον ὅλο αὐτὸ ἦταν ἐν τέλει μιὰ καλοφλεβατωμένη τιμωρία στὸ στόμα της [διότι, ἂχ αὐτὴ ἡ πολυλογία της! Τί ξιπασμένη μπουρζουὰ ποὺ τὄπαιζε μάλιστα καὶ Ἔμμα Γκόλντμαν! Τέτοιες σαβοῦρες, ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε, μέχρι ποὺ θὰ πλέρωνα (ὄχι νὰ μὲ πληρώνουν!) γιὰ νὰ τοὺς τιμωρῶ τὸ στόμα μὰ καὶ κάθε χαίνουσα σωμάτια πληγή, πολλὰ γὰρ τὰ γούστα!] ὅταν τελειώσαμε λοιπὸν ὅλο τοῦτο καὶ ῥευόμουν μάλιστα καὶ τὰ φουντούκια, εἶπα νὰ φύγω, ὄχι ἐντελῶς ὡσὰν τὸν Θέμη Ἀδαμαντίδη ὁ ὁποῖος εἶπε νὰ φύγη νὰ μὴν πονάῃ ἄλλο πιάααα, ἀλλὰ εἴχομεν τελειώσει ὥρα καὶ ἔπιανε νὰ σκοτεινιάζῃ.

Μπῆκα σὲ χειροποίητο λαμαρινένιο κλίβανο γιὰ νὰ μὴν πάρω μυστικὰ μαζὺ στὴν καπιταλιστικὴ ἑλλάδα, ἔκανα μπάνιο, στεγνώστηκα σὲ πετσέτα χυτίρογλου, φόρεσα τὸ ἴδιο βρακί, φανέλλα, ὑποκάμισο καὶ πανταλόνι κι ἀφοῦ χαιρέτησα μὲ ἕνα χάδι ἑπτάμισυ εὐρὼ τὴν Καταπίνογλου, ἐπέστρεψα βόρεια.

Τὸ βράδυ, σπίτι, εἶχα μιὰν χαύνωση τί νὰ σᾶς λέω. Πάντα τὸ παθαίνω ἅμα τῇ περατώσει τῶν αἰσχρῶν. Δὲν ἔδωσα σημασία σὲ μιὰν ἐνόχληση στὸ μάτι, εἶχε περάσει ἡ ὥρα καὶ χαζοκοιμόμουν στὸν καναπέ. Μέχρι ποὺ τὴν ἑπομένη, τὸ εἶδα στὸν καθρέπτη. Ἕνα κριθαράκι εἶχε μπαστακωθῇ στὸ βλέφαρο τοῦ ἀριστεροῦ ματιοῦ μου. Κι ἀπὸ τότες, πλὴν τοῦ ὅτι ἔχει τουμπανιαστῇ ὁ μάτης καὶ μοῦ χαλάει τὴν ἀδώνειον πρόσοψιν, ἔχω ἕναν πόνο πολὺ ὀξύ. Ἔκανα κάτι πλύσεις μὲ χαμομήλι, ἀλλὰ τζίφος· τὰ ἴδια.

Καὶ πρέπει τώρα νὰ ψάχνω –δεδομένου βεβαίως τοῦ ὅτι ἀρνοῦμαι νὰ πλερώσω ἕνα εὐρὼ νὰ κλείσω γιατρὸ- τίποτις γιατροσοφικά, δηλαδὴς νὰ εὕρω παρθένον Μαρία νὰ ἰάνῃ τὸν πόνο μου δι’ ἐμπτυσμοῦ κάποια νύκτα στὴν χάση τῆς σελήνης.

Καλά...



0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats