Τρίτη, Ιουνίου 19, 2007

Homo cuculidae.

Δέν ισχυρίζομαι ότι είναι μέρος μυσταγωγικής ξορκιοσύνης αυτό μου τό κόλλημα, ούτε ότι αποκαλύπτοντάς το, θά αλλάξη κάτι, οπότε... Ναί, γιατί όχι...

Δέν μπορώ πού λές, νά πετώ στυλό, τό έχω σέ κακό. Ποτέ μου δέν έχω πετάξει. Πονοψυχίζομαι τά μάλα, αρνούμαι πεισματικά. Τούτο μού συμβαίνει από τότε πού θυμάμαι τόν εαυτό μου, στά πρώτα χρόνια τού δημοτικού. Πρώτον μέ βλέπω σέ περιβάλλον μέ μυρωδιές κιμωλίας νά ζητάω μολύβι δανεικό από συμμαθητή καί δεύτερον (αφού ποτέ ότι δέν τό επέστρεφα) νά μήν τό αφήνω νά μικραίνη, ανανεώνοντάς του τήν λεπτάδα τής μύτης του. Διότι προσέφευγον έκ νέου σέ άλλα δάνεια καί ούτω καθεξής.

Αναπόφευκτα, γέμιζα (καί γεμίζω) μέ πλαστικά μπίκ, μέ φαμπεράκια μολύβια. Γιά νά αποφύγω τέτοιου είδους προβλήματα, προβλήματα γηράσκοντος υπερπληθυσμού υιοθετώ πάρκερ στυλό καί μηχανικά μολύβια.

Παρά ταύτα, τά διάφανα μπίκ όλο καί συσσωρεύονται (-νταν). Τό πρόβλημα τού χώρου ελύθη μέ κάποια επιπλάκια στό γραφείο. Αλλά καί πάλι, όπως καί νά τό κάνης, μαζεύονται (–αν). Δέν ξέρω ποία η τών πλανητών θέσις χθές όταν μού σφηνώθηκε η λύσις τού προβλήματος, λύσις καταλυτική. Στήν σκέψιν της καί μόνον, μεθώ.

Θά περιμένω απόψε νά σχολάσουν όλοι. Όλοι. Μέχρι και η τού ψύκτη προσπάθεια νά καταλαγιάση. Θά σηκωθώ καί θά τεντωθώ δήθεν αμέριμνα· και οι τοίχοι έχουσιν όμματα. Αδιαφόρως θά αδράξω έξι στυλουδάκια, πάντα τακτοποιώ ολίγον, πρίν νά φύγω. Καί τής φευγάλας ο δρόμος, γιομάτος λαιστρυγόνες, κύκλωπες καί λωτοφάγους – τά γραφεία τής Δεσποίνης, τής Αγγελικής καί τής Μελπομένης. Από δύο υπέργηρα στυλό θ’αφήσω στά γραφεία των χωρίς νά προσέξω γιά ευταξία.

Κούκου!




0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats