Δευτέρα, Νοεμβρίου 14, 2005

Δακτύλιος.

Μετά από αρκετό καιρό, σήμερις τό πρωί φόρεσα καινούριες κάλτσες! (Είναι κάτι πού έχω νά τό νοιώσω πολλές δεκαετίες, συνήθως κάλτσες φτιάχνει η γυναίκα μου, μεταποιεί κάτι τρύπιες λευκές φανέλλες καί έτσι τήν ευρίσκωμε τήν άκρη...)

Ωραία η αίσθησης τής αφράτης κάλτσας στό πόδι. Κυρίως δε, αι διαθέσεις παραχωρήσεως/παραδόσεως εκ μέρους της σέ κάθε περίπτωση. Περπάτημα (από τό σπίτι μέχρι τό σίμκα) οδήγησις καί αλλαγή ταχυτήτων (τασσωκαβάδειος συμπεριφορά στό ντεμπραγιάζ), περπάτημα ταχύ (ένεκα πολλών ερυθρών φαναριών) από τό τουτού έως τήν εργασία κι εκεί η συνεχής συμπαρουσία.

Σέ ένα από τά πολλά όπως προείπον φανάρια χαμήλωσα τήν έντασιν τού ραδιοφώνου ν’ακούσω ερώτησιν ενός μοτοσυκλετιστού. Λησμόνησα νά τήν επαναφέρω στά πρό τής απορίας καί τότε ήταν πού ήκουσα:


- Χιχιχιχιχι! Ρέ τόν μόρτη! Τό’πε καί τό’κανε... Ηθελε κόπο βεβαίως. Κόπο καί πολλά χιλιόμετρα. Το πλησιέστερο εργοτάξιο ήταν στούς Θρακομακεδόνες. Από Κοκκινιά, Θρακομακεδόνες χιλιόμετρα μπόλικα. Άσε πού έπρεπε νά πάη καί μέ φορτηγάκι.
- Χοχοχοχο! Ώστε έτσι ε; Δέν τού φαίνεται ρέ... Τόσο πολύ πιά;
- Και βάάάάλε.. Τέλος πάντων. Μέ τά πολλά τόν έφερε τόν κόφτη σπίτι, δηλαδή στό πεζοδρόμιο τόν άφησε, τρόπος τού λέγειν σπίτι.
- Καί τί σπίτι!
- Μέσα είσαι! Όχι στό σπίτι! Στό νόημα... Σένιαρε λοιπόν καί τήν γεννήτρια διότι τό οικιακόν ρεύμα δέν έφτανε ούτε γιά κλανιά τού κόφτου κι άρχισε...
- Έτσι απλά;
- Χμμμμ! Απαπαπαπα! Τί έτσι απλά; Θέλει κόπο ρε σύ... Νομίζω; Γιόμισε όλους τούς γειτόνους ωτασπίδες καί τά ρέστα τά ομοειδή καί τότε ήταν πού άρχισε. Έβαλε ομπρός τόν κόφτη κι άρχισε νά κόβη, νά εκθεμελιώνη δηλαδής...τά νύχια του. Τών ποδιώνε όμως.
- Τί ολυμπιακά έργα καί τρίχες τότες ρε! Χαχαχα!

Τό γέλιο κόπηκε αποτόμως, η αδράνεια τών σωμάτων τά έφερε μπροστά καί εκφράσεις αναρωτήσεως πλήθυναν.

Σήκωσα χειρόφρενο, άνοιξα πόρτα, πετάχτηκα έξω αφήνοντας τήν θύρα ανοικτή, τρελλά, παραληρηματικα, πυρρίχειος χορός, σάν νά μού είχαν ρίξει κάρβουνα στά μποτάκια. Μέ τήν μύτη τού ενός υποδήματος στήν φτέρνα τού άλλου, τά έβγαλα, τά πέταξα. Κάθησα κάτω, δίπλωσα τά πόδια μου, έβγαλα τίς κάλτσες, τίς έφερα στό ύψος τών οφθαλμών μου καί μέ ύφος βεελζεβούλ :

- Πού τό ξέρεις ρε; Στρίγγλισα. Ε; Πού τό ξέρεις; Αφού την τελευταία φορά πού έκοψα τά νύχια μου, η Καριοφιλιά Καραμπέτη βατευόταν από τόν Αρζόγλου στό «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά»!

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats