Δευτέρα, Δεκεμβρίου 05, 2005

Έξ άπαλών ονύχων...


- Τελείωνε μωρηηηηη! Βρέχομαι! ακούστηκε μιά φωνή καί στο καπάκι μιά σιγανή μουρμούρα – μονόλογος, συμπλήρωσε: τώρα βρήκε νά σοροπιάσει μέ τον ταρίφα, γιά όνομα!

Η κραζομενη πήρε τα ρέστα άπό τον αυτοκινητιστή, άνοιξε τό πορτοφόλι, έριξε κάτι φραγκοδιφραγκορεστα, καί ξαναέστειλε τό βλέμμα στο μουστακαλή, σαραντασαμθινγκ ταξιτζή:

- Καί που’σαι μπόϋ… Μήν χαθούμε… Τσάο…

Ανοιγόκλεισε τα μάτια, σκανδαλιάρικα καί προκλητικά, έκανε καί κάτι φούσκες μέ την τσίχλα καί κίνησε γρήγορα Πρός την πολυκατοικία, προσέχοντας τό παντελόνι νά μήν βραχεί.

- Καλά ντε! Πως κανείς έτσι; Τό φαγητό στην φωτιά έχεις; Ας περιμένει καί λίγο! Τί έγινε δηλαδή;
- Μωρή! Τί είν’αυτά που λες; Δέν σου έχω πει ότι πρέπει νά είσαι τυπική σάν νεοσύλλεκτος; Τί θέλεις δηλαδή; Νά στραβώσει;
- Μμμμ! Μούτρα γιά νά στραβώσουν! … Ποιο είναι τό κουδούνι; Πως τό είπαμε τό όνομα;
- Ορίστε! Ούτε τό όνομα του δέν θυμάται! Νεόφυτος Μωρή! Νεόφυτος Κουδούνας! Ο Κουδούνας μέ τ’ονομα! Όλη η Ιτέα, η Φωκίδα, η Ναυπακτία (ορεινή καί πεδινή) όλο τό γκλαμουρους Λιδόρικι (τί Μονακό καί μαλακίες!) ήξερε καί ξέρει τον Νεόφυτο τον Κουδούνα μέ τό όνομα! Κι έσύ τώρα τό παίζεις αλλού;

όλο καί καποια απάντηση θα προέκυπτε, όμως τό χαρακτηριστικό γρρρρρρ, ο ήχος της δια θυροτηλεφώνου ανοιγομένης εξώθυρας διέκοψε πάσα εχθροπραξία. Εισήλθαν στην είσοδο καί κάλεσαν τον ανελκυστήρα. Ο θάλαμος έφθασε στο ισογείων. Πριν μπουν μέσα, μιά επιτακτική παραγγελιά!

- Νά είσαι σεμνή! Τίποτε άλλο! Νά είσαι μετρημένη! Κι όλα θα πάνε καλά…

Η νεαρά άκουγε μέ φανερά ίχνη δυσαρέσκειας ανάμεσα σέ μάσημα τσίχλας καί περιοδική έξοδο της γλώσσας μαζί μέ φούσκες.

- Πωπώ, μας ζάλισες μέ τον Κουδούνα, είπε μέσα άπό τα έμπειρα καί κοσμογυρισμένα χείλη της.


Επατηθη τό κομβιον μέ τό 4 καί ανηλθον. Προχώρησαν στον διάδρομο, ο ήχος τακουνιών προϊδέαζε. Πριν νά χτυπήσουν τό κουδούνι καί πάλι μιά μάτια μόνον, χωρίς κάποιες άλλες παραινέσεις, πιστοποιούσε τό κρίσιμων του θέματος.

- Καλά, καλά! Θα είμαι συνετή! Τό υπόσχομαι!

Καί έστειλε στο κουδούνι του διαμερίσματος την παλάμη της μέ νύχι χρώματος κόκκινου, μιάν απόχρωσι που καί η Σύλβια Κρυστελ θα ντρεπόταν νά χρησιμοποιήση.

Η πόρτα άνοιξε μετά άπό καμπόση ώρα. Μπροστά η μητέρα της ηρωίδας, κάλυπτε την θεά πρός τον διαμερισματουχο. Είχε βεβαίως μιά καποια αγωνιά νά δή η φιλενάδα μας τον άνθρωπο που της είχε δώσει τό χριστιανικοτατο, νηστίσιμο, σώφρον καί ενίοτε μεγαλοπαρασκευιατικο όνομα της Ματθίλδης προ 360 μηνών περίπου.

Προχώρησαν αμφότερες στο σπίτι. Επιτέλους! Ο ήλιος ανήτειλλε! Είχε μπροστά της τον… νουνό της! Άφησε τό βλέμμα της λίγο περισσότερο του κανονικού στήν φυσιογνωμία του καί σιγά σιγά κατήλθε…

Η έκφρασης του προσώπου του έφερνε λίγο σέ Φραγκίσκο Κανέλλη. Στο θέμα μεγέθους στόματος καί τα τροφαντά χείλη. Η καράφλα θύμιζε Γιουλ Μπρινερ καί τα αυτιά, έναν ήρωα του Ντίσνεϋ. Τετράποδο όμως, τον Ντάμπο… Τό σώμα μιά καμπύλη περίεργη· είχε ξεφύγει άπό τό νά τήν αποκαλέσης καμπούρα. Έμοιαζε μέ ύψιλον καί μέ μιά οξεία πάνω… Η κοιλιά του έφερνε σέ έξ Αμφιλοχίας τσουράπω, εγκυμονούσα κυκλωπακι. Οι ενδυματολογικές απόψεις θύμιζαν τσοπάνη Ρούμελης, τα τσουράπια πάντως ήταν adidas. Ένα τριμμένο γιλέκο μέ λεκέ άπό κρόκο μελάτου αυγού, στο παντελόνι είχε καί τυροκαυτερη. Τό πουκάμισο λευκό· μέ αυτήν την υποκίτρινη χροιά που σχηματίζεται μετά την δισχιλιοστή εξακοσιοστή πεντηκοστή όγδοη φορά πλυσίματος. Στην τσέπη εκεί αριστερά, είχε μιά τσατσάρα (εν αποστρατεία εργαλείον μιας καί τό μαλλί περιοριζετο σέ τρεις, αγοραφοβικες, τρίχες οι οποίες έπιαναν τα, πλην νότου, σημεία του ορίζοντος) ένα προ τριετίας κληρωθέν λαϊκόν λαχείον, ταυτότητα μέ φωτογραφία η οποία θύμιζε τον Νικηταρά τον Τουρκοφάγο σέ ηλικία 7ης γυμνάσιου, καί κάτι ταμπλέτες μέ χάπια. Μερικά εξ αυτών είχαν μιά λέξη η οποία άρχιζε άπό βιά καί τελείωνε σέ γκρα, δέν ήτο ευδιάκριτη όμως. Τό ξούρισμα ήταν κόντρα! Αλλά είχε γίνει προ 8 ημερών, συνεπώς τα γένια άρχισαν νά φέρνουν σέ κολοκοτρωνεικους χαρακτήρες Δερβενακίων χωρίς Άκουα Βέλβα βεβαίως.

Η Ματθίλδη κατάλαβε τό των καλωσορισμάτων χαμόγελο της νά παγώνη στα υπό 70 συνταγματων πεζικου γευθεντα χείλη της. Τα οποία χείλη ελαβον μιά καμπυλη ώστε κι αυτή νά φιλήση τόν νουνο της!

- Καλως βρεθηκαμε νονο! Μμμμμμμμμμμμμουατς!

Ο νονος εστραφη πρός τό σαλονι, η Ματθίλδη κοντοσταθηκε. Μέ μιά απορια.

- Μωρε λες; Σκεφτηκε… Μπα… Ιδεα μου θα ηταν…

Γι’αυτό καί κυτταξε τό παντελονι της στο μερος των οπισθιων μηπως καί ειχε πειραχθει.

- Μπα… Ξανασκεφτηκε… Δέν μπορει… Τον κωλο μου επιασε ο πορνογερος ;

Ξανακυτταξε, ειδε ότι ειχε σχηματισθη μιά εντελως προσφατη τσαλακα, άπό χερι δημιουργηθεισα…

- Τον παλιοπουστα! Χουφτωσε η κουφαλα…

Τό προσπερασε όμως η Ματθίλδη… Προσπερασε καί την πορτα του σαλονιου καί εισηλθε.

Ο νουνος καί η μητηρ της, ειχαν ηδη καθησει… Η ματια της εκανε ένα ημικυκλιο, ηλεγξε τον χωρο, την διαρρυθμιση, τα επιπλα…

- Μικροεπαρχιωτισμος σφιγγομενος μπας καί μεταλλαχθει σέ μικροαστισμο… Κλας μαι αςς λεω εγω! είπε στον εαυτο της μέ ξυνο υφος…
- Εμενα νά μέ συγχωρειτε… Εχει προκυψει μιά ανευ δυνατοτητος αναβολης εργασια εδώ στα περιξ… Ελπιζω νά τα πουμε συντομως.

Η μητηρ της διεκοψε τίς στυλιστικες κρισεις της Ματθίλδης ανακοινωνοντας της ότι η επομενη ωρα θα ειχε εκεινην πρωταγωνιστρια. Καθησε σέ μιά πολυθρονα μέ παραστασεις ζωων καί περιμενε τον νονο της νά κατευοδωση την μητερα της.

Η πορτα εκλεισε. Ησυχια. Γιά λιγο όμως. Σουρσιμο ποδιων , καλυτερα τσαρουχιων. Καί αμα τη εμφανισει του στην πορτα, ο νονος ισιωσε τό παντελονι του… Η Ματθίλδη σφιχτηκε επικινδυνως καί χαμογελασε.

Περασε καμποση ωρα μέ πολλα ανεβοκατεβασματα ποτηριου στα οσα δέν ξερει η Δομη, χείλη της. Τό τρικαλινο τσιπουρο ειχε παρει λιγο αλλα οσο καί νά ηταν, ετσουζε. Ο νονος όμως, σοφα καί υπολογιστικα ποιών, επινε μονο μπλε πορτοκαλαδα. Τό αλκοολ τον πειραζε στην πιεση προφασιστηκε αλλα δέν τον πιστεψαν ουτε τα 34 γεματα μπουκαλια ρετσινα που ειχε σέ κατι ραφια στο συνθετο. Νηφαλια μετραγε κάθε κουβεντα του, ζυγιζε κάθε βλεμμα τό οποιο εριχνε καθετή και παραγαδι στο κολλητο μπλουζακι της Ματθίλδης. Κι όταν αυτή καπως αβολα μέ αυτά τίς αγαρμπες ματιες, κουνιοταν στο καθισμα της, εστελνε, ο νονος, βλεμματα σ’αυτό τό σκιαγραφον κάθε σωματικη λεπτομερεια παντελονι.

- Όχι όχι! Μα τί λετε νονε!; Ειμαι ελευθερη! Κορη! Ακομη καί στις μερες μας, ξερω ακριβως, μέ πασα λεπτομερεια, μέ στερεες γνωσεις τό περιεχομενο αυτης της μικρας αλλα πληρους νοηματων (καί τί νοηματων ε;) λεξεως! Ερρυθριω αβερτα, αγαπητε νουνε, όταν χαμερπεις ανθρωποι (μέ τον τονο στο ωμεγα) αναλωνονται σέ κουβεντες που σχετιζονται μέ ταπεινα σαρκικα κινητρα καί προθεσεις. Καί όταν αφηνουν τίς κουβεντες καί επιχειρουν νά πραγματωσουν ο,τί προηγουμενως εχει ειπωθει, τοτε… Πώς να τό πω…; Τοτε μου προκαλειται μιά απεχθεια πρός τον φεροντα τετοια συμπεριφορα. Δέν πρεπει νά λησμονειτε ότι…

Η Ματθίλδη εκοψε αποτομως την κουβεντα της. Μπροστα της ο νουνος σαφως επηρεασμενος άπό την κυανη περτικαλαδα, ειχε αφησει κάθε προσχημα καί την εγδυνε μέ τα λαγνα ματια του σέ ταχυτητες γρηγορες, βιαιες καί ερεθιστικες. Αμηχανιστηκε η Ματθίλδη, εβαλε τό νυχι της στο ποτηρι καί τό χτυπησε στο χειλος κανοντας έναν θορυβουλη ανακλησεως στην ταξη… Παπάρια όμως. Ο νονος στ’αρχιδια του. Συνεχιζε αυτό τό νοερο στριπτηζ δημιουργωντας στην Ματθίλδη ένα καποιο συμπλεγμα, η οποια όμως παραξενευτηκε ακομη περισσοτερο διοτι δέν θυμοταν νά ειχε νοιωσει αναλογο συναισθημα μέ ολους τους πρωην της. Ναί, θυμοταν πολύ καλά, εφθασε στο βαθος των εννεα χιλιαδων οκτακοσιων σαραντα τριων επιβητορων της… Ποτε μα ποτε δέν ειχε σκανδαλισθει, κομπλαριστει, σκαλωσει. Τα εκανε παντα όλα καί συνεφερε! Τί στο διαολο συνεβη τωρα; Της προεκυψε ένα συναισθημα πανικου. Ηθελε νά αρχιση νά τρεχει. Σκεφθηκε όμως ότι κινησεις βεβιασμενες μπορει νά εφερναν αντιθετο αποτελεσμα. Γι’αυτό καί… Γι’αυτό καί κυτταξασα τό ωρολογιον της, αφησε τό ποτηρι στο τραπεζακι καί ηγερθη.

- Πωπωωωωωωωωωωωωω! Περασε η ωρα! Πρεπει νά φυγω…

Ταχεως κατηυθυνθησαν στην εξωπορτα. Η Ματθίλδη την ανοιξε καί γυρισε πρός τον νονο της γιά τα τσαο μπαμπινο. Γυρισε καί προτεινουσα την χειρα γιά τα γεια αντις χουφτας ησθανθη κατι πιο κρυο καί φλατ. Τό κυτταξε καί…Ητο ενας φακελλος!

- Μα τί θελει; Νά τον ταχυδρομησω; ανερωτήθη αυτή η μυαλουδάρα…

Τό ανοιγμα τού φακέλλου όμως καί όχι ο νονος, απηντησε… Ένα πορτοκαλι χρωμα μαρτυρουσε τραπεζογραμματια της ευρωπαικης τραπεζης… Καί τό παχος… Τα έμπειρα χερια της Ματθίλδης αντεληφθησαν ότι ειχε μπολικα… Αμεσως, τό προσωπο της θυμισε Χριστος Ανεστη! Φωτισε υπερβολικα, χαμογελασε μεχρι σιωπηλου γελωτος καί… Αφησε τό κορμι της νά απομακρυνθει της εξωπορτας, εκανε κρυο βεβαιως, όχι γιά καποιον αλλον λογο. Εκανε κρυο καί ρευμα, γι’αυτό καί προσπαθωντας νά αποφυγει ενδεχομενο πουντιασμα, εστριψε λιγο καί χωρις νά τό θελει, εστειλε τον κωλο της στην μεχρι εκεινη την στιγμη ορφανη παλαμη του νονου. Τό δεξι φρυδι του ανασηκωθηκε, τό μαγουλο τσιμπηθηκε άπό ένα νευρο καί η μιά τριχα στο σκαλπ κινηθηκε βορειοδυτικα… καί όχι μονον. Αναμαλλιαστηκε ό έρμος, οι τρεις τριχες τρικυμμιαστηκαν όταν ακουσε την βαφτισιμια νά λεει:

- Μα νονε! Φευγω κι εγω χωρις προηγουμένως νά μού δειξης τό σπιτι σου; Άπό εκει; Άπό εκει είναι η κρεβατοκαμαρα; Γιά νά δω τα επιπλα!

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats