Δευτέρα, Ιανουαρίου 03, 2011

Γιὰ πᾶμε πάλι...

Ἤμουν περίπου δυόμισυ ὧρες ἐκεῖ ῥάβοντας βρακάκια γιὰ κλουβιὰ καναρινιῶν καὶ ἤδη, ἡ ἀναδυόμενη λαστιχίλα μὲ εἶχε ζαλίσει. Ἡ βέρτιγκο ταραχή, δέκα λεπτὰ μετὰ τὶς ἕντεκα ξεχείλωσε ἐπικίνδυνα. Ἔνοιωσα τὰ μάτια της τὴν πλάτη μου νὰ γυροφέρνουν ἐξεταστικὰ καὶ ἐγὼ ἄρχισα νὰ σιδερώνω μὲ τὸ μυαλό μου ἄπειρες χειμερινὲς ἱστορίες μαζύ της.

Λίγο πρίν, τὴν εἶχα καλέσει λέγοντάς της ὅτι τὴν ζητοῦσε ὁ ἂς τὸν ποῦμε Χρῆστος. Μὲ εὐχαρίστησε γιὰ τὴν μεσολάβηση καὶ πρὶν τὸ ἀντίο, σφράγισε τὴν ἐπικοινωνία μας μὲ ἕνα «φιλιά», αἰφνιδιάζοντάς με κατ’ἀρχάς (καιρὸν καθ’ὅσον μπόλικο εἴχα νὰ ἀκούσω κάτι τέτοιο) λιώνοντάς με ἐν συνεχείᾳ, σὰν τὸ τυράκι στὴν χύτρα τοῦ ῥωμαίου ἑκατόνταρχου.

Παρότι μιλοῦσε στὸν ἂς τὸν ποῦμε Χρῆστος, ἔνοιωσα τὴν προσοχὴ καὶ τὰ μάτια της νὰ σχεδιάζουν ἕνα πολυδαίδαλο μαιανδρικὸ τατοῦ στὴν πλάτη μου κι ἔτσι παραμέλησα κάθε ἄλλη ἀσχολία, ἀφοσιούμενος στὰ νοερὰ δακτύλια ἡδεῖα πάρεργά της ἀλλὰ καὶ στὶς διακυμάνσεις τῆς στενὰ ἐπαγγελματικῆς χροιᾶς φωνῆς της. Προσπαθοῦσα νὰ φανταστῶ, νὰ ὑπολογίσω μᾶλλον, τὰ νιοῦτον πίεσης τῆς γλῶσσας μου στὴν κλειτορίδα της ὥστε ἡ φωνή της νὰ κατσαρωνόταν, νὰ ξέφευγε ἀπὸ τὰ ἄχαρα περὶ τοῦ παντεσπανίου μας πεζὰ καὶ νὰ γινόταν πιότερο ἐλκυστικὸ ὅλο (της) τὸ σὲτ ἀλλὰ ἀντιλήφθηκα πὼς καὶ ἔτσι, μὲ φωνὴ παλιάτσου, κουβέντες της ἀπολογητικὲς καὶ συγκατάβασης στὸν ἂς ποῦμε Χρῆστος, οἱ φευγάλες τῆς σκέψης μου σὲ ἕνα ῥὶνγκ ὅπου θὰ παλεύαμε σὲ σχῆμα ζὲν ὁλοένα καὶ μεγάλωναν καὶ δυσκάμπτιζαν σὲ διάρκεια καὶ συχνότητα.

Ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα ἀντελήφθην πὼς στὸ τέλος ἔφθανε ἡ κουβέντα της μὲ τὸν ἂς τὸν ποῦμε Χρῆστος καὶ ἔκανα γρήγορα νὰ εὕρω κάτι ἄλλο γιὰ νὰ τῆς πάλι προσεταιριστῶ τὸ βλέμμα, ἕνα βλέμμα ποὺ πήγαζε ἀπὸ ἕνα κατάλευκο πρόσωπο μὲ μεγάλα καλῶς νοούμενα κουρασμένα μάτια μπατεφλαϊάτων τσινόρων, μὲ μύτη διακριτικὴ ποὺ κύτταζε ἀπὸ ψηλὰ περισπωμένα χείλη τὰ ὁποῖα σχημάτιζαν στόμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο πολὺ ἤθελα νὰ ἀκούσω παραχώρησης παρακλήσεις λίγο πρὶν ἐκεῖ φιλοξενηθῇ ἡ γλῶσσα μου ἴσως δὲ καὶ κάποιος ἄλλος μῦς τοῦ σώματός μου ἐξίσου ἰσχυρὸς καὶ βεζουβίως φλεγόμενος γι’αὐτήν.

Ναί, ἡ συνδιάλεξή της μὲ τὸν ἂς τὸν ποῦμε Χρῆστος εἶχε φθάσει ἐντελῶς πρὶν ἀπὸ τὸ γειά σου καὶ ἐγὼ λιγωμένος ἀπὸ τὴν εἰκόνα της, ἐγκατέλειπα κάθε σχέδιο καλοργανωμένης προσέγγισης, θὰ τὴς τὸ ἔλεγα ὅπως καθόταν, δὲν μὲ ἔνοιαζε τίποτε, τυχὸν ἀπόρριψη ἢ περιγελοποίηση, τὴν ἤθελα, μοῦ ἀρκοῦσε ποὺ θὰ τὴν κυττοῦσα λίγο παραπάνω τοῦ κανονικοῦ καὶ περίμενα νὰ δῶ τὸ ὕφος - ἀντίδρασή της νὰ δῶ στὸ προτεινόμενό μου· ἂν καὶ τὸ θεωροῦσα λίγο ὣς πολὺ σίγουρο μὲ ὅ,τι πρὶν μοῦ εἶχε πεῖ.

Ἀλλὰ τί τέλος ἄδοξο καὶ κίτρινο καὶ ἥττιο καὶ πικρὸ καὶ δούλιο καὶ ἀκλεὲς καὶ ῥιψασπίδικο καὶ ἐφιάλτιο· κλείνοντας τὸ τηλέφωνο μὲ τὸν ἂς τὸν ποῦμε Χρῆστος τὴν ἄκουσα νὰ τοῦ στέλνῃ:

«Φιλιά».

Στράφηκα πίσω, ὑπερπήδησα σκουντουφλώντας κάποια χωμάτινα, μπάζια ἐμπόδια, τὰ χαλάσματα τῶν μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγο σχεδίων μου καὶ μιλώντας στὸν ἀέρα, ἀπευθύνθηκα - ἐκτὸς ἀπὸ τὴν μαύρη μου μοίρα - σ’αὐτὴν:

«Ἄ, σὲ ὅλους τὸ λὲς αὐτό, ἔ;»


Στήν…… ἒ μὴν καρφωνόμαστε κιόλα! 



0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats