Τρίτη, Αυγούστου 17, 2010

I'm not easy (sic) but I'm true!

Μ τόση ζέστη κα πονεμένο τ κλιματιστικ το ατοκινήτου δν πολυψηνόμουν νβγαινα στν γύρα, λλωστε ατο ο μνες οτε σχολει διαθέτουν, οτε φροντιστήρια, οτε γγλέζικα, οτε κα κλειδοκύμβαλα· ποιός ν κυκλοφορήσ ξω μ’ατν τν καύσωνα;

Βαριόμουν
μως στ σπίτι, βαριόμουν πολύ. παναλήψεις στν τβ, βιβλία σν φασολάδα γι τέτοιο καιρό, φίλοι/γνωστο/συγγενες διακοπεύοντες, γυναίκα μου στ χωρι μ τ γγνι.

Κύτταξα τ
ολόι, ταν πολ νωρς κόμα, πς μωρ θ περνοσε ρα;

τσι, τ’ποφάσισα.

κανα να μπανάκι, πρα π τν ντουλάπα να μακρυμάνικο πουκάμισο κα τσίμπησα τ κλειδ το μαξιο. Τράβηξα νοτιανατολικά.

Ο
δρόμοι τί καλοί! Ο ρημις τεκαν ταχύτητες κι ο ταχύτητες γεννοσαν ναν κάποιον - στω ζεστό - έρα πότε δν σαν κα τόσο τραγικ τ πράγματα.

π Βουλιαγμένης στριψα ριστερ στ σμα τς λυμπιακς, πιασα τν Γερουλάνου μέχρι κα τ τέλος της, μλλον λίγο πρν π τ τέλος της κα πάρκαρα· μερικ μέτρα μετ π στάση λεωφορείων, πέναντι π να πλατειάτο συντριβάνι.

Τακτοποιήθηκα λιγουλάκι,
σουρα τ κάθισμα πίσω, χαλάρωσα τ κορδόνι το σρτς κα φόρεσα τ μακρύ, χειμεριν πουκάμισο. Κύτταξα γύρω, μι ρημι τόσο αγουστιάτικη κι λαύρα ν σκιάζ τ πάντα. κόσμος λος τν πάλευε στ σπίτια του μ κλιματισμος κα νεμιστρες, ποις θ γυρόφερνε μεσημέρι τέτοιας Κυριακς; Μλλον λάθος εχα κάνει πο κίνησα τέτοια ρα, τέτοια μέρα...

ποψη διαφορετικ εχε κεντρικς καθρέπτης το μαξιο. Δι’ατο, τ μάτι μου πεσε σ μι τύπισσα μ μι πλαστικ τσάντα στ χέρι ποία διέσχιζε τν δρόμο κι ρχόταν πρς τ μένα. ταν ρκετ ψηλ κα μ μακρι πόδια, καμία σχέση μ τς χαμηλοκλες λληνίδες, σως ν εχε ξεμείν π τν βάσι το λληνικοταν κι λικία της τέτοια πο ταίριαζε, τέλειο κούγκαρ! Χαρακτηριστικ προσώπου δν πολυδιέκρινα λλ δν τ κανα γι τόσο μεραπωθητικ - σε πο τέτοιες κυρίες εναι πάντα νεκτικς νεκα τ πόμαχο πο τος χει προκύψει...

Πλησίαζε μ
βμα βιαστικ κα υθμ ζγκ ζγκ ναζητοσα σκι λλ κάτι μουρις πέσχον ρκετά. Χτυποσε τν σακούλα στν γοφό, κίνηση ξόχως παιδική ποία μ κανε ν τ ποφασίσω. βαλα μπροστ τν μηχανή, μάρσαρα, ξεκούμπωσα τν γναμπτήρα το σρτς κα γρήγορα φόρεσα τ πουκάμισο, φήνοντάς το λεύτερο πάνω μου κα ξεκούμπωτο. Τν κύτταξα καλ σο μποροσα πι καλ κα μο ξεκίνησα τ πάρεργο.

Μ
συγχωρτε... Συγγνώμη... Ξέρετε πο εναι δς Κύπρου;

Διέκοψε
πότομα τν πορεία της κα στράφη, γύρισε δεξι πρς τ μένα, στ παρκαρισμένο ατοκίνητο, σακούλα λόγ τς δράνειας σχεδν τν χτύπησε στ στθος.

ρίστε; Πς επατε;

Φανερ
ξενικ προφορά, πρχαν και φακίδες στ πρόσωπο χωρς ν κρύβουν στόσο τι διήνυε τν πέμπτη δεκαετία τς ζως της. καί;

Ψάχνω γι
τν δ Κύπρου, ξέρετε κατ πο πέφτει;

Καθ
ς γ παναδιετύπωνα τν ρώτηση κα ατ μ προσέγγιζε, φθάνοντας στ βεληνεκές μου, χαμογέλασα καλιγούλεια. Δν χρειάστηκε ν παραμερίσω τ πουκάμισο, κίνησή μου ταν πρ τ δέον ποκαλυπτικ μέσα στν ξαψη.

χμ... πως εστε τώρα, θ συνε... Θ συνε... χίσετε...

Τ
χέρι της ταν στν κταση κα δειχνε μπροστά. γ συνέχιζα ν κλιμακώνω τ χαμόγελο, π τ θο νς ξυπηρέτηση ζητοντος σ σαρδόνειο κάποιου λίγον διορρύθμου κα σχεδν νεπαίσθητα κινοσα πρς τ κάτω τ φρύδια κα τ μάτια στε ν καταδείξω τι γνώριζα πο Κύπρου! λλο τ θέμα, καλή μου... Τ χαμόγελο μάλιστα εχε πλωθ σ λο τ στόμα, σ νοικτ στόμα σ κεφάλι πο μυδρ νεβοκατέβαινε τηρώντας τν υθμό. Προσπαθοσε ν ξηγήσ λλ κόμπιαζε. Κόμπιαζε, κριβς τς στιγμς πο κατηφόριζε τ βλέμμα της πρς τν τρίτο τς παρέας γι μιν μόνο στιγμ κα πανερχόμενη μεσα στ μάτια μου, συνέχιζε ν ξηγ. Κόμπιαζε, δν φαινόταν ν τ πιστεύ, σως κα τ πουκάμισο ν κρυβε λίγο π τν δέκτη το ερυθμου χαδιο μου, λλ κάποιο τραύλισμα στν παλάμη μου, νας σπασμός, να πάγωμα στ χαμόγελο τς διωξε κάθε μφιβολία.

Κύτταξε χαμηλά, ε
δε, γούρλωσε τ μάτια, πισθοχώρησε κα ρχισε ν φωνάζ:

ααααργκ! Σν β μπίτς! Γιο φίλθυ ρητάρτηντ φρίκ!

Κύττα π
ς κανε πατσαβούρα! Κύττα την πς κανε! φο μωρ χεις ν δς τέτοιο π τν ποχ πο νν συνταγματάρχης ν ποστρατεία σύζυγός σου ποφοιτοσε π τν Σχολ Εελπίδων, σ χαλάει τώρα μι μεσόγειος τσουτσο; ει χάσου!

Κα
χάθηκε, φυγε σχεδν τρέχοντας μ τν σακούλα ν κολουθ κατ πόδας.

Φφφφφ!
σύγχυσις εχε χαλάσει τν καλλιγραφία μου κα θελα χρόνο γι ν πανερχόμουν. Καλ φάσις πάντως, στω βραχείας διαρκείας, ταν καλ κα γουστάρισα, μαντμ τ εχε, τρελλ μπειρία, ,τι ξερε μήτρα της δν θξερε οτε Δομή.

Σκούπισα λίγο τ
ν δρώτα μου κα συμμαζεύτηκα. δραξα μιν φημερίδα κα πιασα ν διαβάζω τ διανυκτερεύοντα φαρμακεα. Πο κα πο κυττοσα μπροστά, κυττοσα κα τος καθρέπτες λλ δν κινετο τίποτε, κτς π δυ παπποδες ο ποοι παρ τν καύσωνα μ σακάκι μάλιστα πέρασαν δίπλα μου παίζοντες τ μπεγλέρια τους πολιτικοσυζητντες φυσικά. Μερικά, λάχιστα ατοκίνητα διέρχονταν μ παράθυρα ρμητικς κλειστ κα μούρτζουφλους δηγούς.

κουγα θλητικ αδιόφωνο, εχα πρ πολλο τελειώσει τν στήλη μ τ φαρμακεα κα τ κοινωνικ λλ τίποτε γύρω μου. προηγούμενη μπειρία μ τν τύπισσα μο φαινόταν δη πολ μακρυν (κα νατομικς δηλαδ) κι πως δειχνε, χωρς τν πιθανότητα πανάληψης μοίου περιστατικο - τί κρίμα ῥὲ γαμτο! Κι ταν τόσο ρημικά, δν πρχε κα φόβος λιντσαρίσματος ν κα ποι ψόφια τολμ ν πιτεθ ν δημιουργήσ σκηνή ταν προκαλ τόσο; Τ λέω γώ, μ ντιμετωπίσας τ παραμικρό, χρόνια ναζητν δος τν νοτίων προαστείων!

Πάνω πο
σκεπτόμουν ν κινηθ πιότερο νοτιοανατολικά, πρς τν παραλία δηλαδή, νθα ταν προσφορότατο τ δαφος μ μπόλικες δονοβλεψίες κυρίες κα δεσποινίδες, εδα μπροστά μου ν μφανίζεται μι κοπελίτσα - ρκετ κοντά μου, τν κρυβε μέχρι πρν π λίγο να περιπτέρι. Διέθετε να προσωπάκι τόσο θο κα ψεγάδιαστο πο μέσως σκέφθηκα τί κφράσεις θ παιρνε ταν θ μ βλεπε ν «τ ωτ πο δς Κύπρου».

ναψα τν μηχαν κα πλωσα πάλι τ πουκάμισο πάνω μου. Δυσκολεύτηκα πάντως ν ξεκουμπωθ, εχα νταποκριθ τόσο μεσα μ τν περιέργεια κείνη, νοιωθα σν τος μεγάλους πιστήμονες ο ποοι σταντο συγκεκινημένοι νώπιον μις μόλις ποκαλυφθείσης σημαντικς φευρέσεως! Εχε πλησιάσει γι τ καλά, να σωματάκι τόσο γουρο κα μαθο το θυσαυρο πο σερνε μαζύ! Φοροσε να σρτς πο ποκάλυπτε λευκ πόδια ν τ μάνικο φανελλάκι φανέρωνε στν θώρακα δύο σύμμετρα μν κυδώνια λλ τόσο στέρεα, τόσο πιβλητικά, τόσο δωρικ πο θ μποροσε κε ν στήσ μιν συσκευ rds δείχνοντάς μου τι πλατεία τς γίας Τριάδος προηγετο τς δο Κύπρου. περπατησιά της δν εχε τίποτε τ θηλυκ λλ μουν τόσο γοητευμένος…

Συγγνώμη, ψίτ! Κοπελιά! Ψίτ! Μ
συγχωρες, ξέρεις πς θ πάω στν δ Κύπρου;

Δ
ν κατάλαβε δν κουσε μλλον, να τρίτο ψτ τς γύρισε τ κεφάλι.

δς Κυπρλλλτρρτρσσσσς; Μήπως ξέρεις πο εναι;

ώτησα σ ντεσιμπλ ρμόζοντα σ περίπτωση πο κάποιος κοιμόταν δίπλα μου, στε μ κούγοντας κοπελίτσα καθαρά, ν μ πλησιάσ. φθασε λοιπόν, ρθε πολ κοντ κα συνοφρυώθηκε:

Τί ε
πατε;

Κούνησα κι
γ τ φρύδια μου, προσπάθησα ν κουμπήσω τ πηγούνι στν λαιμό μου κυττώντας της μως καρφωτικά.

Ψάχνω… Ψάχνω μι
ν δό. Τν Κύπρου. Πο εναι, ξέρεις, καλό μου κοριτσάκι;

Τ
χέρι μου παραληροσε, ταν περίεργο πο μποροσα κα ξέφερα ,τι τς επα, τ πουκάμισο νέμισε σ μι ξαφνικ παρόρμηση νς αγουστιάτικου μελτεμιο. Τ κορίτσι μ πάντα κφραση πορίας κύτταξε πρς τ πάνω, σν μαθήτρια πο μόλις χει ρωτηθ γι τν πρωτεύουσα τς ουάντα. Θυμήθηκε - χι τν Κιγκάλι – θυμήθηκε τν πορεία πο θ πρεπε ν πάρω κα χαμογέλασε.

σια, στν πλατεία κα στ στεν τς κκλησίας θ ....................................................... γιατί τ κάνετε ατό;

Παρακαλ
; Γιατί τ κανα ατό; θο μου κορίτσι! Οτε ατ δν καταλάβαινε; στε λοιπν τόσο μικρ ταν; Μειδίασα λίγο λλ συνέχιζα τν δουλειά μου, πειρία του μο κλιμάκωνε τόσο πολ τν νθουσιασμό!

Γιατί τ
κάνετε ατό; Βλέπω, στ μέρος κε κάτω, στ σφιχτά σας δάχτυλα ν γυαλίζ μι βέρα, εστε παντρεμένος, δν διοχετεύετε στν σύζυγό σας τς ρμές σας; Γιατί προτιμτε κάτι τέτοιο;

Καλέ! Τί μο
λεγε τ μικρό;! Τ ποο μικρ δν ταν τόσο μικρ κι νώριμο τελικά! Σεξουαλικ γιειν θ ρχίσ τώρα ν μο διδάσκ; Δν εμαστε καλά!

Δ
ν μο μιλτε; Μιλστε μου! Γιατί πιλέγετε τέτοιους τρόπους κανοποίησης; Γιατί δν συμβουλεύεστε κάποιον εδικό; Δν εναι ντροπ στς μέρες μας!

Μήπως
χεις καμι καρτούλα, κάποιον ν μς προτείνς; Βρ γι κάνε μου τν χάρη! Κα μίλητα συνέχιζα, κνευρισμένος λίγο μ τν ψιμο πατερναλισμ νς σχεδν νηλίκου!

Μιλ
στε μου! Ντρέπομαι πο νας καθ’λα φυσιολογικς ξωτερικ κύριος προσφεύγει σ τέτοιες μεθόδους ίκανοποιήσης!

ααααα! Κύττα τώρα μπλέξιμο! Κύττα πο πέσαμε στν ντόκτωρ οθ! Παρ τατα πάντως παρέμενα μεγαλόπρεπος κα μ μι ξεπέραστη οηση! Τ κοριτσάκι μ κυττοσε πιτιμητικ κι γ προλαβαίνοντάς την στ ξενέρωμα, γι ν τς τν σπάσω, σούρωσα στν κοιλι τ πουκάμισο κα τς δειχνα τό…δαχτυλίδι μου - χωρς ατ ν πομακρυνθ τς ζώνης εθύνης πο ριζαν τ δάκτυλά μου… Ν ν ν ν νάαααα! Μπροστά, πίσω, δεξιά, ριστερά, χαμηλά, ψηλά…

Λυπ
μαι, λυπμαι πολύ. λήθεια.

Κα
στράφηκε στν δρόμο της μ μι καθυστέρηση τεσσάρων λεπτν. Δν γύρισα ν τν κυττάξω, οτε κν στ πέριξ δν ριξα μι ματι γι τν φόβο περαστικν. Κάθιδρος ξαπλώθηκα στ κάθισμα, φτιαξα τ οχα μου κα χαυνωμένος προσπάθησα ν ρεμήσω. Φουυυυ, καιρ εχα ν ζήσω κάτι τόσο ντονο. Τόσο ντονο πο δν θελα ν γυρίσω κόμα στ σπίτι. πρεπε μως ν φύγω, τ μέρος κε ταν πλέον καμμένο, σε πο μπορε κοπελίτσα ν γύριζε παρέα μ κναν κοινωνικ λειτουργό! Γι τέτοια μαστε;

Ξεκίνησα λοιπ
ν κα ρχισα ν γυρίζω στν γειτονιά. Μ τν νο μου σ διέγερση, μι νησυχία ποία μ σπρωχνε σο τ δυνατν μακρύτερα. στριβα που βλεπα φαρδ δρόμο, παραβιάζοντας τς μονοδρομήσεις κα ψαχνα κάποιο λσύλιο. Βρέθηκα σ μι περιοχ μ θέα στν ρειν γκο μ πολλς πλατεες. Χμ… Καλ ταν. μεσα ξέχασα τος φόβους μου κα ραξα κάτω π ναν εκάλυπτο. ναψα να τσιγάρο κα γι μι στιγμ δν ψαχνα γι τ πόμενο θήραμα - λεγχα μως τν γειτονιά, ν βλεπα κναν παππο ν κάθεται σ μπαλκόνι, ντάξει. ταν καθαρ πάντως…

Θ
ναβα κι λλο τσιγάρο λλ ξαφνικ πετάχτηκε π μι καγκελόπορτα μι κοπέλα. Ξανθούλα, μ κοντ μαλλί, κοντούλα κα εκίνητη. Εχε τ κινητ στ ατί της, ταν φανερ πο μιλοσε, δν κουγόταν φυσικ κάτι, λλ ταν φανερό. Ετυχς ρχόταν πρς τ μέρος μου· δν θ πρεπε ν κάνω κύκλο κα ν χρειαστ ν κάτσω σ λλο μέρος χωρς πρτα ν τ χω λέγξει. ρχόταν σχεδν τρέχοντας κα τ μέλη της πίσης συμμετέσχον στν νθουσιασμό της, πο πήγαινε ραγε; Δν χρειαζόμουν περισσότερα. ναψα τν μηχαν κα γειρα στ κάθισμα το συνοδηγο

Συγγνώμη κοπελιά κα
πλιζα τ 38άρι μου σφαλίζοντάς το μ τ πουκάμισο… Συγγνώμη, δς Παλιγεννεσίας εναι δ κοντ χω χαθ;

Μ
λλον χαθήκατε. Χα χά! Δν τν ξέρω, ξέρω μως τν περιοχ κα σς βεβαι τι δν εναι κοντ δ

Δ
ν σταμάτησε καθόλου ν μο παντοσε. Συνέχιζε τ βιαστικό της βμα. Σπουδαο κορμί, δύνατο κι θλητικό. Δν θ χανα τν εκαιρία. βαλα τν πισθεν κα μ ργ παρέλασης ταχύτητα, παρέμενα δίπλα της. Τί ν πρωτοήλεγχα; Ατήν, τν δρόμο τν τυπ πο ο νάγκες του μ εχαν μεταναστεύσει σήμερα; Κα μέσα σ’λα φυσικά, πρχε κα νάγκη ν μ δ κοπέλα. Σήκωσα πότομα τ χειρόφρενο κα στν θόρυβο τν λάστιχων, σταμάτησε πότομα κα μ κύτταξε. ρθε κοντ κα ! μορφα! Τώρα ταν μορφα! Υοθετώντας να χαζούλικο φος μ τ νάλογο χαμόγελο κα τν ρμόζοντα υθμ στ χέρι μου, τν ώτησα:

Κα
πς θ φύγω π δ; χεις καμιν δέα;

…χωρ
ς φυσικ ν παραλείψω μι τακτοποίηση το ποκαμίσου, καθς τελείωνα τν φράση μου. Εχε μείνει κίνητη, ντελς κίνητη κα εχε ναλάβει να σκερτσδες φος, ατ πο δηλώνεται μ προφλ προσώπου τριν τετάρτων. Δν κυττοσε χαμηλ λλ δν μπορες ν διακρίνς κόμα κι ταν βλέπς τ πρόσωπο το πέναντι, τί λλο κάνει τ σμα του; Τ βλεπε, μ βλεπε φυσικά. Κι γ μ συνεχς διογκούμενο θάρρος π τν ψύχραιμη μέχρι παρεξηγήσεως συμπεριφορά της συνέχιζα κορυφώνοντας τν κίνησή μου. στόσο δν φηνόμουν· ταν λα τόσο περίεργα κι ατ δν μιλοσε, παρότι φαινόταν πς θελε πειρα ν π, δν μιλοσε, δν λεγε τίποτε παρ μόνον τ χέρια εχε σταυρώσει κα μ κυττοσε, προσηλωμένη χωρς ν μετακιν μοίρα τν ματιά της.

Λοιπόν;
χεις καμιν ίδέα; Κάτι ν προτείνς;

Πλησίασε, τόσο
στε ν μυρίζω τν δυόσμο τσίχλα της, βαλε τ χέρια στν πόρτα καί μμέτρως, μο επε:

Σήμερα πο
’ναι τ’ η γιαννιο, τιο Θιο ζητ μιά χάρη
το
χρόνου σν κα σήμερα ν γίνουμε ζευγάρι.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats