Σάββατο, Δεκεμβρίου 23, 2006

Δέν ξέρω ποιά είσαι καί πού πάς όταν μέ παρατάς.

Τίς φορές πού συνειδητοποιώ ότι από τύχη καθαρή μού έχει κάτσει φάση μέ μεναγκό, μέ κατακυριεύει μιά επιτακτική ανάγκη νά αποκοινωνικοποιηθώ. Η καλλίστη λύσις, σύναψις διπλωματικών σχέσεων μέ τήν τιβή καί έναν διβιδή. Θά μέ βάλω ένα θριλερίδιον. Έτσι καί τήν παρελθούσα Τετάρτη.

Η Λάμψη τυχαίως είχε πέσει στά χέρια μου, τήν είχα αγοράσει έκ τινος ηλεκτρονικού μαγαζιού νομίζων ότι ήτο τό φωσκόλειον πόνημα. Τήν είχα πρωτοδεί ένα κυριακάτικο τού Ιουλίου μεσημέρι· η ζέστη ήταν τέτοια ώστε τυχόν τρομάρα άπό έργο δέν ήταν διόλου πρόβλημα - όλη η δυσανασχετίλα είχε νά κάνει μέ τά 40ρια τού υδραργύρου. Τώρα, σέ έναν Δεκέμβριο ζηλιάρη τού θεριστή, νόμισα ότι παρακολούθησις τής Λάμψεως θά είχε μιάν μπάνικη στάλα αποπροσανατολισμού τού σκιάσματος.

Νόμισα.

Η μουσική, αι κορυφώσεις αυτής, οι συνδυασμοί της μέ περίεργες εμφανίσεις φιγούρων στο κάδρο, φωτισμοί άπό όλες τίς δυνατές γωνιές, επινοήσεις πλευρών λήψεως, η ανέλιξις τού σαλταρίσματος τού πρωταγωνιστού, η κλιμάκωσις τής απομονώσεως τού υιού του μέ’καναν νά έχω καταφέρει νά ξεφύγω άπό τά μικρά της μυστικά.

Κάθε αλλαγή σκηνής – άπό τό μέσον τής ταινίας κι εντεύθεν – επεφύλαττε συσσώρευση όχι αγωνίας αλλά απορίας γιά τό πού θά κατέληγε αυτή η αγωνία. Τό σάλιο κατά τήν κατάποσιν έμοιαζε μολυβωμένο.

Κάπου εκεί τό πράγμα άρχισε καί οβερντουώθηκε.

Είναι λίγο μετά άπό τό παράπονο τού Νίκολσον πρός τόν μάγειρα όστις κάτι έχει ανθιστή καί έχει σπεύσει στό «Θέα». Η μοναδική σκηνή δολοφονιας στό έργο. Η δέ σύζυγός του, μέ τό χασαπομάχαιρο ανά χείρας τρέχει στά σαλόνια , στά λόμπια καί στούς διαδρόμοι ψάχνοντας. Καταλήγει σέ ένα χώλ κι αρχίζει νά ανεβαίνη μιά μεγάλη κλίμακα. Αδικαιολογήτως, τό δίχως άλλο, ακούγεται κάτι. Άπό εκεί, στό βάθος. Ναί εκεί, κύττα Γουέντυ, μήν φοβάσαι. Η Γ. κυττάζει, μαζύ της καί ο φακόν.

Σέ όλα αυτά τά σκηνικά, σέ όλην αυτήν τήν κατάσταση πού συμπάσχουμε ταυτιζόμενοι μέ τά γυναικόπαιδα καί σέ κάθε στραβοπάτημα τού Νίκολσον λοξυγκιάζουμε, φορτωμένοι μέ άγχος, έρχεται η ώρα νά αντικρύσωμε τήν πιο φρικιαστική σκηνή τού έργου:

Η Γουέντυ διακρίνει κάτι περίεργο στό βάθος, σέ κάποιο μέ ανοικτή θύρα δωμάτιο. Πλέον, τά όρια μεταξύ λογικού καί υπερλογικού – έστω μέσα στά πλαίσια ενός τέτοιου έργου – είναι δυσδιάκριτα· τό μέν εισχωρεί στό δέ. Στό άδειο κατά τ’άλλα ξενοδοχείο, τά στό δωμάτιο αυτό αποσπούν τήν προσοχή τής Γουέντυ, γιά λίγο. Τής αποσπούν καί τούς αποσπούν. Είναι μακριά τά στό δωμάτιο, δέν φαίνονται καλά. Ένα απότομο ζούμ, δείχνει δύο φιγούρες νά κυττούν τήν ηρωίδα. Ένας βικτωριανού τύπου εγγλέζουρας (ούτινος η τής κόμης χωρίστρα διεκδικεί δάφνες ακριβείας) καί ένας/μιά/ένα άλλος/η/ο νά φορά μιάν ολόκορμη φόρμα άρκτου. Τό βλέμμα των καρφωμένο στόν φακό/Γουέντυ.

Τί νά πρωτοκάνουμε; Νά σκεφθούμε πόθεν έσκασε ρίνα τό περίεργον τούτο σύμπλεγμα; Τί έκαναν εκεί; (τί’καναν άραγε;) Γιατί φορούσε αυτό τό ρουχαλάκι; (τί’καναν άραγε;) Ορθόδοξος διάχυσις ή πολιτικώς ορθή σεξουαλική επιλογή; (τί’καναν άραγε;) Καί τί ακριβώς ήθελε νά πή ο σκηνοθέτουρας μέ αυτήν τήν παρέμβαση;

Εκεί λοιπόν πού όλη η αύρα εντός, εκτός καί επί τά αυτά τού έργου ακροβατεί στό ξεσπώ δέν ξεσπώ, η σκηνή αυτή προσθέτει έναν εκνευρισμό όστις συνδυαζόμενος μέ τό τσίτωμα τών νεύρων, δημιουργεί μιά χασιμοσπίντα.

Ρώτησαν τόν Κιούμπρικ στό 2001 γιατί τελείωσε έτσι τό φιλμάκι, ενδεικτικό τού πόσο ιδιόρρυθμη καί γειά σου κατάληξη είχε.

Επειδή κάπως έπρεπε νά τελειώσει, απήντησε.

Νομίζω όμως ότι ό,τι πιό περίεργο είχε νά δείξη η καριέρα του ήταν αυτά τά 3 -4 δευτερόλεπτα στήν Λάμψη. Τήν υποφέραμε κι αυτήν τήν θυσία, οι καρδιές μας χτυπήσαν δυνατά.





Λαθεύετε κύριε. Υμείς ήσαστε ανέκαθεν ο επιστάτης.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats