Δευτέρα, Μαΐου 29, 2006

Έχεις (καμιάν) ιδέα;

Η Τρίτη περιείχε κάτι περίεργο.

Η προτελευταία Τρίτη τού τρέχοντος μηνός δηλαδή, τό απόγευμά της, μάς ηύρε σέ ένα κάμπριο καφενείον, πρός τήν παραλία, σέ κοντυνό σημείον, πλησίον, στό ύψος τής Υδρούσας.

Η παραγγελία μας, όχι καί τόσο πρωτότυπη, τά συνοδεύοντα όμως τόν καφέ δέν ήσαν εντελώς συνηθισμένα. Μικρά τεύχη κέηκ, μέ κανέλλας καί καρύδας βουτήματα. Ακριβώς τά ίδια, μέ μιάν άλλη, στό ίδιο καφέ, επίσκεψη.

Αυτήν τήν φορά, ο γύρω κόσμος περισσότερος, πιό πολλά κέηκ συνεπώς, περισσότερα βουτήματα.

Ο καιρός άν όχι καλλίτερος, σίγουρα εξίσου καλός, ανέφελος, ήπιος, εύκρατος, σφριγηλά κοντομάνικος, ώριμα εαρινός μέ μιά έκφραση θερινή, στούς κροτάφους θεριστής.

Κι ο αέρας , η έντασή του δηλαδή, δέν απέτρεπε δραστηριότητες υπαιθριστί.

Τότε;

Πού πήγαν εκείνοι οι σπούργοι πού μάς περιτριγύριζαν τήν προηγούμενη φορά; Μάς περιτριγύριζαν είπα; Μάς είχαν κυκλώσει, σέ απόσταση παρεξηγιάρικα μικρή, ταράζοντας κάθε παρομοίωση καί παροιμία αναδεικνύουσα τό εύθραυστο ενός πουλιού, μικρού πουλιού – τί κρίμα που τά υποκοριστικά δέν φέρουν γενική. Αντιλαμβανόμενοι – οι σπούργοι – τά πολλά τρίμματα, τά ψίχουλα τών τόν καφέ συνοδευόντων, μάς χυμούσαν σχεδόν, χωρίς καμιά συστολή, άνευ σαβουάρ βιβρ (σαβουάρ μούς, καλλίτερα), πλησίαζαν καί ώς αρπακτικά μέ προσεγμένο πεντικιούρ, έπαιρναν ό,τι προλάβαιναν. Καί στίς δικές σου κινήσεις, δέν σκάλωναν καθόλου... Μιά περίεργη εξοικείωση είχαν μέ τήν παλάμη σου η οποία απότομα πετούσε τά ψίχουλα.

Δέν έδωσα σημασία, ξέρεις. Όταν προχθές, προτελευταία Τρίτη τού τρέχοντος μηνός, κανείς μά κανείς σπούργος, δέν μάς προσέγγισε.

Δέν είχα δώσει σημασία, δέν θυμόμουν τίποτε.

Μέχρι πού χθές, όταν μπροστά από τήν βιβλιοθήκη, ψάχνοντας κάπως ανόρεχτα κάποιο βιβλίο νά ξεφυλλίσω, τυχαία έπεσα σε εκείνο. Στό «Μεγάλο Συναξάρι».

Τό χί του διήγημα ήταν, τό γνωρίζεις; «Ο άνθρωπος μέ τό φλεμόνι».

Ο τύπος αλητεύει στό κέντρο, μάλλον τήν Αθηνάς περιγράφει ο Μ.Κ. στόν μέ μπόλικα «σπίτια» δρόμο. Ο ήρως, δέν κάνει τίποτε άλλο από τό νά ταΐζη τίς γάτες κι από τά παράθυρα, οι πόρνες τόν κυττούν· δέν αργεί νά αποκτήση μιά κάποια γραφικότητα, νά τόν χλευάζουν, νά τόν περιγελούν, νά τόν κοροϊδεύουν. Κι όταν, πές λόγω μιάς συγκαταβατικής συμπόνιας (καί γι’αυτόν αλλά κυρίως γιά τό άτομό της) μιά μαγκιώρισσα πόρνη τόν πηδάει, τότε...

Τότε γίνεται τό περίεργο... Ο μάγκας, ξεχαρμανιασμένος, βγαίνει πάλι νά ταΐση αλλά συναντά απόρριψι... Όλες οι γάτες (μά όλες) τόν αγνοούν εξοργιστικά.

Νά σέ ρωτήσω λοιπόν, μήπως καί μπορείς νά φαντασθής, μήπως έχεις κάτι υπόψιν σου...

Γιατί δέν σέ περιτριγύρισαν τά σπουργίτια προχθές;

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats