Παρασκευή, Δεκεμβρίου 31, 2021

Ὁ Μανιάτης πολεμοῦσε γιά τά γρόσια

Διάβαζα τὶς προάλλες τὸ «Κανέλλος Δεληγιάννης» τοῦ ἀειμνήστου Κωστῆ Παπαγιώργη. Καὶ ἦτο πρᾶγμα τι, ἐντυπωσιακὸ τὸ πόνημά του· τὰ συμπεράσματά του γιὰ τὴν ἀκρίβεια τὰ ὁποῖα κατακλειδίζοντο σὲ μιὰν ἔρμη διαπίστωση. Ἔτυχε δὲ ἡ ἀνάγνωσις νὰ συμπέσῃ μὲ τὴν ἀνάκληση ἑνὸς παλαιοῦ (ὄχι ἀρχαίου – πρὸ χιιιιι μηνῶν )  ἄρθρου γιὰ τὸ ὁποῖο ἀπορία μοῦ γεννήθηκε μείζων!

 

Ἂν οἱ καθηγητάδες μας εἶναι τόσο ἀμόρφωτοι, τόσο ἄσχετοι, τόσο κουτοπόνηροι, τόσο ἀνιστόρητοι, τί πρέπει νὰ περιμένουμε ἀπὸ τοὺς λιγότερο ἐβριθεῖς καὶ ψαγμένους καὶ περγαμηνάτους καὶ καλλιεργημένους καὶ σπουδαγμένους καὶ τὰ τοιαῦτα, λοιποὺς πολίτες; Ὑπάρχει βεβαίως καὶ ἡ περίπτωση νὰ μὴν εἶναι καθόλου ἀμόρφωτος, ἄσχετος καὶ ἀνιστόρητος καὶ ἁπλῶς νὰ προκρουστίζῃ τὴν ἀλήθεια χάριν ἰδίων πολιτικῶν ἀπόψεων, αὐτὸς ὁ καθηγητὴς ὁ ὁποῖος μᾶλιστα τυγχάνει νἆναι ὁ πρώην πρόεδρας τῆς χῶρας (μὲ τὸ ὅποιο εἰδικὸ βάρος ποὺ προσδίδει ἡ θέσις αὕτη τέλος πάντων...)

 

Ὁ Παυλόπουλος λοιπόν, σπεκουλάρισε πὼς ἡ Μοναρχία ἦρθε στὴν Ἑλλάδα ἐπειδὴ δολοφονήθηκε ὁ Καποδίστριας.  Ἂν δὲν, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐξελισσόταν σὲ Ῥεπουμπλικανία. Φυσικά, ἡ ῤεπουμπλικανία τοῦ Καποδίστρια δὲν ἦταν καὶ τόσο λίμπεραλ, ἀλλὰ ἂς παραβλέψουμε αὐτὴν τὴν λεπτομέρεια – ποὺ δὲν εἶναι καὶ τόσο λεπτομέρεια, ἀλλὰ ἂς τὴν παραβλέψωμε.

 

Μὲ μιὰ διαγώνια ἀνάγνωση τῆς τότε ἱστορίας, παρατηροῦμε ὅτι σὲ ὅλη τὴν Εὐρώπη, στὰ χρόνια ἐκεῖνα, στὰ 1830, ἐπικρατοῦσε ἡ Μοναρχία, εἴτε ἀπολύτως, εἴτε συνταγματικῶς - ἀκόμα καὶ στὴν Γαλλία.  Μοναδικὴ ἐξαίρεση, ἡ τόσο ἰδιαίτερη Ἑλβετία, ἡ ὁποία λόγῳ τῆς ἄμεσης δημοκρατίας καὶ τῆς χαλαρότατης συνομοσπονδίας, μπορεῖ καὶ νὰ μὴν θεωρηθῇ κἂν ῥεπουμπλικανία ἀλλὰ ἕνα sui generis κράτος/πολιτεία.

 

Παντοῦ μοναρχίες λοιπόν.

 

Καὶ στὴν ἑλλάδα ποὺ ἐν καιρῷ ἐπαναστάσεως/παλιγενεσίας, προέκυψε μέχρι καὶ ἐμφύλιος μεταξὺ νησιωτῶν καὶ στεριανῶν, ὑπῆρξε ὅ,τι διαβάζει κἄποιος στὸ «Κανέλλος Δεληγιάννης», θέλαμε μὴ βασιλεία.

 

Καθηγητὴς πανεπιστημίου καὶ πρώην ἀνώτατος ἄρχων μιᾶς χῶρας συμμετεχούσης σὲ ὅλους τοὺς μεγάλους διεθνεῖς ὀργανισμούς, ἐξεπόνησε:

 

Εάν δεν είχε δολοφονηθεί ο Ιωάννης Καποδίστριας και, επέκεινα, εάν είχε ολοκληρώσει την θητεία του και το έργο του, μάλλον η Ελλάδα δεν θα είχε καταλήξει να δεχθεί το καθεστώς μοναρχίας που εγκαθιδρύθηκε με την έλευση του Όθωνος.  Στην Ελλάδα μάλλον θα είχε εμπεδωθεί μια δημοκρατική διακυβέρνηση, εναρμονισμένη με την βούληση και την νοοτροπία των Ελλήνων, όπως αυτή είχε διαφανεί καθ’ όλη την διάρκεια του Αγώνα μετά την Εθνεγερσία του 1821.


Στὴν Ἑλλάδα μᾶλλον θὰ εἶχε ἐμπεδωθῇ μιὰ δημοκρατικὴ διακυβέρνηση, λέει ὁ καθηγητὴς καὶ πρώην αἱρετὸς ἀνώτατος ἄρχων. Ὅταν στὴν ἑλλάδα ἐκείνων τῶν ἐτῶν, συνέβαιναν, κατὰ πὼς λέγει ὁ Παπαγιώργης, τά:


 

Ἀλλά ἡ κατάσταση ἐπιδεινώθηκε ὅταν ὁ Ζιάκας συνέλαβε δύο πλοῖα πού ἔπλεαν ὑπό τή σημαία τῆς Ἰουνίου πολιτείας. Η πράξη δέν ἔθιγε ντόπια συμφέ ροντα, ἀλλά τοὺς ἴδιους τους Άγγλους, πού εἶχαν ἀρχί σει νά ἀντιμετωπίζουν τά ἑλληνικά πράγματα μέ αἰσθήματα ἔμμεσης προστασίας. Ο Φρέντ Σπένσερ, κυβερνήτης τοῦ ἀγγλικοῦ πολεμικοῦ «Τάλμποτ», ζήτησε αυστηρά την παράδοση τῶν πλοίων και τελικά δέν δίστασε να κανονιοβολήσει ὑδραϊκά πλοῖα καί νά μεταφέρει τήν λεία του στόν Πόρο. Ἀπό τή δική του μεριά, ὁ Ἄγγλος ναύαρχος Ἄμιλτον κάλεσε στή φρεγάδα του «Κάμπριαν» τούς ντόπιους προκρίτους γιά νά ἐξομαλύνει τις διαφορές. Τό συμπέρασμά του δέν διέφερε σέ τίποτε ἀπό τήν τελική γνώμη τοῦ Κολοκοτρώνη. Κανένα ἀπό τά πολιτικά ἤ στρατιωτικά σώματα τοῦ Ἀγώνα δέν εἶχε τό κύρος νά ἀναλάβει τήν διακυβέρνηση τῆς χώρας. Ἡ ἀντιζηλία καί ὁ φατριασμός ὑπονόμευαν ὅλα τά γνωστά πρόσωπα. Ἄρα μόνον ἕνας ἑτερόχθων θά μποροῦσε νά γίνει ἀνεκτός.

 

Τό μένος, ἡ ὀργή, τά κακοφορμισμένα αἰσθήματα δέν ἀφοροῦσαν βέβαια τήν Τουρκιά. Αὐτό ποτέ δέν συνέβη στά ἐνθυμήματα τῶν ἀγωνιστῶν ἤ τῶν γραμματικῶν. Ὅλο τό πάθος στρεφόταν κατά ὁμοφύλων καί ὁμοθρήσκων.

 

 

Ἡ μελέτη τῶν γεγονότων ἀποκαλύπτει διαφορετικά πράγματα, δυσάρεστα μᾶλλον γιά τό διατυμπανιζόμενο ἐπαναστατικό φρόνημα καί τήν ὑποτιθέμενη εθνική ἑνότητα. Οἱ ἔξωθεν ἑταιριστές εἰσήγαγαν τὴν ἰδέα ἑνός «ἔθνους» που ποθοῦσε πάσῃ θυσίᾳ τήν ἀνεξαρτησία του. Αντίθετα οἱ ἐγχώριοι παράγοντες τό μόνο που γνώριζαν ήταν ο τοπικισμός. Ειδικά στον Moριᾶ ὁ τοπικισμός ήταν καθεστώς αδιάσειστο. Οὐδέποτε ὁ Μωραΐτης δέχτηκε να συνδέσει την τύχη του μέ ἐκείνη τοῦ Ρουμελιώτη ἤ τοῦ νησιώτη. Ἦταν ἄλλοι «λαοί», ἄλλες «φυλές», άλλες «πατρίδες».

 

Τήν συνήθεια τοῦ Κολοκοτρώνη να ἀνεβαίνει στις κορυφές καί νά παρατηρεῖ μέ τό κιάλι, πρῶτος τήν εἰρωνεύτηκε ὁ Πετρόμπεης πού τόν παρομοίασε μέ τόν Αϊ Λιά. Πράγματι ὁ Κολοκοτρώνης δέν λάβαινε μέρος στη μάχη. Μάλιστα θα μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι καθ᾽ ὅλη τήν Ἐπανάσταση δέν τουφέκισε οὔτε μιά φορά.

 

 

Ο Μανιάτης πολεμοῦσε γιά τά γρόσια. Χωρίς ὑπεσχημένο μισθό δέν τό κουνοῦσε ἀπό τόν τόπο του. (... πᾶσα ἐπαρχία ἔτρεφε ἐκ τῶν ἰδίων προσόδων τὸ στράτευμά της, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐμισθοδότει. Μόνοι οἱ Μανιαται ἐτρέφοντο ὑπὸ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν καί ἐμισθοφόρουν»). Τρικούπη, ιστορια ελληνικης επαναστασεως τ. α', σ. 305.

 

 

Οἱ ἱστορικοί νιώθουν μεγάλο κόμπο και σχεδόν ἀρνοῦνται να μιλήσουν γι' αυτή την περίοδο τοῦ Καραϊσκάκη. Πῶς νά δεχτοῦν ὅτι ὁ ἐθνικός ἥρως στρατολογήθηκε σε σώματα που κατήλθαν στόν Μοριᾶ μέ μόνο σκοπό τη λεηλασία; Τό ἴδιο ισχύει γιά τόν Μακρυγιάννη βέβαια, μόνο που γιά τόν Καραϊσκάκη τό ζήτημα εἶναι πιό ἀκανθῶδες διότι βαρύνεται ἀπό πρωτοφανεῖς βιαιότητες στην Κερπινή. Ὁ βιογράφος του Παπαρρηγόπουλος τό ὁμολογεῖ ἀπροσχημάτιστα: «Δέν θέλομεν παρακολουθήσει τήν ἀνάβασιν αὐτῶν εἰς Καλάβρυτα καί τήν μέχριν Μεσσηνίας κατάβασιν, οὔτε θέλομεν ἱστορήσει ὅσα τότε ἐγένοντο πολλαχοῦ τῆς Πελοποννήσου, μάλιστα δέ εἰς τήν Κερπινήν. Ἡ ἐποχή αὐτή εἶναι μία ἐξ ἐκείνων περί ὧν ὁ ἱστορικός τῆς νεωτέρας Ελλάδος δυσκολώτατα δύναται νά ἐκφέρει τὴν πρέπουσαν κρίσιν».

 

 

Προτοῦ ἀποσυρθοῦν ἀπό την πολιτική ηγεσία, οι Κουντουριώτηδες ἔνοχοι ὅσο καί οἱ Μοραΐτες διατυπώνουν στη μεταξύ τους ἀλληλογραφία μιά ἀλήθεια πού ἐπέχει θέση σύνοψης τοῦ ὅλου Ἀγώνα, τὴν ὁποία δέν θά μποροῦσε νά ἐκφράσει ἕνας καθαρόαιμος Μωραΐτης σάν τόν Κανέλλο: «Ἀκόμη δέν ἐφάνη Ἕλλην ὁ ὁποῖος, ἄν καί ἀποβλέπων εἰς τό κοινό καλόν καί ὄχι εἰς προσωπικήν ἰδιοτέλειαν, να παρέτεινε την σφαῖραν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος ἐπέκεινα ἀπό τήν περιοχὴν τοῦ χωρίου, τῆς κωμοπόλεως ἤ τό πολύ πολύ τῆς νήσου καί τῆς ἐπαρχίας, ὅπου ἐγεννήθη. Ἀκόμη τέλος πάντων δέν ἐφάνη ἄνθρωπος τόν ὁποῖον νά ἠμπορέσωμεν νά ὀνομάσωμεν ἄνθρωπον τῆς ἐπικρατείας, ἀλλ᾽ ἄλλος εἶναι τοῦ Μυστρός, ἄλλος τῆς Γαστούνης, τοῦ Μεσολογγίου, τῆς Ὕδρας, τῶν Σπετζῶν καί τά ἑξῆς καί κανείς δέν πιστεύει ὅτι εἶναι Ἕλλην διά νά μήν περιορίση τάς ἐπί κοινοῦ συμφέροντος ἰδέας του εἰς τά τοπικά συμφέροντα τῆς κωμοπόλεως ἤ τῆς ἐπαρχίας, ὅπου ἐγεννήθη, ἀλλά νά θεωρῆ τήν Ἑλλάδα ὅλην».

 

Ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τῆς δευτέρας Ἐθνοσυνελεύσεως ἀναφέρει ο Κανέλλος Δεληγιάννης ὅτι ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ἡ συμμορία του σκόπευαν να προτείνουν τὸν «φιλοτύραννον» Κερκυραῖο, «ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο τότε εἰς τὴν Ἑλβετίαν καί ἐνεργοῦσε διά παντοίων μέσων καὶ πολλῶν ὀργάνων του...»· Ἐφόσον τό ρωσικό κόμμα τῶν Μεταξᾶ καί Κολοκοτρώνη τάσσεται ὑπέρ τοῦ Καποδίστρια, ἡ γνώμη τοῦ ἀφηγητῆ εἶναι εὐλογη: θυμίζει ἐπανειλημμένα ὅτι ὁ «θεοστυγής Κερκυραίος ἐξεφράσθη εἰς τὰς διαφόρους Συνελεύσεις ἐπισήμως, ὅτι τό ἑλληνικόν ἔθνος πρέπει νά ἀποσβεσθῆ ἀπό τήν οἰκογένειαν τῶν ἐθνῶν τοῦ κόσμου, καθ᾽ ὅτι ὑπῆρξεν πάντοτε φιλοτάραχον, ἄναρχον, κακότροπον, ἀνάξιον ἐλευθερίας καί πρέπει ἤ νά καταστραφῆ ἤ νά ὑποχρεωθῇ διὰ τῆς λόγχης νὰ ἐπανέλθη εἰς τήν ὑποταγήν τοῦ νομίμου κυριάρχου του, Σουλτάνου...»


Ὁ Καποδίστριας, πού ἀνταγωνίστηκε πολιτικούς σάν τόν Μέτερνιχ καί τόν Ταλεϋράνδο ἦταν γνωστό ὅτι εἶχε καταδικάσει τήν Ἐπανάσταση σάν πράξη παραφροσύνης, ὅτι ἔτρεφε ἀπέχθεια τόσο γιά τούς Φιλικούς, τούς ὁποίους θεωροῦσε τυχάρπαστους ἐμποροϋπάλληλους, ὅσο καί γιά τούς Φαναριῶτες, πού τούς ἀποκαλοῦσε «ἀγγεῖα τοῦ Σατανᾶ».

 

 

 

 



0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats