Τρίτη, Ιουνίου 05, 2018

Ὁ ἰατρὸς τῆς πεινὸς



Ἦταν ἐκείνη ἡ περίοδο τῆς ζωῆς μου ποὺ δὲν μποροῦσα μὲ τίποτις νὰ τὸ ῥάψω – περίοδο ἔτι τρέχουσα, ὄχι μακρυνὴ – συνεχῶς ἤτρωγα! Σᾶς γράφω μὲ ντονὲρ λαδίλα ἀκόμα αἰσθανομένη εἰς τὸν οὐρανίσκο μου – μπέρπ, συμπαθᾶτε με! Πλησίαζε μάλιστα τότες καὶ τὸ καλοκαίρι, καλοκαίρι τοῦ 2018 ἦταν θυμᾶμαι, πᾶνε τόσα χρόνια πιά, λεπτομερείας δὲν δύναμαι ἀνακαλεῖν. Τέλος πάντων, πλησίαζε τὸ θέρος καὶ ἡ ὑποχρέωσις πασαρέλας εἰς τὰς παραλίας τῆς ἐξωτικῆς Σαλαμῖνος, ὁπότε συνειδητοποίησα ὅτι ἤπρεπεν παῦσις ἵνα πρὸς κοιλιὰ γραμμωμένη τε καὶ σανίς.

Ἀπετάθην σὲ εἰδικοὶ διατροφολόγοι, ἀλλὰ δὲν εἶδον προκοπή. Παρὰ μόνον –κατόπιν περισσοτέρων ἀναζητήσεων, ὅπως εἶναι τέρμα λογικὸν– λύσεις ἔλαβον ἀπὸ πρακτικοὺς παναρχαίων μεθόδων ἐκ τῆς ἀπανατολῆς· ὥντινων τὸ ἐνθάδε φραντσάϊζ διέθετε ὁ ἐκ Ζαχάρως Ἠλείας, ὁμοιοπαθητικὸς κύριος Βρασίδας Κουναμούτας, εἶς ἐξαίρετος ἐπιστήμων. Πεφωτισμένος νοῦς καὶ πολυσχιδὴς χαρακτήρ. Ἐπίτιμος πρόεδρας τοῦ σωματείου Jesus never existed καὶ τῆς Ἀθήνησι ἀδερφότητος «Τέσλα» ἔνεκα αὐτὴ ἡ πεφωτισμενάς του. Τὸν ἐπεσκέφθην ἕνα ἀπόγευμα – τέλος πάντων, μὴν πολυλογῶ, τὸν ἐπεσκέφθην καὶ τὸν εἶπα ὅτι δὲν μπορῶ μὲ τὴ γκαμία νὰ σταματεύω νὰ τρώω.

«Θέλω πάντα κἄτι νὰ μασουλῶ γιατρουδάκο μου μά, φεῦ, ἐπείγει ἡ σὶξ πὰκ ἐπίδειξις παρὰ θὶν’ ἁλός. Βρὲ’ λύσιν.»

Παραδόξως ἤρχισεν τὸ μπλὰ μπλὰ τῆς λύσεως χωρὶς νὰ καθαρίσῃ τὸν λαιμό του. Δὲν κάπνιζε ἄλλως τε, τὸν καπνὸ τὸν λόγιζε ὡς βρώσιμην ὕλην βέγκαν ὤν· προφανῶς ἦτο τῆς σχολῆς Φρὰνκ Ζάππα πὼς τὸ ἀγαπημένο του λαχανικὸ εἶναι ὁ καπνός. Εἶπε πολλὰ ἐκτὸς θέματος μᾶλλον ὀλίγον ἐπηρμένα, ἐπιδεικνύων περγαμηνὰς ἀπὸ πανεπιστήμια τῆς Ἑσπερίας ἐν οἷς ὡστόσο ἦταν στὰ κυλικεῖα, ἐπώλει φοφίκο καὶ μπουγάτσες μὲ ντονέρ. Ὄχι, δὲν τὰ ἔτρωγε, ἦταν ἀπὸ τότες βέγκαν, ἐξ ἄλλου, ἤθελε ἐκ τῶν ἔσω νὰ δολιοφθείρῃ τὸ σύστημα. Μὲ ῥώτησε ἂν διάβαζα. Βεβαίως τοῦ ἀπήντησα. Τὰ ζώδια καὶ τὶς συνταγές. Καὶ τὸν Καζαμία.

«Κἄτι πιὸ ἐξεζητημένον;» ἐρώτησε κτυπὼν γραφείῳ κλειδοκυμβάλως τὰ δάκτυλα.

«Τὸ Φῶς τῶν Σπόρ» τοῦ ἀπήντησα.

«Μάλιστα» μοῦ ἀπήντησε καὶ ἔλαβεν ὕφος οἰκοκυρᾶς ἐνώπιον κομμένου λαδολέμονου.

«Λοιπόν, τὸ κυριακάτικο Μακελειὸ αὐτοῦ τοῦ πουλιτζεράτου δημοσιογράφαρου Στεφάνου Χίου, δώνει τὴν Πείνα τοῦ Χάμσουν. Ἀγόρασον τὴν ἐφημερίδα καὶ διάβασόν το. Καὶ μόλις τελέψῃς ἔλα. Ἔλα νὰ τὰ ποῦμε. Σὲ ἔχω λύσιν!»

Καὶ ἠγέρθη μεγαλοπρεπής, κατευθυνόμενος στρέητ ἀχαὶντ στὴν πρωκτότσεπή μου ἔνθα βασίλευε ἓν τραπεζογραμμάτιον πεντήκοντα ἔουρος. Σταμάτησε ἀποτόμως σὰν περιττεύει μιὰ ἀκόμα παρομοίωσις καὶ ἐπέστρεψε στὴν πολυθρόνα του. Κάθησε.

«Ἢ μᾶλλον ὄχι. Λοιπὸν ἄκου. Αὐτὴ ἡ Πείνα τοῦ Χάμσουν ἀφηγεῖται κἄτι βόλτες ἑνὸς τυπὰ γιὰ τὸν ὁποῖον δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ὅτι εἶναι λοξὸς καὶ ὡς ἐκ τούτου πεινᾷ διὸ δὲν δύναται πόρους νὰ εὕρῃ γιὰ νὰ φάῃ, ἢ πεινᾷ καὶ γίνεται λοξός. Ἤσσονος σημασίας τοῦτο πάντως. Ἡ ἀνέχειά του εἶναι χαρακτηριστική, σὲ κἄποιο σημεῖον ῥίχνει νερὸ πάνω στὰ γυαλιστερὰ γόνατα τοῦ παντελονιοῦ του, γιὰ νὰ σκουραίνουν καὶ νὰ φαίνεται πιὸ καινούργιο, ἂν θυμᾶμαι καλὰ ἤθελε νὰ πάῃ νὰ συνεντευξιασθῇ γιὰ δουλειά. Μὲ παρακολουθεῖς;»

Τὸν παρακολουθοῦσα ἀλλὰ δὲν μποροῦσα νὰ φανταστῶ τί σχέσιν εἶχε τὸ ἀέναο παραλήρημά μου γιὰ ἕνα ζεστὸ κεφτεδάκι ποὺ κάνει ἔρωτα μὲ μιὰν γλῶσσα καὶ τὰ γευστικὰ αὐτῆς αἰσθητήρια μὲ ἕναν σκανδιναυὸ Σαρλώ. Ἄρχιζα νὰ βαριέμαι λίγο. Ὁ ἰατρεὺς δὲν κατήλαβε τὴν ἄρτι γενομένη ἀνία μου καὶ συνέχισε:

«Ὁ ἥρως εἶναι ἄφραγκος, ἐξαθλιωμένος μ’ἀκοῦς; ἐξαθλιωμένος ὅσο δὲν παίρνει ἄλλο. Στὸ δωμάτιό του δὲν ὑπῆρχε οὔτε σόμπα τὶς νύχτες καὶ συνήθιζε νὰ κοιμᾶται πάνω στὶς κάλτσες του, γιὰ νὰ εἶναι κἄπως στεγνὲς τὸ πρωί. Καταλαβαίνεις τὸ ζόρι του; Τὸ παίζει ἢ εἶναι συγγραφίσκος καὶ προσπαθεῖ μέσῳ πρὸς πώλησιν ἄρθρων νὰ ἐπιβιώσῃ, νὰ καλύψῃ τὰ στοιχειώδη· ὕπνον καὶ μάσα. Δὲν τὰ καταφέρνει πάντα. Ποτὲ δῆλα δη... Σὲ κἄποιο σημεῖο πιπιλάει ῥοκανίδια γιὰ νὰ τοῦ φεύγῃ ἡ πείνα, ἀλλαχοῦ τὸν βλέπουμε νὰ γλείφῃ ὕφασμα ἀπὸ τὸ σακάκι του, γιὰ τὸν ἴδιον λόγο. Παραληρεῖ μέσα στὴν ζάλη τῆς πεινός, χάνει τὴν ἐπαφὴ μὲ τὴν πραγματικότητα καὶ ἡ ψυχική του ἰσορροπία χάνεται. Τὸ πιάνεις ῥέ;»

Καὶ χτύπησε δυνατὰ τὸ χέρι του στὸ γραφεῖο· ἕνα ἀνεμισθὲν χαρτάκι τοῦ θύμισε μιὰν δοσολογία κορσινοζίνουμ γιὰ ἕναν ἄλλον ἀσθενή, πιὸ λακαμὰ ἀπὸ ἐμένα. Ὁ ἐμένας ἐν τούτοις, εἶχε, εἶχα τρομάξει.

«Δῆλα δη γιατρέ; Πρέπει νὰ ἀρχίσω νὰ ψάχνω γιὰ σακάκια μέσα στὸν Μάϊον;»

«Τί αὐνάν εἶσαι! Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ μέσα στὴν αὐνανεία σου, εἶπες κἄτι εὔστοχο. Ὁ ἥρως τῆς πεινός, γυρνοβολᾷ στὸ Ὄσλο, στὸ εἶπα ὅτι στὸ Ὄσλο πεινᾷ; μῆνα Μάϊον! Μὲ πιάνεις;»

Δὲν καταλάβαινα πρᾶμμα! Καὶ τοῦ τὸ εἶπα. Μονολεκτικῶς. «Ὄχι.» Ξεφύσηξε.

«Θὰ πᾷς ῥὲ μινάρα στὸ Ὄσλο. Ἑτοιμάσου. Θὰ ἐπιλέξῃς χοτὲλ ἄνευ πρωϊνοῦ, δὲν θὰ σοῦ εἶναι δύσκολο, φαίνεσαι φτωχομπινὲς καὶ τὸ Ὄσλο δὲν ἀνέχεται τέτοιους, αἱ δωματίων τιμαὶ ἔχουσιν ἐπίπεδον. Ἀντὶ γιὰ πρωϊνὸ θὰ παίρνῃς ἕναν περίπατο. Τὸ ἔλεγε καὶ ὁ Λεωνίδας, ὄχι ὁ γνωστός, ἕνας ἀρχαῖος δάσκαλος ἦταν, Λάκων. Θὰ βολτάρῃς στὰ ἴδια μέρη μὲ τὸν φίλο μας. Ὁδὸν Κὰρλ Γιόχαν, πανεπιστήμιο, ὁδὸν Ἄκερ, ἐκκλησία τοῦ Σωτῆρος, δημαρχεῖον, φρούριον καὶ νεκροταφεῖο. Συγχρόνως, θὰ διαβάζῃς. Τὸ βλιβλίον. Νὰ σοῦ μεταλαμπαδεύῃ ὁ Χάμσουν, τὴν πάλη τοῦ ἥρωος καθὼς σκεφτόταν μέχρι καὶ τὰ κουμπιὰ ἀπὸ τὸ σακάκι νὰ πωλήσῃ μπὰς καὶ ἐξοικονομήσῃ τίποτε ὄρε γιὰ λίγο ψωμί. Κατάλαβες;» Δὲν ἀνέμενε ἀπάντησιν, θὰ τὸν ἀπογοήτευε ἄλλως τε. «Τί νὰ πῶ... Ἂν μετὰ ἀπὸ αὐτὸ δὲν σοῦ κοπῇ ἀνορεξιακὰ καὶ ψυχανεμισμένα ἡ βουλιμία, ἐγὼ θὰ κάτσω νὰ φάω, ἔχμ, ὄχι, ἄστοχον ρῆμα, ἐγὼ θὰ καύσω ὅλα μου τὰ πτυχία, αὐτὰ τὰ τεραστίας βαρύτητος καὶ ἐπιστημονικάδας, Ὁμοιοπαθητικῆς! Στρίβε! Ποῦ πᾷς; Πενῆντα εὐρὼ ῥὲ μοῦτρο!»

Τὸ ἔπραξα. Ὄχι τὰ λεφτά, δῆλα δη, ἐν τάξει καὶ τὰ λεφτά. Ἀλλὰ τὸ ταξείδι ἐννοῶ. Καὶ ἦταν τόσο ὡραῖα νὰ βολτάρῃς εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ βασιλείου τῆς Νορβηγίας, εἰς τὰ προαναφερθέντα μέρη,
















ἀναψυχούμενος ἀλλὰ καὶ ἰατρεύων τὴν βουλιμίαν. Ὁ ἰατρὸς ὡστόσο, ὕπουλος καὶ ὑστερόβουλος, δὲν μοῦ εἶπε ὅτι ὁ πεινάλας καίτοι ἐξαθλιωμένος μέχρι ἑβδόμου οὐρανοῦ μπόρεσε καὶ ἔκανε κονὲ μὲ γκομενίτσα. Βέεεεεβαια! Δὲν τοῦ τὄχα τοῦ σουρουκλεμέ! Ἥτις γκομενίτσα μέχρι καὶ τὸ σπίτι της τὸν ἐκάλεσε καὶ ἄρχισαν νὰ ἑτοιμάζουν θυμιατὰ γιὰ θύσουν στὴν Ἀφροδίτην... Γιὰ μένα κἄτι τέτοιο, τὴν παραμικρὰν ἀναφορὰν ὁ ντοτόρες ὁ παλιοστρέητ!

Ὅταν ὅμως μερικὲς ἡμέρες μετά, ὅταν λέγω, εἶχα τιθασεύσει τὶς ἀνομίες τοῦ στομάχου μου καὶ φερόμην ὡσὰν γιόγκι ἐρημίτης εἰς τὰ ὑψίπεδα τῶν ὀρέων τοῦ Θιβέτ, μπόρεσα καὶ ἄνοιξα τοὺς ὁρίζοντές μου, βολτάροντας σὲ μέρος ὡστόσο μὴ μνημονευόμενον ὑπὸ τοῦ Χάμσουν. Ἐπῆγα πάνω καὶ ἀριστερὰ τῆς Κὰρλ Γιόχαν, σὲ μέρος κἄπου 3 χιλιόμετρα μακρὰν τῆς ὁδοῦ ταύτης.

Εἶχα σταθῇ στὸ βῆτα δέλτα ἄκρον τοῦ πάρκου καὶ ἀγνάντευα τὸν ὕψους δεκαεπτὰ μέτρων monolittrennet ἔνθα κόσμος πολὺς παλαίει μεταξύ του, ἐναγκαλίζεται, σμπρώχνει καὶ ὅ,τι ἄλλο μπορεῖς νὰ δῇς καὶ νὰ ἑρμηνεύσῃς στὸ σπουδαῖον αὐτὸ πόνημα τοῦ Gustav Vigeland, στὸ Frognerparken τοῦ Οὔσλου. Στό μου πεδίον τὸ ὁπτικὸν ἔσχον καὶ τὸν livshjulet, τὸν τροχὸν τῆς ζωῆς, στοῦ ὁποίου τὸ κυκλικὸν σύμπλεγμα, ἄντρηδοι, γυναῖκαι καὶ παιδιὰ κρατιοῦνται σφικτὰ θυμίζοντες τὸν οὐροβόρον ὄφι καθ’ὅσον ἓν τὸ πᾶν καὶ δι’ αὐτοῦ τὸ πᾶν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ πᾶν. Πρὸ ἐλαχίστου ὥρας εἶχα τσακώσει, μὲ ἕναν μαγικὸ τρόπο τοῦ ὁποίου τὴν συνταγὴ δὲν λέω, συνέντευξη ὑπὸ τοῦ δημιουργοῦ των καὶ λίαν εἶχα προβληματισθῇ μὲ τὰ πολυσήμαντα ἐπιφαινόμενα. Πάνω ἐκεῖ ποὺ σκεπτόμανε τὴν τίνι τρόπῳ δημιουργικὴν ὤθησιν τῆς νέας ἀρχῆς, ἔχων τὴν μάπα μου ψηλά, βλέπων τὸν livshjulet, ᾐσθάνθην κβαντικῶς τὸν χρόνον νὰ διαρρηγνύῃται. Ἢ μήπως νὰ διαταράσσῃται; Εἶχα, σκουντουφλήσας, πέσει. Τὸ πάρκον ἦταν γεμάτο ὀσλογέζους καὶ ὀσλογέζες οἵτινες ἔσχον σπεύσει τοιουτοτρόπως νὰ ἐξορκίσωσιν τοὺς Μαΐῳ 29 βαθμοί, δροσιζόμενοι καὶ δροσιζόμενες στὶς χλόες τοῦ πάρκου καὶ στὸ ἑκατέρωθεν τοῦ Sinnataggen, λιμνίδιο. (Εἶχα τὸ λοιπὸν σκουντουφλήσει σὲ) Μία ἐξ αὐτῶν ἦταν ἐπίσης ἐκεῖ κατὰ μόνας καὶ ὀλίγον ἀπομεμακρυσμένως τοῦ χονδροῦ καλαμπαλικίου ὅπερ ἐλάμβανε χῶραν. Ἤπεσα λεκανοειστὶ στὸ σεντονάκι της παρ’ ἑνὸς τάπερ μὲ ὀλίγα πιὰ ἀμφιψωμίδια μὲ γαρίδες κι ἄλλες κατσαρίδες τῆς θαλάσσης. Ντράπηκα τόσο ὑπερτιμημένα, ἐφαμίλλως μὲ τὰ ἐπίπεδα τιμῶν στὴν χῶρα· τὸ συγγνώμη εἰπώθηκε ἐν μέσῳ ὀρυμαγδοῦ ἀμηχάνων φθόγγων. Ἐκείνη ἐν τούτοις, παραμένουσα (ἐδιάβαζε) προσθίως ὡς ἦτο, χωρὶς διόλου νὰ κινηθῇ· μὲ ἐκύττει μὲ σκανδιναυϊκὸν χαμόγελο. Ἐκάθησα ὁκλαδόν, ἔβγαλα ἀπὸ τὸ δισάκι μου μπομπονέλες ὥντινων ὁσονούπιαζε ἡ τῆξις καὶ τὴν προσέφερα. Διέφερε καὶ ἀπέσχε παρασάγγας τῶν περὶ νορβηγίδων στερεοτύπων μὲ τὰ δέρματα τὰ γαλακτερὰ καὶ ἴσως γι’αὐτὸ ξεροκαταπίνων, νὰ τὴ γκυττοῦσα σὲ φάση εἶμαι πλὸκ κάνε με ἄντ, κούκλα! Καίτοι ξαπλωθεῖσα, μαρτύρει σῶμα διὰ πολλὰς καὶ ἀδιαλείπτους θυσίας στὴν ἁρμοδίαν θέαινα ἄχρι ἀφυδατώσεως. Δὲν ἤξερα τί νὰ τὴν πῶ, ὁ μυαλός μου κατεκλύετο ἀπὸ διαφυλετικὰ ἀφροδίσια (ὄχι ὅτι εἶμαι κἄνας ξάνθος καὶ νόρτζε), ἄρχιζα μάλιστα νὰ ὀρθιάζω. Ἵνα μὴ ἐκτεθῶμεν καὶ ἄνω τοῦ γεωγραφικοῦ πλάτου 59° 54' 45 Β, ἁρπάχτηκα ἀπὸ τὴν πάντα προθύμως δίδουσα λύσεις κουλτούρα· τὴν ἔδειξα τὸν livshjulet καὶ ἀρχίνισα:

«ἔξοχος δὲν συμφωνῇτε; Αὐτὴ ἡ σφῖξις ποὺ παρατηρεῖται καὶ παρατηρεῖτε, μαρτυρᾷ τὴν ἀλληλουχίαν τῶν ἡλικιῶν, τὴν ἀλληλεξάρτηση καὶ σύνδεση τῶν γενεῶν· μὲ τὸ εἶπε πρὸ μιᾶς ὥρα ὁ τῷ 1943 ἀποβιώσας Βίγκελαντ» – πωπὼ μούρλια γενόμανε, τὴν τὸ δίχως ἄλλο ἐντυπωσίαζα ὣς τὰ μπούνια! «Καὶ ἐκεῖ, προσέξατε τὴν λεπτομέρειαν... ἡ γυναῖκα στὸ γλυπτὸ ντέ! Ναί, ἡ γυναῖκα... Τί ἆρα γε, κυττᾷ στὰ πισινὰ τοῦ ἀντροῦ; λέτε νὰ εἶναι πρωκτολόγος καὶ νὰ ἑτοιμάζῃται γνωματεύσει νὰ ἰάνῃ τὰς ζοχάδας του;» ἤμην καὶ ἀστειάτωρ πρώτης - χιχιχί! καλὰ μιλᾶμε, οἷον ἄψογον πέσιμον οὔτε γυπαετὸς τῆς ἐρήμου τῆς Νεβάδα δὲν θὰ ἔκαμνε! «Ἀφῆστε ποὺ μοῦ θυμίζει τὸ Μπόρατ· θυμᾶστε τὴν σκηνὴ τῆς ξενοδοχείῳ πάλης μὲ τὸν Ἄζαματ;»

Ὄχι, δὲν τὸ θυμόταν, δὲν τὸ εἶχε δεῖ κἂν μὰ ζήλωσε ἐπιθυμία νὰ τὸ δῇ μὲ τὸν ἐμένα παρακειμένως σὲ ἰκέα καναπὲ καὶ νὰ τῆς ὁρμηνεύω μπακογιαννοπουλείως, θὰ τὸ τορρέντιζε ὅσην ὥρα θὰ ἔφτιαχνε μπλοὺμ κἄτι καραβίδες νὰ μὲ τὸ συμπάθειο. Τρόμαξα λίγο. Ὄχι μὲ τὸ μέγεθος τῆς καραβιδὸς ἀλλὰ μὲ τὴν πρόταση – γιὰ λόγους εὐνοήτους. Ἄλλαξα θέμα καὶ τῆς ἔδειξα τὸ βιβλίο. «Τί διαβάζετε;» καὶ διάβαζε τὸ Katharina-koden τοῦ Jørn Lier Horst, τέλη Μαΐου στὸ vigeland τὸ park. Λίγην ὥραν μετά, ἐντὸς διαμερισμάτου προαστείου τῆς πρωτευούσης, εἰς κλίνην οὐχὶ μονὴν ἀλλὰ ὄχι καὶ διπλήν, προσθίως καθὼς ἤμην ξαπλωθεὶς τὸ ταβάνι κυττὼν διακρίνων τὰ ὅσο ἐπέτρεπε ἓν ἀχνὸν κυανὸν φῶς, ἀγνοῶν προκλητικῶς τὴν παρ’ἐμοῦ ἀραχθεῖσα, ἄρχισα κἄτι ἐξωφρενικοὺς γέλωτας, τί νὰ σᾶς λέω... Παραληρηματικοὺς καὶ τὸ δίχως ἄλλο ἀρρωστιάρικους, παράφορους καὶ ἐξάλλους καθὼς ῥευόμουν καραβίδες, ξιφίες, ἀχινοὺς καὶ σκεπτόμανε τὸν γιατρὸ ὅστις μοῦ εἶχε τόσα κρύψει καίτοι μὲ τὰ jesus never existed σᾶς φέρνει φῶς στὶς ἀφρόντιστες καὶ ξεχασμένες κάμαρες – πλατωνικὰ σπήλαια!



 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats