Πέμπτη, Φεβρουαρίου 05, 2015

ἀόρατος!



Ἡ ἐπιτάχυνσή μου θὰ ἔβαζε κάτω κι αὐτὴν τῆς κας Μαζεράττη τῆς ὁποίας ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος γιὰ 0-100 μέτρα, θυμίζει δευτερόλεπτα μετροῦντα πρόωρη ἐκσπερμάτιση κάποιου κόκκορος - ἴσως τῶν κορνφλέληκς, μπορεῖ καὶ τοῦ χωριοῦ μου.

Κι ἦταν τόσο ἀπότομη ἡ ἐπιτάχυνσή μου βλέποντας κάθισμα νὰ ἀδειάζει διότι ὅ,τι εἶχα σκολάσει ἀπὸ τὴν οἰκοδομὴ καὶ πολλὴ κούρασις πάνω μου διότι εἴχομεν σουβαντίσει ἕνα ἀτέλειωτο μέγαρο στὴν Κοκκινιᾶ, ἄσε δὲ ποὺ μὲ ἔσχον καταβάλλει μερικαὶ ἄμστελ στὸ κολατσὸ τῆς μεσημβρίας.

Μὰ ὅταν ἔφθασα στὸ fir τοῦ συμπλέγματος τῶν τεσσάρων καθισμάτων, κατὰ τὶς προκαθισματικὲς φιγοῦρες, ἕνα κάτι περίεργο παρετήρησα. Πάντοτε, τῶν ἄλλων (καθισμένων) τὰ πόδια, μᾶς κάνουν νὰ εἰσβάλλουμε, γιὰ νὰ καθίσουμε, προσεκτικῶς καὶ συνεσταλμένως μὰ τούτη τὴν φορὰ ἕνα ζεῦγος σκελῶν ἦταν σχεδὸν ἀπροσπέλαστο! Καὶ ὄχι μόνον· ἦταν καὶ πολὺ ξενόφοβο διότι ἔτσι, καθὼς ἦσαν μεγάλα πόδια καὶ μακρὰ (πόδια) καὶ ἀτέλειωτα (πόδια) ἤθελον χῶρο ζωτικὸ κι ἀπὸ ἀπέναντι. Ἄσε δὲ ποὺ πολὺ ξυνισμένα μοῦ φαίνοντο ἐπειδὴς ἔμπαιναν κι ἄλλα (τὰ δικά μου πόδια) στὸ μέρος ἐκεῖ κι ἔπρεπε νὰ μαζευτοῦν (τὰ πόδια) στὸν ἰδιοκτήτη των. Ναί, μπέρδεμα.

Ἰδιοκτήτη εἶπα; Λάθος· ἰδιοκτήτρια ἦταν. Τὸ διεπίστωσα 42 δευτερόλεπτα μετά, χρόνος ποὺ ἀπητεῖτο μέχρι νὰ διατρέξω τὸ βλέμμα ἀπὸ τὶς μπότες μέχρι τὴν κεφαλή της. Σχεδὸν κάθιδρος ἔφθασα λοιπὸν στὰ μάτια της καὶ ἔπιασα λίγο νὰ ἀνασάνω, εἶχα λαχανιάσει ὁ σουρουκλεμές. Μὰ ἡ ἀκανόνιστος ἀναπνοὴ δὲν καταλάγιασε, τουναντίον· χειμαρρώδης πλέον ἡ ἐκπνοεισπνοὴ διότι ἡ ἔναντί μου, ὦ Θεοί, τί παίδαρος ποὺ ἦτο! Λίαν ψαγμένη ἡ ἀμφίεσίς της, πολὺ στυλάκι ἀσποῦμε, πλαγκονάκι πρώτης ~ χωρὶς ὡστόσο νὰ ἐπιτηδευματίζει ποσῶς. Ὁ δὲ μπερὲς, ἐπιστέγαζε θεῖον προσώπατον συναντώμενον σὲ βαλκυρίες τοῦ βορρᾶ. Καὶ λέγω βορρᾶ διότι τὰ χρώματά της ἀπέσχον παρασάγγας τῶν μαυροτσούκαλων μπλιὰχ τῶν ἡμετέρων μεσογειακῶν ἕξεων. Πώωωωω! Ὁ πρόσωπός της, αὐτὸς ὁ θεῖος Πρόσωπος ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν διέθετε χαρτζηλικάκι γιὰ τὴν πάρτη μου σὲ γιορτὴ οἰκογενειακιὰ μὰ ἦτο μετερίζι στόματος καὶ γλώττης ἔνθα φυλάσσοντο ἄπειρα ἐπίθετα, οὐσιαστικά, ἐπιρρήματα καὶ ὅ,τι ἄλλο τελοσμπάντων, ἡδὺ καὶ σοροπιαστόν, εὐαρέσκεται ἐρωμένη νὰ ἀφιερώσει τῷ ἐραστῇ της ναοῦμε μὰ καὶ οἰμωγαί, ἀναστεναγμοὶ καὶ λοιπαὶ δημοκρατικαὶ δυνάμεις ψῆφον ἐμπιστοσύνης ζητοῦσαι σὲ κλινοπάλεις. Ὁ στόμας της, ὦ λαλά, μὲ ῥυτιδοῦλες χαμόγελου, σχηματιζόμεναι σὲ μοῖρες 96 ὡς πρὸς τὸν ἄξονα τῆς περισπωμένης τοῦ ἄνω χείλεος. Ἡ μύτη ἄκρως λουτετιανή, λὲς καὶ τὴν εἶχε σμιλεύσει ὁ Πραξιτέλης ἢ γιὰ νὰ μὴν εἴμεθα πολὺ ἰντελλεκτσουὲλ καὶ μαντὰμ σουσοῦδες, κάποιος μερακλὴς γυψαδόρος. Τὰ μάτια χρώματος συναντωμένου στὴν χλωρίδα τοῦ μέλανος δρυμοῦ, μὲ ἔκαναν νὰ θέλω νὰ σπεύσω αὐτοῦ γιὰ πικνίκι μὲ κιοφτέδες στὰ τάππερ καὶ μπύρες ἀπ’τὸ λὶντλ εἰς τὰ φορητὰ ψυγεῖα, σ’ἀρέσει ἀγάπη μου; πολύ, λατρεία μου. Ἕνα ἐλαφρὺ ἄη λάϊνερ στοίχειωνε τὰ τσίνορά της καὶ μὲ ἔκανε νὰ θέλω νὰ ἀνάψω ἕνα κεράκι στὴν ἁγιωσύνη τῶν ὀφθαλμῶν της. Ἔτσι ὅπως κινοῦντο δέ, περιτρεχάμενα τὶς σελίδες τοῦ βιβλίου, προσομοίωζα ὁμοιοταχεῖς βόλτες των νὰ μοῦ γαργαλῶσιν τὸν σβέρκο, τὶς ἀμασχάλες καὶ τὸ ἔσω οὖς. Αἱ ὄφρυές της ἀποτριχωμέναι μὲ οἷον τρόπον ὥστε νὰ φχιάνουν βέλη κοντρομόλου διαθέσεως, μαρτύρων ἕνα κάτι ἀπόμακρο. Ἕνα κάτι ἀφ’ὑψηλοῦ. Μιὰ ἂς ποῦμε, μὴ εὐκόλως προσεγγιζομένη μανταμίτσα.

Μὰ εἶμαι Μακγκάϊβερ καὶ Βὰν Ντὰμ καὶ κάτι τέτοια μὲ κουρδίζουν κι ἔτσι, ἔσπευσα δίπλα της, ἀφοῦ προηγουμένως ἔτεξα ἕνα ἀκατάβλητο θέλω γιὰ τὴ μπάρτη της. Μέχρι ἐκείνη τὴν στιγμή, νευρικότατα, ἀναδευόμουν ἀνυπομόνου στὸ κάθισμά μου ὡς κουτάλα σὲφ σὲ μαγειριὸ στὴν πλατεία Κουμουντουροῦ. Δίπλα της. Τὴν ῥώτησα ἂν ἦταν ὡραῖο τὸ ἀνάγνωσμά της. Μουγκάνισε ὡς ἀγελὰς μὴ διαρρηγνύουσα τὸ σταθερὸν τοῦ βλέμματος, προσοχῆς, κεφαλῆς. Τὸ λόγισα ὡς ναί - πάλι καλὰ ποὺ δὲν ἔδειξε νὰ δυσανασχετεῖ μὲ τὴν ἐνόχλησή μου, ἂν καὶ σιγὰ μὴν τὸ καταλάβαινα. «Ἔχετε διαβάσει κι ἄλλα δικά του;» Ξαναμουγκάνισε στὶς ἴδιες συχνότητες ἀλλὰ τὴν φορὰ αὐτή, ἔστρεψε λίγο τὴν πρόσοψή της πρὸς τὰ μένα· εἶχε μάλιστα δαγκωμένη μιὰν ἀρμαθιὰ μαλλιοῦ, μιὰ κίνησις τῶν γυναικῶνε ποὺ ποτὲς δὲν κατάλαβα ἂν εἶναι γυναικεία, κήβδιλη δηλαδή, ἢ τῷ ὄντι ἀφηρημάδος τεκμήρι. Κι ἔτσι ὅπως τὴν εἶδα μὲ δαγκωμένο μαλλὶ νὰ μὲ κυττᾷ, σκεπτάμενη τοὺς τίτλοι τῶν ἄλλωνε διαβασθέντωνε βιβλίωνε, πώωωω... Ἡ σκέψις μου πλατείασε καὶ τσούλησε σὲ σκοτεινὰ δώματα ἔνθα κρεββάτι φιλοξενεῖ σουμιέδων παράπονα κι ἀναστεναγμοὺς καὶ κεφαλοκλειδώματα χῶραν λαμβάνουν μὲ ἱδρωμένα σώματα νὰ τρέχωσιν ἄνευ φόβου γιὰ τὸ ποῖος θὰ ἔρθει τρίτος ~ ὅλη αὐτὴ ἡ πρόζα ποὺ τελικὰ στριμώχνει τὴν πρωταγωνίστρια σὲ πόζες μὲ τὸ μαλλὶ ἀνάκατο, τρικυμμιασμένο καὶ κομμωτοῦ ἐφιάλτη. Πώωωωω! Συνοφρυώνετο γιὰ νὰ θυμηθεῖ τίτλους κι ἐγὼ ἔνοιωθα μιὰν ἀκράτειαν, ἡ κύστη μου παρεπονεῖτο, ἄντε τελείωνε, πὲς τοὺς τίτλοι μωρὴ ἀχλάδω!

Μοῦπε κεῖνο, μοῦπε τἄλλο. Ναί. Εἶπε καὶ τὸν Ἀόρατο.

Τότες πολὺ ἐπιβλητικά, σὰν νὰ ἤμην ὁ Flavius Julius Constantius Augustus καὶ ψαρωτικὸς σὰν τὸν Ἠλία Παπαρούπα τὸν ἐκ Ξηρομέρου Ἀγρινίου, ἐπιλοχία μου στὸν στρατό, ἠγέρθην. Τῆς ἅπλωσα τὸ χέρι ὡσὰν τὸν κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ ὅταν ἔκανε τέτοιες κινήσεις πρὸς ὅλους τοὺς ἀναξιοπαθοῦντες τοῦ Ἰσραήλ, στοὺς μακαρισμοὺς περιγραφάμενους. Ἡ τύπισσα σηκώθηκε, μισὰ ὑπνωτισμένη, μισὰ ἐν ἐγρηγόρσει. Μὲ ἠκολούθησε μέχρι τὸ κατώφλι. Τὰ φῶτα τῆς ἑπομένης στάσεως φαίνοντο πιά· ἡ στάση γινόταν νῦν. Μὰ κανεὶς δὲν πλησίαζε ἵνα τὸν ποῦλον λάβει, εἴχομεν φωτοστέφανα γύρω μας καὶ ἀπωθούσαμε πᾶσα ἕναν ἰδιότυπον ματάκια. Τὰ φῶτα τῆς στάσεως, πίσω μου ἤρχοντο καὶ ἔφευγαν μὲ ταχύτητα φλὰς κάμερας μπανιστηρτζῆ στὸν Λυκαβηττό. Ἡ τύπισσα περίμενε, μὲ κύτταζε ἀκίνητη, δὲν θὰ στοιχημάτιζα ὅτι ἀνέπνεε. Ἀνέλαβε ἕνα ὑψιπετοῦς προσδοκίας ὕφος ὅταν ξεκίνησα πάλι νὰ τῆς λέγω «καὶ δὲν μὲ λές...». Μὰ γύρισε ἀπότομα πίσω. Τὴν εἶχε σκουντήξει κάποιος, μιὰν ῥομὰ ἐπαίτις. «Θὰ κατέβεις, κοπέλλλα;» Ἄσε μας κουκλίτσα μου, ἔχουμε θέμα τώρα, πάγαινε ἀπὸ ἄλλη θύρα. Καὶ τὴν ἔφερα κοντά μου - ὄχι τὴν ῥομά.

«Ὥστε ἔχεις διαβάσει τὸν Ἀόρατο, ἔ;»

Μοῦ ἀπήντησε ἕνα ναί, σὲ ντεσιμπὲλ τόσα γιὰ νὰ ἀκούσω μόνο ἐγὼ καὶ ὁ ψίθυρός της ἦταν θωπεία στὰ γοῦστα ποὺ ἔβγαζα ἐκείνηνα τὴν στιγμὴ ἅτινα σκλήραιναν ~ τὴν στάσιν των - ἴσως ἐπειδὴς εἴχομεν ἀφιχθεῖ Ἀγίῳ Δημητρίῳ. Ἔβηξα, τσίμπησα ὕφος σφίχτου παραλίαις ῥακετοπαίζοντος καὶ εἶπον:

«Ξές; Θέλω ντοῦρα, ἐντόνως καὶ διαρρήδην νὰ σοῦ πράξω ὅ,τι ἔπραττε ὁ Ἄνταμ στὴν ἀδελφή του».

Ἡ μανταμίτσα, σχημάτισε ἕνα χαμόγελο νηνεμικό, διέτρεξε τοὺς ἄνω κοπτῆρες μὲ τὴν γλῶσσα της, τὸ ἐξήτμισε, συνοφρυώθηκε, στρογγύλεψε τὰ χείλη καὶ γούρλωσε τὰ μάτια της.

Στρίγγλισε δὲ τὶς ἑξῆς λέξεις:

«Ἴιιιιιιιιιιι, χάσου ἀνώμαλε, γιὰ ποιά μὲ πέρασες, λιμοκοντόρε, ἄντε μὴ φωνάξω τὸν ἀδελφό μου, ἂ νὰ χαθεῖς, βλάκα, ἐλεεινέ, σοῦ πρέπει γιατρός!»

Καὶ φλὰααααπ, φεύγοντας, μοῦ ἔσκασε ἕνα χαστούκι στὴν μάπα, ἐξαφανίζοντας τὰ φωτοστέφανα κι ἐπιτρέποντας στὸν κόσμο νὰ βγεῖ ἐπὶ τέλους. Τελευταία ἐξῆλθε ἡ τσιγγάνα κυρία, ἕνα κατσιβέλικο γέλιο μοῦ ἔφτυσε, τί χάλιας ποὺ εἶσαι ῥὲ λεμέ!

Εἶχα τὸ χέρι στὸ μάγουλό μου μὴν καὶ φύγει ἡ θέρμη...ἔστω τοῦ μπάτσου. Ἔβγαλα τὸ καθρεφτάκι μου, μὲ εἶδα, μοῦ εἶδα τὰ σημάδια τῶν νυχιῶν της, κόκκινα νυχάκια, περιποιημένα δάκτυλα, χαδιῶν χέρια πωωωωωώωωω.

Ἀλλὰ ἂς μήν.


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats