Παρασκευή, Αυγούστου 11, 2006

Βατερλώς αναφέρω...!



… Μά πουθενά – πουθενά! Ο άνθρωπος μέ τό σατανικό χαμογέλιο του καί τήν σφιγγώδική τ’όψη, δέ φαίνονταν μέσα στό τραίνο - δέ φαίνονταν! Είχε γίνει, λές, άφαντος! Μπρέεε! Καί τό τραίνο μού φάνηκε τώρα πώς μύριζε θειάφι...

Απόμεινα συλλοϊσμένος, κοιτάζοντας καί σέ μιά πόρτα αντικρύ μου. Μιά Κυρά είχε συζήτηση εκεί, μέ τόν επιθεωρητή εισιτηρίων.

- Σείς καί η κόρη σας (ο σιδηροδρομικός τής απόλεγε) θά πληρώσετε ολόκληρο. Μά κι μικρός σας, ολόκληρο.
- Ο Τοτός μου! Γιατί; Δέν θεωρείται ανήλικος;
- Όχι, αφού φοράει μακρυά παντελόνια.
- Παντελόνια; Τί ιδέα!... αποράει η μαμά. Μά άν από τό μάκρος τών πανταλονιών κανονίζετε, τότε εγώ πρέπει νά πληρώσω μισό!
- Καί, μαμά, εγώ διολου!... συμπληρώνει κι η κόρη.


Μπρέ τί έλεγε; Χά!... καί στράφηκα πρός τ’ανοιχτό παραθύρι. Όξω, μιά απλοτοπιά – μπρός – παρέλαυνε, μές σ’άπειρες ποικιλίες τοπίων. Τσάρρρ!.. άφησε – χρυσή γαργάρα – ένας κότσυφας υψώσαντας ράμφος χρυσό πρός τά ύψη. Καί λύγαε, σά σέ μπαλλένα, στόν κλώνο του.

Άξαφνα, πυκνό σκοτάδι μέ τύφλωσε κι ευθύς άναψαν τά φώτα.

Η αμαξοστοιχία τρεμόλαμψε. Φανερό πώς είχαμε μπεί σέ τούνελ. Μά εμένα μιά υποψία μού διαβήκε απ’τό ταραγμένο μυαλό μου. Μήν ήταν αυτό τό εξπρές είδος φάντασμα; Μήν καμιά μηχανή τού διαβόλου;

- Μαμάκα, Μαμάκα!... ξεφωνίζει ο μικρός, δείχνοντας κάποιον βυθισμένο στόν ύπνο: Κοίταξε αυτόν τόν κύριο· δέν έχει τρίχα καμμιά στό κεφάλι του!
- Σσσούτ!... τού κάνει η μητέρα του, θά σ’ακούσει ο κύριος.
- Α!... Δέν τό ξέρει;

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats