Σάββατο, Ιανουαρίου 30, 2021

ἤβραζεν

Λοιπὸν τυχαίως ἔπεσα σὲ ἕνα τραγοῦδι ποὺ μὲ συγκινεῖ πολὺ - ὄχι τόσο, ὅσο κάποτες. Θέλεις νὰ σὲ πῶ ποιό εἶναι; Ἀποφεύγω νὰ τὸ το σχολιάζω διότι εἶναι λίαν τρέντυ (εἰδικῶς τὸ ἄλμπουμ διὰ τοῦ ὁποίου κυκλοφόρησε) πολὺ πολὺ τρέντυ.

Εἰς τὸ «Γραμμὲς ὁριζόντων» εἶναι τὸ «Ὁ Σταυρὸς τοῦ Νότου». Τὸ ὁποῖον ξεκινᾷ ἔτσι:

ἤβραζεν τὸ κῦμα τοῦ γαρμπῆ
ἠμαστᾶνε ἀμφότεροι στὸν χάρτη
γύρισες καὶ μοῦ’πες πὼς τὸν Μάρτη
σ’ἄλλους παραλλήλους θἄχῃς μπεῖ

μὲ ἄρεζε πολὺ αὐτὴ ἡ εἰκόνα. Σκυμμένοι δύο σὲ τραπέζι σὲ μιὰν κουκέτα σὲ ἕνα βρωμοπλοῖο (σημειωτέον τὴν ναυτικὴ ἐργασία, τὰ ταξείδια, τὰ πολύμηνα στὶς θάλασσες τὰ σιχαίνομαι· ἀποροῦσα πῶς κἄποιοι μποροῦν καὶ βιοπορίζονται ἔτσι) καὶ βλέπουν ποῦ εἶναι, (γιὰ) ποῦ πηγαίνουν, μιλοῦν, σχεδιάζουν, πίνουν καχβέ. Ἐνῷ ἡ ἐσχάτη στροφὴ

χάμου στὲς ἀκτὲς τῆς Ἀφρικῆς
πήγαινε χρόνια τώρα ποὺ κοιμᾶσαι
τὰ φανάρια πιά, δὲν τὰ θυμᾶσαι
καὶ τὸ ὡραῖο γλυκὸ τῆς Κυριακῆς.

μοῦ τσιγκλοῦσε, μοῦ ὄξυνε τὴν μελαγχολία, μὲ ἔκανε νὰ κλαίω ἀσταμάτητα.

Ἤντουνα, βλέπεις, Ἰουλαύγουστος χρονιᾶς ἥντινα δὲν ἐνθυμοῦμαι, κἀγὼ εἰς τὴν χῶρα τῆς Λακεδαίμονος, ἄρτι παρουσιασθεὶς εἰς τὸν στρατόν, μὴ ἔτι προσαρμοσθείς, εἰδὼν κἄτι διάφορον οὕτινος ὅπερ ἀνέμενα. Νὰ ἔχω δῆλα δη, εἰς τὸ δεύτερον γραφεῖον, γόνους κομμουνιστῶν ἢ κομμουνιστὲς καὶ νὰ τοὺς βασανίζω, ἐξορύσσων τοὺς ὄνυχας αὐτῶν ἢ μουσουλμάνους νὰ τῶν δίνω σκεύασμα στειρώσεως. Καὶ αὐτὸ τὸ ὡραῖο γλυκὸ τῆς Κυριακῆς, τί καμουτσικιὰ μοῦ ἔδινε στὸ θνῆσκον κουράγιο μου! Μοῦ θύμιζε τὰ Νεαπόλει μεσημέρια Κυριακῶν, ὅπου πρᾶγμα τι, ἀπολαμβάναμε γλυκὰ καὶ ὅ,τι ἐποίει ἡ μήτηρ. Ἡ συνειδητοποίησις ὅτι θὰ ἀργοῦσα πολὺ νὰ τὰ ξαναδῶ, μὲ ἔκανε ῥάκος. Ἔκλαιγα, ἔκλαιγα χωρὶς νὰ μὲ νοιάζῃ ἂν θὰ μοῦ ἔβλεπαν οἱ συνάδελφοι τὸν κοπετὸ σκεπτόμενοι καὶ πιθανολογοῦντες μωρὲ μπὰ καὶ εἶνε οὗτος, ντιντής; Καὶ δὲν εἶχα, πρὸς ἴασιν τοῦ ἄλγους, εὔκαιρον οὔτε ἕνα βρωμοπαλιοκουμούνι νὰ τὸ κλωτσῶ χωρὶς σταματημό, τόσο ὥστε, τὸ λαχανητὸ νὰ μὲ κάνῃ νὰ σταματῶ ἢ οἱ συναδέλφοι ἁρπάζοντες ἐμὲ ἀπὸ τοὺς βραχίονες, λέγοντες παῦσε, ξερνᾷ αἷμα ἀπὸ τὸν στόμα! Μὲ ἐμένανε, ἐν τούτοις, νὰ εἰσπνέω γαργαντούϊκη ἀνάσα καὶ νὰ ἀποκρίνωμαι πὼς ὦ, σμπούτσαμ’ θέλω νὰ τοῦ ἀγνωριστίσω τὴν μάπα ὥστε νὰ προκύψῃ ἀμφιβολία ὅταν θὰ τὸν κλαῖν οἱ συντρόφοι του!

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats