Κυριακή, Ιουνίου 10, 2012

Στρωμένη κουβέρτα

μαστρο Γιάννης, συνταξιοῦχος ἀεριτζής, ἤτοι ἀπασχοληθεὶς ἐπὶ ἔτη 36 στὸν σαγηνευτικὸ δημόσιο τομέα, θεώρησε ἑαυτὸν λίαν μάχιμον ὥστε νὰ ἀφεθῇ στὴν μαλακία τοῦ συνταξίου βίου κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ὁποίου ἔρχονται ἀπρόσκλητοι καὶ σωρηδὸν καὶ ὁμαδὸν (ἕνεκα τῆς μητρὸς πάσης κακίας ἀργίας) ὅλαι αἱ ἀσθένειαι.

Κατηφόρισε λοιπὸν πρὸς Πειραιᾶ, μὲ μιὰ φόρα ζηλευτὴ καὶ ἀφέθηκε νὰ κατρακυλᾷ. Διῆλθε τῆς Λεύκας, ἔπιασε τὰ παλιατζίδικα στὴν Ῥετσίνα, βγῆκε στὴν Ἱπποδαμείας καὶ κούμπωσε σταὐλάκι τῆς Φίλωνος. Ἐκεῖ, ἀδράνεια, φόρα τοῦ διήρκεσε μέχρι λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν Ἅγιον Νικόλαον. Ἠγέρθη, ξεσκόνισε τὸ καίτοι τόση κωλοπερατζάδα ἔτι μὲ τσάκιση παντελόνι του καὶ ἔφερε γυροβολιὲς τρεῖς τὸ κεφάλι του. Σταυροκοπήθηκε ἕνεκα Ἅγιος ἀλλὰ καὶ τὰ ἐκεῖ μαγαζιά καὶ τἀπεφάσισε.

Στὰ κάποτε σεπτὰ μετερίζια τῆς Τρουμπὸς ἔριξε τὴν ζαριὰ καὶ τοῦ κάθησε σερμπέτι - ἴσως ἐπειδὴ τὸ ξετύλιξε ξεάγχωτα. Κι ἔγινε σὲ χρόνο ντετὲ νάμπερ οὐὰν μαστρωπὸς τοῦ Πειραιῶς, κατές! Ἐν ὀλίγοις καὶ χωρὶς σπάισυ λεπτομερείας, σύμπασαι αἱ φερέλπιδες κοπέλες κατέφθανον ἀπὸ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν ἵνα καταθέσωσιν αὐτῷ τὰ διαπιστευτήριά των σὲ ἀριθμούς. Ἀριθμοὺς τρεῖς χωρισμένους μὲ παύλα, ἀριθμοὺς τρεῖς, διψήφιους.

Ἦταν περίοδος ποὺ κρίσις κτύπησε καὶ τὶς τράπεζες ὁπόταν κτυπήθηκα κι ἐγώ, μέγα, μεῖζον μᾶλλον στέλεχος μεγίστης τραπέζης τῆς πρωτευούσης· ὀκτάωρος ἐξέκιουτιβ πωλὼν πιστωτικάς. Γειά σας, ὀνομάζομαι Βαγγέλακας καὶ σᾶς καλῶ ἀπὸ τὴν μπαρμπουτομπάνκ, τὸν κύριο Μασταπιάνη παρακαλῶ. Κύριε Μασταπιάνη, ἡ τράπεζά μας, ἐλέγξασα τὰ κοιτάπια ἑβδομήκοντα ὀκάδων ἑβραίων χρηματιστῶν ἀνεκάλυψε πόσο φερέγγυος ἐστέ! Πρὸς τοῦτον ἐξέδωσε ἠσπέσιαλλυ δι’ὑμᾶς μιὰ καρτούλα μούρλια! Λέγε ῥὲ πότε νὰ στὴν φέρωμε; Ὄχι, δὲν πᾶμε νὰ στὴν φέρουμε, μὴν κάνῃς τὴν δύσκολη, ἄιντε!

Ἡ κρίσις λοιπόν. Μᾶς ἔκοψε τὸ ΚΨΜ στὴν ταράτσα τοῦ μπαρμπουτομεγάρου κατ’ἀρχάς, ἐν συνεχείᾳ εὐνούχισε κάποια μπόνους, σταμάτησε τὸ φρὴ κωλόχαρτο στὶς τουαλέττες, μέχρι τὶς ματιὲς στὰ εὐδιάκριτα διὰ τῶν λινῶν φουστῶνε πορδοστὸπ μιᾶς ῥουφιόλας συναδέλφισσας μᾶς περιόρισαν οἱ ψηλὰ ἱσταμένοι καθ’ὅσον σᾶς ἀλλοπροσαλιάζει καὶ θέλετε ἄλλα, κουφάλες! Ἡ κρίσις. Ὥσπου κατέφθασε γιὰ τὰ καλὰ κυριεύσασα ἕναν μόρτη ἀπὸ τὸ τμῆμα προσωπικοῦ ὅστις κάποιο πρωινὸ μὲ ὕφος Ἀνέστη Βλάχου μὲ εἶπε: Πέρνα ὄξω ῥέ!

Κι ἔπεσα ν’ἀποθάνω!

Μιὰ σειρὰ βραδιῶνε, πνίγων τὸν ἄεργο καημό μου σὲ κουρτάκια ὧν οὺκ ἔσται ἀθιμὸς σὲ κάποιο ταβερνεῖο, τὴν εἶδα ἀπέναντί μου. Μᾶς χώριζαν κάμποσα μέτρα, μερικὰ τραπέζια καὶ ὀλίγα κορμιά, τόσα ποὺ διέκρινα μόνον τὸ ἀριστερό της προφὶλ κι αὐτὸ ὅταν ἔσκυβε γιὰ νὰ μιλήσῃ στὴν παρέα της, ἕναν ἀλώπεκα κύριο ἐμμηνοπαυμένο ἔτη τέσσαρα. Χαμογελοῦσε συχνὰ (τοῦτο τὸ ἔβλεπα ὅποτε ἔφευγε ἕνας ἀνάμεσας ψηλὸς μελαχροινὸς γιὰ κατούρημα) ἔπινε ὡσὰν σιφώνι μπανιέρας [διακρινόμενο (ὄχι τὸ σιφώνι, τὸ περιστατικὸ) τὶς φορὲς ποὺ μιὰ μεταξὺ ἡμῶν πληθωρικιὰ κυρία σηκωνόταν γιὰ χορὸ] μὰ δὲν εἶχα μάτια πάρεξ τοῦ μπούστου της ὅπερ μεγεθυνόταν ἔτι μᾶλλον διότι μπροστά του ἦταν μιὰ μαλαματίνα.

Καὶ μὲ ἔπιασε νταλγκάς. Γιὰ τὴν μανταμίτσα.

Καὶ ὅλο καὶ κάθε μέρα (βράδυ δηλαδὴ) πάγαινα ἐκεῖ.

Στὸ καπηλειὸ ντέ.

Καὶ προσπαθοῦσα μουλωχτὰ νὰ καβατζώνω τραπέζι κοντά της, ὅλο περισσότερο πλησίον της. Οὕτως, λιγόστευαν οἱ σκόπελοι ποὺ μᾶς χώριζαν. Ἄλλαζαν λοιπὸν τὰ κόζα της. Μπορεῖ νὰ μὴν χαζολογοῦσε σὲ αὐτιὰ καβαλιέρων της [οἵτινες ἄλλαζαν κάθε βράδυ (ὄχι σωβρακοφανέλες) ἁπλὰ κάθε φορὰ ἦταν κι ἄλλος διαφορετικὸς] μπορεῖ νὰ μὴν χαμογελοῦσε ἀμήχανα καὶ διεκπεραιωτικά, μπορεῖ νὰ μὴν ἔπινε σὰν τσιπούρα τοῦ ἀργοσαρωνικοῦ ἀλλὰ αὐτὸ τὸ μποῦστο της, ὤι ὤι μάνα’μ’! Παρέμενε ἀναλλοίωτο σὰν στῖγμα σὲ μπράτσο μούτσου.

Φαῦλος κύκλος κι ἐγὼ δὲν ξέρω πόσα βράδια, τὴν εἶχα ψωνίσει, μιλᾶμε γιὰ ζόρια ὄχι ἀστεῖα. Ἕνα βράδυ μὲ φεγγάρι καὶ καημὸ τί νὰ σᾶς λέω, ἀφοῦ ζήτηξα λίγο κοκκινέλι ἀκόμα, τ’ἀπεφάσισα. Πετάχτην σὲ ἕνα κοντινὸ ΑΤΜ κι ἀνέσυρα ὅ,τι φράγκο ὑπῆρχε καὶ ἐπέστρεψα παρέα μὲ μιὰν ἀψίδα νὰ! Θὰ ζήλευαν κι οἱ Φλάβιοι! Φώναξα στὸ παιδί ὅπερ ἦλθε ἄνευ κοκκινελίου καὶ μὲ ἀπολογητικὸ ὕφος γιὰ τὴν καθυστέρα. Μὴ σκᾷς, τὸν εἶπα καὶ τὸν ἐνεφάνισα ἕνα πεντακοσαρικάκι. Γιὰ σγοῦψε. Κι ἔσγουψε. Καὶ τοῦ εἶπον!

Τὸ πλέον εὔκολο!

ἔτσι μοῦ εἶπε, μὲ ἄφατη βεβαιότητα· ἔφερε καὶ τὸ κοκκινέλι ὁ ἀπίθανος. Κι ὡς μεζέ, τσιμπουκομεζὲ θὰ ἐδυνάμην νὰ εἴπω, ἦλθε καὶ ἡ...

Μαρία Αἰγυπτία, χάρηκα.

Ἒ νὰ σᾶς πῶ πόσο χάρηκα, πλεονασμὸς μέγας καὶ πλείων! Καθήσαμε καὶ παρέα μὲ μαλαματίνα (ἀπαραίτητο φετὶχ) φυστίκια, μορταδέλα καὶ τηγανητὴ κουτσομούρα μιλούσαμε μέχρι ποὺ ξεθύμανε ἡ ὀρχήστρα στὸ πάλκο καὶ φεύγοντας μοῦ ἔδωσε τὸ κλειδὶ καὶ μιὰ σκούπα γιὰ νὰ κλείσω μὰ καὶ καθαρίσω τὸ μαγαζί.

Τοὺς πούστηδες, Μαρία Αἰγυπτία!

Φύγαμε κυνηγημένα ἀπὸ τὸ καπηλειό· τοῦτο μὲ ἔκανε νὰ τῆς σφίξω τὸ χέρι πατερναλίως. Παντοῦ σκοτεινὰ καὶ δὲν ἤξερα ποῦ! Τροχιοδεικτικῶς ἀφέθην σὲ μιὰν ἁλμυρὴ αὕρα καὶ σὲ ἔξι λεπτὰ ἤμαστε στὰ βραχάκια τῆς Πειραϊκῆς. Πήδηξα ἕνα κιγκλίδωμα, τὸ πήδηξε κι αὐτὴ ἠγνοήσασα τὸ προτεινόμενο χέρι μου καὶ κυλήσαμε στὶς ἀρχαῖες πέτρες. Σκούπισα φυσώντας φυσώντας φυσώντας πολὺ μίαν ἐξ αὐτῶν ἵνα καθήσῃ καὶ ἡ τζουτζούκα σὲ καθαρὰ στασίδια. Κάθησα καγὼ καὶ ἀτένισα ἐκεῖ ψηλὰ τὸ ἄπειρο, τὸν ἔναστρο οὐρανὸ μαρσάροντας ἕνα κάτι ἀνυπέρβλητα ῥομαντσάδικο ἵνα τὴν ἰντριγκάρω κάπως!

Μὰ ἀπότομα ἔγειρα τὸ κεφάλι, διέκοψα ἀδόξως κι ἔστειλα τὴν ματιά μου κάτω. Εἶχε σκύψει ἡ Μαρία Αἰγυπτία, πείραζε τὴν ζώνη μου καὶ καθόλου δὲν ἄκουγε γιὰ τὸ θάμβος τῶν ἀστέρων. Ἡ ζώνη μου ὡστόσο ἦταν σφιγμένη κατὰ τὰ δέοντα, οὐδεὶς λόγος εὐτακτοσύνης - μὰ τί κάνεις; Δὲν τὴν τακτοποιοῦσε, τὴν χαλάρωνε καὶ γρήγορα σὰν μὲ χέρια τῆς θεᾶς Κάλλι ξεκούμπωσε τὸ φερμουὰρ καὶ ἀνέσυρε τὸ μάντρα μου.

Μαρία Αἰγυπτία; Μαρία Αἰγυπτία;!

Πάλευα, σὰν ἀπελπισμένος ναυαγὸς μὲ τὰ κύματα, πλήρης ἀπορίας μὲ ὅ,τι συνέβαινε. Τῆς ἀπωθοῦσα τὰ χέρια ἀπὸ τοὺς διδύμους μου μὰ πρὶν καλὰ καλὰ τὴς τὰ ἀπιθώσω πάνω της, ἕνα σχεδὸν τρίτο μὲ γαργαλοῦσε. Κι ὅταν νουθετοῦσα κι ἐκεῖνο, τὸ κεφάλι της ἔπεφτε πάνω μου, κάτω μου δηλαδὴ καὶ ἄρχιζε ἕναν χορὸ τῶν ἐρυθρόδερμων, παρακλήσεως γιὰ βροχή.

Μαρία Αἰγυπτία; Μαρία Αἰγυπτία;! Μὰ τί σὲ ἔπιασε, μοῦ λές;!

Τὸ λὲς τὸ ἐξέφερα τόσο δυνατὰ ποὺ πείστηκε γιὰ τὸ ἀληθὲς τῆς ἀντίδρασής μου καὶ πάγωσε.

Ἔ;

Τί ἔ, Μαρία Αἰγυπτία;

Ἔ;

Μὰ πρέπει νὰ σοῦ πῶ γιὰ τοὺς ἀστερισμούς, γιὰ τὴν πλοκὴ τῶν οὐράνιων μαργαριταριῶν καὶ τὴν ὁσονούπω παλίρροια ἕνεκα ἡ γιομάτη Σελήνη! Κι ἐσύ...

Ἔ;

Δὲν καταλάβαινε τίποτε! Καὶ τὴν κυρίευσε ἕνας ὑστερικὸς γέλως ποὺ τὴν σήκωσε καὶ τὴν ἔστελνε πίσω, νὰ πηδήσῃ πάλι τὸ κιγκλίδωμα, νὰ φύγῃ, χωρὶς μάλιστα ἕνα γειά!

Πανικοβλήθην τόσο ποὺ ἔβλεπα τὰ καπούλια της νὰ δίνουν ῥυθμὸ καὶ νὰ τελεσιδικοῦν στὸ φευγιό της, στὸ σχεδὸν ἔκλασε ἡ νύφη, σκόλασε ὁ γάμος κι ἔτρεξα πίσω της. Πάνω ποὺ ἄνοιγε τὰ σκέλη της γιὰ τὸ ἀποχαιρετιστήριο ἀκροβατικὸ τὴν πρόλαβα καὶ μπέρδεψα τὰ δάκτυλά μου στὰ δικά της, τὸ δεξί μου χέρι, στὸ ἀριστερό της. Γύρισε ἀπότομα καὶ μὲ φίλησε, ἔχωσε τὴν γλώττα της στὸ στόμα μου καὶ ἔπλεξε ἕνα θριάμβιο συμπέρασμα.

Ἐντάξει τώρα, μικρέ μου;

Κι ἐγὼ μὲ τὴν γλῶττα μου μουδιασμένη κατέφερα νὰ τῆς πῶ πὼς ντάξει, μὲ ἔπεισε, θὰ τῆς δινόμουν!

Φθάσαμε πολὺ γρήγορα στὸ τσαρδί - ἄλλωστε λίαν ἐγγὺς ἡ Δραπετσώνα – μπήκαμε ἀσθμαίνοντες στὸ δωμάτιό μου, ἀφοῦ πρῶτα φιλούμενοι τε καὶ χαμουρούμενοι σκουντουφλούσαμε στὶς γλάστρες τῆς αὐλῆς, γιομάτης βασιλικοὺς καὶ γεράνια ἀσβεστωμένης αὐλῆς ἀπὸ τὰ χέρια μου κάποιο Κυριακῆς πρωινό, ἄχ, παληκάρι ποὺ εἶμαι, πειραιωτάκι καὶ ὀλυμπιακός, τίμιο δουλευταράδικο τὴν ὑγειά μου νὰ ἔχω μόνον καὶ ὅλα τὰ ἄλλα... Τὴν ὑγειά μου καὶ νὰ ἤξερα ποιός εἶναι ὁ πατέρας μου, κάπου στὸ Ἀμέρικα τώρα, πρὸ 26 ἐτῶν ἐδῶ μὲ τὸ ἕκτο στόλο καὶ τώρα κάπου στὸ Ἀμέρικα.

Ἡ Μαρία Αἰγυπτία, γυναίκα, ἀνίδεη περὶ τὰ ποδοσφαιρικὰ δὲν καταλάβαινε, δηλαδὴ δὲν ἄκουε κἄν, ἀπὸ μέσα μου τὰ ἔλεγα. Μὲ λαϊδικὸν ζῆλον, μὲ πέταξε τόσο πεζὰ στὸ κρεββάτι, ἦλθε πάνω μου καὶ σὲ περίπου 14 λεπτὰ μὲ εἶχε ἀφυδατώσει. ῎Ἤμεθα ἀμφότεροι ὕπτια καὶ κλινήρεις - ἀμίλητοι καὶ καπνίζοντες. Ἐγὼ σὲ ἄφατη εὐδαιμονία, ἂχ μωρὲ ἔτσι εἶναι τὸ κοκό; Νὰ τὸ κάνω πιὸ συχνά! Ἔσβησε τὸ τσιγάρο καὶ γύρισε πρὸς τὸ μέρος μου. Πρέπει νὰ φύγω. Ἀπὸ τώρα; Κι ἤθελα τόσο νὰ ἔτρωγα αὔριο ποὺ ἤδη ἦταν σήμερις πρωινὸ ἀπὸ τὰ χέρια της! Πρέπει νὰ φύγω μοῦ ξανάπε, μὲ ὕφος κάπως ἐρωτηματικὸ σὲ ἕνα δεξὶ φρύδι ἀνασηκωμένο. Κάτι περίμενε καὶ ἂχ πόσο πολὺ – καίτοι μὲ ταλάνιζε τὸ σύνδρομον τοῦ νεκροῦ σπέρματος – ἔνοιωσα λιγωμένα γι’αὐτὴν ποὺ προφανῶς περίμενε ἀπὸ μένα:

Θὰ σὲ ξαναδῶ;, σοῦ ἄρεσε;, μ’ἀγαπᾷς;

Τῆς τὰ εἶπα ὅλα μαζύ, χωρὶς σειρά, ἄναρχα, λαχανιασμένα, μὲ λαχτάρα γιὰ νὰ καταλάβῃ κι αὐτὴ πόσο πολὺ τὴν εἶχα ἐρωτευτῇ καὶ τὸ δίχως ἄλλο, αὔριο κιόλας (ποὺ ἦταν ἤδη σήμερα) θὰ τὴν παρουσίαζα στὸν μπαμπᾶ μου ἂν τὸν ἤξερα, ἂχ ἕκτε στόλε!

Μὰ ἡ Μαρία Αἰγυπτία, ἀντὶ ἐρώτων ἐνώπιον τοῦ Γανυμήδου καὶ τοῦ Πανὸς κάτι μοῦ ῎ἔλεγε γιὰ λεφτά, γιὰ ἀμοιβή, γιὰ τὸ ῥεγάλο της.

Τί νόμιζες ῥὲ μπάμια; Πὼς ἦρθα γιὰ τὰ ὡραῖα σου μάτια; Ἄιντε τελείωνε, δὲν ἔχω ὅλη τὴν νύχτα γιὰ πρόλογους!

Λεφτά; Μὰ λεφτὰ δὲν εἶχα ὁ καψερός! Τὸ ἔσχατο πεντακοσάρικο τὸ εἶχα δώκει στὸ παιδὶ γιὰ νὰ μοῦ κάνῃ γκεζὶ μ’αὐτήν!

Τί λεφτά; Τί λὲς Μαρία Αἱγυπτία;

Λεφτὰ ῥὲ! Λεφτένια! Ὥστε ψόφιος κοριός; Τώρα θὰ δῇς!

Κι ἔπιασε τὸ τηλέφωνο της, τὸ πίεσε σὲ καίρια σημεῖα καὶ πρὶν προλάβῃ νὰ τὸ ἀφήση χάμου, ἡ πόρτα ἄνοιξε λίγο πιὸ ἀλέγκρο ἀπ’ ὅ,τι τὴν ἀνοίγει συνήθως ἡ κυρα Μαριγούλα, ἡ σπιτονοικοκυρά μου ὅταν μοῦ φέρνῃ σιδερωμένα τὰ σώβρακα. Δυὸ φουσκωτοὶ καλησπέρισαν, μὲ σήκωσαν καὶ ἀφοῦ μὲ τὸ στανιὸ μὲ ἄφησαν νὰ ῥίξω ἕνα σὸρτς πάνω μου, συστημένο μὲ ἔσουραν πρὸς Τρούμπα μεριά, σὲ μέρη ἄγνωστα μέχρι τὰ τότε.

Μπουκάραμε σὲ ἕνα ἡμιυπόγειο, μὲ μουσικὲς ἀπὸ τὸ Χαρτοὺμ καὶ κόσμο ἐπίσης ἐκ τῆς ὑποσαχάριας Ἀφρικῆς. Φῶτα ἰωδικά, καπνοί, ἱδρωτίλα. Μὰ γρήγορα ἀφήσαμε αὐτὸ τὸ εἰδυλλιακὸ περιβάλλον καὶ περάσαμε στὰ ἐνδότερα. Ἕνα μεγάλο δωμάτιο, φωτεινότατο, καθαρὸ μὲ βιβλιοθῆκες γύρω καὶ γραφεῖο ποὺ θὰ ζήλευε κι ὁ σιὸρ Παραπραστανίτης, γνωστὸς ἀκαδημαϊκός, ὑποστηρίζων μάλιστα ΣΥΡΙΖΑ στὶς ἐπικείμενες ἐκλογές. Στὴν δερμάτινη πολυθρόνα ἐκάθητο κάποιος σένιος θεῖος ποὺ εἶχε στὰ χέρια του δελτία στοιχήματος. Καὶ χωρὶς νὰ πάρῃ τὰ μάτια του ἀπὸ τὸ Τόρκουει – Λὶντς ἠκούσθη νὰ λέῃ,

Ὥστε αὐτὸς εἶναι ὁ μαγκάκος;

Αὐτὸς ἤμουν, γιὰ μένα ῥωτοῦσε μὰ οἱ διακομιστές μου εἶχαν γίνει καπνός κι οὐδεὶς τοῦ ἀπήντησε.

Τέλος πάντων, ἀνέλαβα ἐγὼ ἀπαντήσεις, παρακλήσεις, ἱκεσίες καὶ γρήγορα κατάλαβε (τί καλὸς ὁ μαστρο Γιάννης!) ὅτι εἶχα τὸ ἀκαταλόγιστο, (μὲ) πίστεψε ὅτι οὐδὲν τὸ πονηρὰ τρακαδόρικο καὶ μάλιστα ἡ συμπάθειά του (πονευθεὶς ἀπὸ τὸ ἀνεργιλίκί μου) ἔγινε τόση, ποὺ μοῦ προσέφερε δουλειά, ὢ ναί!

Δουλειὰ στὸ μαγαζί του, ναί.

Γενικῶν καθηκόντων· ἀπὸ δοκιμαστὴς κοριτσιῶν μέχρι ἐπιστάτης καθαριότητος κι ἀπὸ κόφτης εἰσιτηρίων στὸ γκισέ, κρεμμυδοκουβαλητής.

Καλὰ εἶναι, βγαίνει μισθουλάκι.

Ἔχω καὶ τὰ τυχερά μου, ὄχι μωρὲ ἡ δοκιμὴ τῶν νέων κορασίδων, ἀλλὰ ταξιδάκια.

Ἐπαγγελματικοῦ περιεχομένου.

Πρόσφατα μὲ ἔστειλε στὰ Βαλκάνια, στὴν βόρειο Μακεδονία γιὰ νὰ ἐλέγξω πρὸς τίποτε μετεγγραφὲς ψηλοκάπουλων σλάβων (οἱ σλάβες τῶν σλάβων). Ἤμουν στὴν Ὀχρίδα σὲ ἕνα διάλειμμα ἀπὸ τὸ κουραστικὸ κάστιν καὶ βγῆκα τσάρκα στὴν λίμνη. Ὑπέροχα! Στὴν περατζάδα της, εἶδα κάτι πολὺ περιποιημένα παρτεράκια ποὺ εἶπα νὰ μοιραστῶ μαζύ σας!











2 σχόλια:

Ο χρήστης Blogger Heliotypon είπε...

'Εχεις ταλέντο μαγκάκι... Συνέχισε το γρράψιμο...

18/6/12, 6:18 π.μ.  
Ο χρήστης Blogger vangelakas είπε...

:)

24/6/12, 11:28 π.μ.  

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα

blog stats