Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 22, 2011

Μόνον γιὰ καπνοσυριγγιστὲς


Kυριακὴ τόσο Σεπτεμβρίου 2011 κχ (sic)

Προψές, σὲ μιὰν ἐκδήλωση ἐργασιακή, σὲ κάποιο παραλιακὸν κατάστημα μὲ πλήρη στὸν αἰγιαλὸν ἀνάπτυξιν τραπεζοκαθισμάτων.

Ὅλα ἤσαντε ἀκριβῶς ὅπως τὰ διαβάζουμε σὲ μέηνστρημ περιοδικά· μουσικὲς ῥυθμῶν ἀπασχολουμένης ῥάγας προαστιακοῦ, τραπεζοκόμοι κακομούτσουνοι καὶ ἀγενεῖς, ποτὰ ἁρπαγμένης ποιότητος καὶ καμπινέδες ὁμοιάζοντες σὲ ξαδελφάκια τους μηχανοκίνητου τάγματος κάπου στὴν ζώνη εὐθύνης τοῦ τετάρτου σώματος στρατοῦ.

Ἐγὼ ὅμως ἤμανε πολὺ κεφαρισμένος, εἶχα τσιμπήσει μιὰ μπύρα τὴν ὁποίαν ἐκπώμισε ἐνώπιόν μου ἡ ὕφους Κλαούντια Καρντινάλε, μαντὰμ ἐπὶ τῆς μπαρός κι ἄραξα σὲ μιὰν γωνιὰ νὰ περιμένω τὸν συνάδελφον κόσμον ποὺ θὰ ἤρχετο. Κύλησα ἔτι ἅπαξ στὸν αὔλιον χῶρον, παρεδώθην στὰ γινάτια μιᾶς βαρβάτης ὑγρασίας καὶ τσίμπησα μερικὰ καναπεδάκια, οἱ ἄθλιοι δὲν εἶχαν καθαρίσει τὸ νάυλον ντυσιματάκι τοῦ σαλαμιοῦ καὶ κατὰ τὴν κατάποσιν ἀπέκτησα – εὐτυχῶς δι’ὀλίγον - ἕνα θεματάκι.

Σὲ μιὰν ἰδανικιὰ θερμοκρασία ἡ σκούρα, ἡ μαύρη μπύρα ἢ κάλλιον ἵνα μὴ μᾶς ψέξουν οἱ πολιτικῶς ὀρθοὶ ἀντιρατσισταί, ἤντουνα τέλεια ἡ ἀφροαμερικανὶς μπύρα, γουλιὰ καὶ συγχώριο! Κι ἀπὸ παραδίπλα... Καθήμενος σὲ μπράτσο στιβαρὸ μιᾶς λευκῆς πολυθρονός, ἅπλωσα σὰν παπατζὴς τὰ σύνεργά μου. Ἔσφαξα τὸ καπνοσυρίγγι, τοῦ ἔθεσα καθαρὸν καὶ καλοχτενισμένο φιλτράκι, ἄνοιξα καὶ τὸ τσίγκινο ταμπακεράκι καὶ σχηματίσας τὴν Ἁγίας Τριάδος χερονομίαν, ἄδραξα δέουσα ποσότητα καπνοῦ. Τρὶς ἠκολούθησα τὴν αὐτὴν διαδικασίαν, γιόμισα τὸ μπωλάκι καὶ κατόπιν, μπάνικιας εἰσπνοῆς ληφθείσης, ἔβαλα τὰ δυνατά μου, ἔκανα μποντίκι καὶ πίεσα στὶς ὀρθὲς ἀτμόσφαιρες τὸν μέχρι πρότινος ἀτίθασον καπνόν. Ἄαααα, μπερεκέτια, τί νὰ σᾶς λέω, ὑμεῖς τὰ ξέρετε καλλίτερα, ἀλλὰ ἕνα κάτι ἄλλο, ἐξόχως μαγικὸ τὸ ἀγνοεῖτε! Παρακειμένως τοῦ ἐργαλειακίου εἶχα κάτι ξυλαράκια, σὰν ὀδοντογλυφίδες ἤντουσταν ἀλλὰ μὲ ἕνα καφὲ καπελλάκι! Καπελλάκι ἀπὸ ἕνα ὑλικὸ ὅπερ ἐπανῆλθε στὸ φῶς μετὰ ἀπὸ πέντε ἔξι αἰῶνες! Υἱὸς τῆς πρώτης ὕλης τοῦ ὑγροῦ πυρός, μποροῦσε ἄμα τὸ ἔτριβες κάπου, νὰ ἀνάψῃ! Ἄναβε τὸ ξύλο, ἀλήθεια σᾶς λέω, τὸ ἔχετε ξανακούσει; Νὰ ἀνάβῃ σχεδὸν μόνο του τὸ ξύλο; Δὲν ξαναχρησιμοποιῶ ἀναφτῆρα! Τέλος πάντων, ἔξυσα μὲ ἀντίχειρα καὶ δείχτη τὴν περίπου ὀδοντογλυφίδα καὶ ἐγεννήθη φῶς τὸ ὁποῖον βούτηξε ἄμεσα στὸ συρίγγι καὶ γιόμισε κυανόλευκες τολύπες τὸν χῶρο.

Πωπώ, τί ἐξαίσια μυρωδιά, φράουλες καὶ βανίλιες καὶ τὰ ἄλλα τὰ κάπως μπέρρυ καὶ μέλι καὶ οὐίσκι καὶ σοκολάτα καὶ τί ἄλλο μωρὲ διαθέτει ἡ βαρβάκειος; Μπορεῖ καὶ κατσικάκι, μπορεῖ ναί, νομίζω ναί, ἀλλὰ ὄχι ὄχι ὄχι συγγνώμη, δὲν εἶχα προσθέσει τέτοιο, Παρασκευὴ ἦταν προψές, νηστεία.

Τέλος πάντων, ἐξαπελύθησαν πανταχόθεν αἱ μυρωδιαί, αἵτινες τσίγκλισαν κάτι στὰ πέριξ ψόφιες γκόμενες αἵτινες πάλι, γύρισαν πρὸς τὸ μέρος μου μὰ ἐγὼ οὔτε ὑποψία βλέφαρου ματιᾶς δὲν ἔριξα, θὰ τὸ ἔπαιζα ἀπόψε Ἄλκης Γιαννακᾶς. Ἄλλωστε δὲν εἶχα μάτια γιὰ ἄλλην, περίμενα τὴν μία καὶ μόνη! Ἤμουν ἐκεῖ, εὐσταλὴς καὶ κορδωμένος, περίμενα σὰν δελτιάτος πολίτης τοῦ ὑπαρκτοῦ λίγο πρὶν νὰ χουφτώσω φιάλη γάλακτος. Περίμενα! Τὴν περίμενα! Ἄξιζε τὸν κόπο ἡ ἀναμονὴ τί νὰ σᾶς λέω λέγω ἂχ ἂν δὲν εἶχε καταφθάσει θὰ προλάβαινα νὰ σᾶς περιγράψω τὴν διατομή της καὶ τὸ δίχως ἄλλο θὰ μὲ δικαιολογούσατε, θὰ μὲ μακαρίζατε καὶ ὅ,τι ἄλλο τηνελλικό, ἀλλὰ εἶχε ἀρριβάρει!

Γιομάτη χαμόγελα δεξιὰ κι ἀριστερὰ σὲ ὅλους τοὺς συναδέλφους οἱ ὁποῖοι καίτοι +άδελφοι, βλέποντάς την τοὺς ἔβγαινε διάθεσις πρὸς αἱμομιξίαν ἀλλὰ στὴν μπάντα κουφάλες! Δικιά μου εἶναι! Καὶ μὲ βῆμα γκοτζίλα, σχεδὸν προσγειώθην ἐνώπιόν της, γειά σου Ἐλπινίκη, εἶσαι ὑπέροχη ἀπόψε, οἱ μαρμαρυγὲς τοῦ φεγγαρόφωτος στὸ προσωπάκι σου καὶ στὶς διὰ τοῦ ξυπόλητου ντεκολτέ, γαλακταποθῆκες σου μοῦ δημιουργοῦν ἕναν οἶστρο ἐντελῶς κιναιδικόν, ἂχ ἂν δὲν ἤπρεπε νὰ παραμείνουμε ἐδῶ, γιὰ ἕνα ῥυζόγαλο θὰ ἤπρεπε νὰ σὲ πάω ἀπόψε, μὰ τί χαλάστρα ποὺ μᾶς ἔκαναν οἱ ἀπίθανοι πιά!

Τῷ ὄντι μεγάλη χαλάστρα, τόση ποὺ ἡ ἔκφρασις τοῦ προσώπου τῆς Ἐλπινίκης ἦταν παντελῶς σᾶς ξέρω κύριε; Χὲ χέ, πρᾶγμα τι, δὲν μὲ ἤξερε, εἶχα προσληφθῇ μόλις τὴν προηγουμένη ἑβδομάδα, σὲ μιὰν πολυεθνικιὰ μὲ κόσμο πολύ, ἦταν λογικὸ νὰ μὴν μὲ ξέρῃ, ἀφῆστε ποὺ ἐγὼ ἀπησχολούμην σὲ ἄλλο κτήριον ἀπὸ τὸ δικό της, ἀπέχον καμιὰ 50 χιλιόμετρα, μὰ ὅλα τοῦτα δὲν ἀποτελοῦν ἐμπόδιο σὲ κάτι ἀναφανδὸν πεπρωμενικόν, τί νὰ λέμε τώρα! Ἀνέλαβα ὕφος σουπιᾶς· ἀντὶ μελάνης ἀμολοῦσα καπνὸ γιὰ νὰ ἀποπροσανατολίζω περιεργείας βλέμματα συναδέλφων καὶ ἔλα Ἐλπινίκη, ἔλα μὴν κάνῃς τὴν δύσκολη, ἔλα θὰ σὲ κεράσω καὶ μαντολάτο καὶ γραπώνοντάς της τὴν παλάμη τὴν ἔφερνα σιγὰ σιγὰ στὴν ζώνη εὐθύνης μου, ἐκεῖ σὲ μιὰ σκοτεινὴ γωνιὰ σχεδὸν καλντερίμιον!

Χέρια ἱδρωμένα ἀπὸ τὸ γινάτι καὶ τὸ πάθος, σφικτὰ ἡ πίπα στὰ δόντια, ἀδηφάγα καὶ ἀλανιάρικα βλέμματα, κάπως ἔτσι ἤμουν, ἔτσι τὴν εἶχα ἀποκλείσει ἀπὸ τοὺς γύρω. Ἡ κολοβὴ ἐκφορὰ τῶν ὀδοντικῶν συμφώνων καθὼς τὴν ῥωτοῦσα τί καναπεδάκια, τί ποτὸ ἤθελε, μοῦ προσέδιδε πολὺ μυστήρια χαρακτηριστικά, φαινόταν νὰ ἀνησυχῇ, ἀλλὰ δὲν ἐξέφραζε πιὸ ντεσιμπελάτα τὴν ἀνησυχίαν αὐτήν, οὔτε μὲ χειρονομίες πνιγομένου. Τὴν εἶχα στὸ στενὸ μαρκάρισμα, αὐτὴ πάντως, στὶς ἐκκλήσεις μου γιὰ ἐπέκεινα ἦταν πολὺ φειδωλή, καμία ἀπόκρισίς της δὲν διέθετε περισσότερες τῶν δύο λέξεων, πολὺ ζόρικια μᾶς τὸ παίζεις μανδὰμ ἀλλὰ μὴν νοιάζεσαι, ξέρω ὅτι ἔτσι εἶστε ὅλες, στὴν ἄρνηση πηγμένες ἀλλὰ πνίγετε μιὰν ἀποδοχὴ νὰααα μὲ τὸ συμπάθειο, πρὶν ἐν τέλει πνίξετε τὸν κούνελο!

Τῆς πετοῦσα καὶ καπνὸ στὴν μάπα, ποσότητος ἐξατμίσεως ταρίφας πάνω στὴν πρώτη καὶ τὸ σπινιάρισμα, νὰ τῆς δείξω πόσο πολὺ τὴν ἤθελα, ἀλλὰ αὐτὴ κάτι ξενέρωτα μὲ πονᾷς μοῦ ἔλεγε, ναὶ καλὰ μὴν τυχὸν καὶ πῇς τίποτε παραπάνω, μὴν καὶ πῇς καμιὰ ἀκόμα λέξη, θὰ σὲ γράψῃ ἡ πολεοδομία, μὰ τί θέλω ἐγὼ μαζύ σου μοῦ λές; Ὄχι δὲν τὴν ῥώτησα τὸ τελευταῖο, παρὰ μόνον τὰ χέρια μου στὰ χέρια της χαλάρωσα καὶ τῆς πρότεινα νὰ καθήσουμε. Περιέργως, ἐδέχθη.

Πλέον ὅλα κυλοῦσαν πιὸ στρωτά, πιὸ ἐλπιδοφόρα γιὰ μιὰν κλινήρη κατάληξη τῆς βραδιᾶς. Βλέπετε εἶχα βρεῖ τὸ κλειδὶ τὸ μαγκιώρικο, ἤτοι τὴν ἄφηνα νὰ μιλᾷ. Αὐτή. Μόνον. Ἐγῶ ἀπησχολοῦσα τὴν γλῶττα καὶ τὰ χείλη μου ἀποκλειστικῶς στὸ καπνοσυρίγγι καὶ δὲν ἦταν τόσο δύσκολο τελικά. Κι αὐτή, γυναίκα ναί, ἄρχισε νὰ λέῃ... Πωπώ Θεούλη μου, τί εὗρος θεματολογίας ἦταν ἐκεῖνο; Ἀπὸ τὴν ἀρχιτεκτονικὴ τῆς ὕστερης ἀρχαιότητος τῶν Μαορὶ μέχρι τὴν χωρητικότητα ἐξωτερικῆς μνήμης σὲ ἔξυπνα τηλέφωνα κι ἀπὸ φιλοτελικὰ φεστιβὰλ ἕως τὶς ἐκπτώσεις σὲ χαβαϊάνας παντόφλες. Κι ὅλα τοῦτα μὲ δίχως διακοπὲς πρὸς ἀνανέωσιν τῆς ἀναπνοῆς! Τὸ μαρτύριον τοῦ Σίσυφου περνοῦσα τὸ τσαμένο ἀλλὰ πιστέψτε με ἄξιζε τὸν κόπο. Καθ’ὅσον, πολὺ σοῦπερ τὸ γκομενάκι
· μελαχροινότατο μακρὺ ἀκύμαντο μαλλί, μάτια χρωμάτου ἑλληνικοῦ ἀλλὰ ὄχι καὶ ῥομὰ τέτοιου, χειλάρες μὲ ἔντονη φιλαυτία καὶ πιὸ κάτω... Στῆθος ἰδανικὸ γιὰ πολυτεκνία, κοιλιὰ ἀνύπαρκτη, ὀπίσθια μὲ ὑψηλὰ πόδια, σοῦπερ λέγω ὑμῖν.

Πωπώ, τὸ ποτήρι της ἦταν σχεδὸν ἄδειο καὶ ὄχι γιὰ πρώτη φορά, πλέον εἶχε κατσαρώσει τὸ ὕφος της, οἱ ἀπαντήσεις κατέληγαν σὲ ἕνα γελάκι καὶ μὲ κυττοῦσε εὐπροσήγορα, ἀνεπιστρεπτὶ ἐκεῖνα τὰ ἐπιφυλακτικά της, τὰ σχεδὸν μὰ γιὰ ποιά μὲ περάσατε; Ἤμουν σχεδὸν ἔτοιμος νὰ τῆς προτείνω πᾶμε, μανίτσα μου, νὰ φύγωμε; Γιὰ ἕναν πατσᾶ κι ἂν δὲν σ’ἀρέσει, κάτι ἄλλο θὰ βροῦμε νὰ φᾷς. Ὤ, ναὶ πλήρης προτάσεων ἤμην, πολλὰ τὰ σχέδια καὶ μὲ μιὰν θαλερὴ ὄρεξη, εὐδιάθετος κάργα! Θὰ πετοῦσα μιὰν ἰαχὴ ῥομαντισμοῦ γιὰ πρὸ τοῦ πατσᾶ βόλτα πρὸς τὴν παραλία ἵσαμε τὸ Καβούρι. Γιὰ νὰ βλέπαμε, νὰ τῆς ἐξηγοῦσα τοὺς σχηματισμοὺς τῶν ἀστέρων στὸν σεπτέμβριο οὐρανό. Θὰ ἀγοράζαμε μάλιστα φεύγοντας, κόκκινο κρασὶ ὥστε νὰ συνοδεύαμε ἁλκοόλια τὴν ἀστρονόμιο βόλτα μας καὶ στὴν ἄμμο ξαπλωμένοι προδιαθέτοντάς την μὲ συνεσταλμένα καὶ τυχαῖα ἀγγίγματα στὴν πλάτη, στοὺς βραχίονες, στὸ στῆθος της, θὰ τῆς ἐξεθείαζα τὶς ἀρετὲς τῆς σοδομίας.

Σπουδαῖο σχέδιο, σιγουράκι, εὐόδωσις δεδομένη! Σὲ κάτι ταινίες - ἄνευ ἰδιαιτέρας πλοκῆς γιὰ νἆμαι εἰλικρινής – γίνονται ὅλα τοῦτα, γιατί νὰ μὴν γινόσαντε κι ἀπόψε; Ὅλα βγαλμένα ἀπὸ τὴν ζωή εἶναι! Ἂμ πῶς! Πωπώ, ῥιγοῦσα στὴν σκέψη καὶ μόνον μὲ ὅ,τι χῶρα θὰ ἐλάμβανε ἐντὸς ἐλαχίστου! Ἔτοιμος λοιπόν, σχεδὸν ἔτοιμος νὰ τῆς πῶ τὸ πᾶμε! ἀλλὰ φεῦ! μιὰ φωνὴ κατ’ἀρχάς, καὶ ἕνα σῶμα σὲ δεύτερο χρόνο, ἦλθαν ξαφνικά, ἔμφανίστηκαν ἀπότομα δίπλα μας, μὰ πόθεν εἶχαν ἐλθει;

Ἡ φωνὴ εἶχε χροιὰ καὶ περιεχόμενο ἐρωτηματικό, καινούργιος συνάδελφος; Δὲν θὰ μᾶς συστήσῃς Ἐλπινίκη; Ἂχ Θεέ μου, γιατί ὅλη αὐτὴ ἡ τυραννία, γιατί μὲ πιλατεύεις, ἐμένα τὸν σωστὸ χριστιανό, τὸν νηστευάμενο ἀπὸ κρέας τὶς Παρασκευές (ἀκόμα καὶ σὲ γεύση σὲ καπνὸ πίπας), τὸν διὰ τῆς παραφύσει συνουσίας βουλόμενο μὴ διατάραξῃ τὸν ἕνεκα εἰσέτι ἄγαμος ἡ Ἐλπινίκη, παρθενικὸ ὑμένα; Γιατί σ’ ἰμένα Κύριε;

Τὰ μπρὸς πίσω λοιπόν. Κάθησε δίπλα μας, δίπλα μου δηλαδή, ἡ Γεσθημανὴ χάρηκα καὶ ἐξ’ἀρχῆς φάνηκε τὸ κολλιτσιδιάρικό της. Καλὲ τί ὡραία πίπα, τί ἐνδιαφέρων καπνὸς καὶ πόσο ἑλκυστικὰ μυρωδιάζει καὶ πῶς σᾶς πάει ἔτσι ποὺ τὴν ἔχετε στριμωγμένη στὰ καταλευκά δοντάκια σας, τί ὕφος, τί στύλ, τί γοητεία! Μωρὲ μοῦ τὰ ἔριχνε ἢ ἁπλὰ ἤμην ἐπηρεασμένος περὶ τὰ ἀφροδισία ἀπὸ τὴν καλὴ γειτονία μὲ τὴν Ἐλπινίκη; Ἡ ὁποία Ἐλπινίκη, τί ἀπίστευτη κατάληξη γιὰ κάποια ποὺ στὴν ἀρχὴ μάζωχνε κουράγια γιὰ νὰ μὲ χαστουκίσῃ, φαινόταν νὰ δυσανασχετῇ μὲ τὸ καθυστερὸν ἡμᾶς, δίπλα μου τσιμπούρι. Τσιμπούρι εἶπα; Μπά... Τὰ τσιμπούρια πιὸ ἐμφανίσιμα, κυρίως δὲ ὄχι γλοιώδη! Ἂχ πόσο γλοιώδης φαινόταν ἡ πῶς σὲ εἴπαμε; ἡ Γεσθημανή. Ἔκανα ὅ,τι μποροῦσα γιὰ νὰ φανῶ ἀπωθητικός, μέχρι καὶ νυχάκι ἔβαλα κάπου ἐκεῖ στοὺς τραπεζίτες νὰ διώξω κάποια ἀπομειναράκια μαρουλιοῦ κι ἔκανα κάτι θορύβους μὲ τὴν γλῶσσα μου κάτσε καλά, ἀλλὰ αὐτὴ χαμπάρι! Μᾶλλον ἐνθουσιαζόταν περισσότερο μὲ αὐτὴν τὴν ἐπίδειξη ἀντρουὰ ἐκ μέρους μου. Τὴν ἄφησα νὰ συνεχίζῃ νὰ μὲ ῥαίνῃ μὲ κοσμητικά, μὲ κυττοῦσε μάλιστα στὰ μάτια – ματιασμένος θὰ ἔφευγα καὶ μπορεῖ σὲ καίριες στιγμὲς νὰ ἀποδεικνυόμην μαντάρα, κύττα μπέρδεμα τώρα γαμώτη μου! – κι ἐγὼ σκεπτόμην τρόπους νὰ τῆς ζητήσω νὰ πάρῃ τὸ κουβαδάκι της καὶ οὒστ καλέ! Ἔψαχνα τρόπους...

Αὐτὸ ἦταν! Χαμογέλασα μὲ τὴν μόλις ἐπινόησή μου ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ τῆς μαγνητίσω περισσότερο τὸ βλέμμα. Πάνω σὲ σχόλιο γιὰ τὸ πόσο σὲ πάει αὐτὸ τὸ ὑποκάμισο, Εὐάγγελε! ἐκτόξευσα τὸν δείκτη τῆς δεξιᾶς χειρὸς στὴν μύτη μου, στὸ ἐπίσης δεξιὸ ῥουθούνι γιὰ τὴν ἀκρίβεια, κι αὐτή! Αὐτὴ καλάνοιξε τὰ μάτια, σήκωσε τὰ φρύδια καὶ χαμογέλασε. Στάθηκα κι ἐγὼ περιμένοντας νὰ δῶ τὴν ἀντίδρασή της ἔγερση φευγάλα ἴσως καὶ ἄνευ χαιρετισμοῦ ἀλλὰ ἡ τύπισσα ἦταν σίγουρα βιτσιόζα. Βιτσιόζικα ἔστειλε τὸ χέρι της στὴν κοιλιά μου, σοβάρεψε τὸ ὕφος της καὶ ἄρχισε μιὰ βόλτα στὸ σῶμα μου χωρὶς νὰ νοιάζεται γιὰ λαιστρυγόνες καὶ κύκλωπες.

Ὑπὸ κανονικὲς συνθῆκες θὰ εἶχα παραιτηθῇ μὰ τὸ χάδι της ὅπερ κατηύθυνε τὸ βλέμμα καὶ τὴν σκέψη μου στὴν Ἐλπινίκη, μοῦ δυνάμωσε τὴν θέληση, καθάρισε τὸ μυαλὸ ἀπὸ σαστιμάρες καὶ τοῦ ἔδωσε στροφὲς γιὰ εὕρεση (κι) ἄλλων τακτικῶν. Πολὺ γρήγορα τὸ ξαναεῖχα. Χαμογέλασα ἀπαίσια, χολὴ ἔσταζε τὸ στόμα μου μὰ ἤμουν ἀποφασισμένος. Ἴσως νὰ εἶχα πρόβλημα ποὺ θὰ καταστρατηγοῦσα τὴν Συνθήκη τῆς Γενεύης ἀλλὰ τὰ θέλγητρα τῆς Ἐλπινίκης ἦσαν κατά τι ἡδύτερα! Ἄφησα τὴν Γεσθημανὴ καὶ τὸ χέρι της νὰ ἀναζητῇ τεκμήρια ἐπιθυμίας καὶ πῆρα στὰ χέρια μου τὴν ἐδῶ καὶ ὥρα σβηστὴ πίπα μου. Τσάκωσα ἐπίσης τὸ κουτί, ἕνα ἄλλο κουτί, τὸ ἄνοιξα καὶ χωρὶς πολλὲς τελετουργικὲς κινήσεις, τὴν γέμισα. Ἔψαξα γιὰ ἀναπτῆρα – οὔτε οἱ αὐτοαναφλεγόμενες οὕτως εἰπεῖν ὀδοντογλυφίδες μὲ ἕλκυαν τώρα πιὰ - καὶ ἄναψα μὲ ἀχόρταγες καὶ γρήγορες ἀνάσες τὴν πίπα μου.

Τὸ σὲ χαμινικὲς βόλτες πάνω μου χέρι της μαράθηκε κι ἔπεσε στὰ πόδια μου. Ξάφνου. Κι ἐξίσου ξαφνικά, μορφασμὸς ἀπορίας τάχιστα μεταλλαχθεὶς σὲ τέτοιον δυσανασχέτησης, ἀποδοκιμασίας, ἴσως καὶ ἀπογοήτευσης.

Μὲ κύτταξε σχεδὸν μὲ σιχασιὰ καὶ εἶπε:

«Ποδαρίλα; Λιβάνι; Μπαρούτι; Τί ἔχει ἡ πίπα σου; Τί καπνὸς εἶναι αὐτὸς καλέ; Πφφφφ!»

Δὲν ἄκουσα ἂν εἶπε καληνύχτα, εἶχε κιόλας στραφῇ γι’ἀλλοῦ, ἦταν κι αὐτὴ ἡ μουσικὴ βλέπετε... Σηκώθηκα μὲ ἕνα παιδικὸ γιούπι γιά, τσάκωσα ἀλὰ μπρατσέτα τὴν Ἐλπινίκη καὶ σπεύσαμε πρὸς τὴν ἔξοδο.

Ἄχ! Ἀθάνατη λατάκια! Θαυματουργὸς εἷ! Αἰωνίως ὑπόχρεως σοῦ εἶμαι!

2 σχόλια:

Ο χρήστης Blogger Nicotine Lover είπε...

Καπνός έγινε ο θερμοσίφωνας με πόδια ε?

28/9/11, 9:53 μ.μ.  
Ο χρήστης Blogger vangelakas είπε...

ναί ἡ σιχαμένη!
μπλιάχ!

29/9/11, 11:34 μ.μ.  

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα

blog stats