Κυριακή, Μαρτίου 13, 2011

ear 2 ear

 Ἄφησα κάτω τὰ κουπιὰ κι ἀφοῦ ἐπικαλέστηκα πονόκοιλο, ζήτησα ἀπὸ τὴν ἀμαζόνα ἐπὶ κεφαλῆς βάρδιας τῆς γαλέρας, ἀνθυπασπίστρια Ζατέλη νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ 22 λεπτὰ ἵνα βγῶ στὸ κατάστρωμα νὰ πάρω 5-6 τζοῦρες θαλασσινοῦ αἰθέρος μπὰς καὶ τὸ ἰώδιο μὲ συνέφερνε (sic) καθόλου.

Δὲν συνφέρνεις οὕτως ἢ ἄλλως, κωπηλατεῖς μὲ σφρῖγος θνήσκοντος φυματικοῦ, ἂν ὅλοι ἦσαν σὰν κι ἐσένα, ἀκόμα στὴν Παρανάουα θἄμασταν, δὲν συνφέρνεις οὕτως ἢ ἄλλως μοῦ εἶπε μὲ ξιπασιὰ ἀρνουμένη νὰ μὲ κυττάξῃ κἂν ἡ πατσαβούρα, μὴ διακόψασα μάλιστα νὰ μαστιγώνῃ τὸν ἀέρα πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τῶν συντρόφων μου. Φύγε! Μὰ γιὰ 22 λεπτά, οὔτε δευτερόλεπτο παραπάνω!
Ἔσκυψα δουλοπρεπῶς σὲ στάση φχαριστῶ καὶ πισωπάτησα μέχρι τὸ κλιμακοστάσιο μὴ γυρίζοντας τὴν πλάτη μου πρὸς αὐτήν· ἡ παραμικρὰ παραφωνία σὲ θέματα τύπων ἐδῶ στὴν γαλέρα Κλυταιμνήστρα, ἐπέσυρε ποινὴ στερήσεως φαγητοῦ (μιὰν ἀπαίσια σούπα ἀπὸ ψεῖρες – μᾶς παρηγοροῦσε πάντως τὸ γεγονὸς πὼς οἱ ψεῖρες ἦσαν δικές μας) γιὰ ὅσες κάτσει μέρες.

Ἀνέβηκα μὲ λαχτάρα στὸ κατάστρωμα καὶ τσιμπούκωσα τὸν καθαρὸ ἀέρα σὰν φέρελπις νυμφομανὴς δεσποινὶς μόλις γιατρευθεῖσα ἀπὸ κάταγμα γνάθων. Κύτταξα τὸν ἥλιο κατάματα - μπορεῖ νὰ μὲ στράβωνε μὰ ἦταν ἀπόλαυση νὰ βλέπῃς τὸν ἥλιο μετὰ ἀπὸ τόσες ἡμέρες – καὶ περπατοῦσα μὲ τὸ κεφάλι ψηλὰ μὴ προσέχοντας τὰ ἀτάκτως χάμου ἐρριμένα, σκοινιά, γάντζους, χάσκοντα ξυλοκιβώτια κι ὅ,τι ἄλλο βρίσκει κανεὶς σὲ πειρατικὲς γαλέρες.

Εἶχαν περάσει μόνον 7 λεπτὰ μὰ γὼ ἤδη ζαλιζόμουν ἀπὸ τὸν καθαρὸ ὠκεάνιο ἀέρα ποὺ ἔγδερνε τὰ μέσα μου, βλέπεις ἡ συνήθεια τῶν μυρωδιῶν 61 συντρόφων στὸ κλειστὸ ἀμπάρι, εἶχε ἀλλάξει τὰ τοῦ μεταβολισμοῦ μου εἰωθότα. Στάθηκα σὲ ἕνα καφέ, παρήγγειλα ἕνα λουκούμι καὶ ἕναν ἑλληνικό, τὰ ἔφαγα/ἤπια ὄρθιος κι ἐσπρεσσᾶτα φυσικὰ ὅπως ἐπέβαλλον οἱ φέμινες (sic) κανόνες τῆς γαλέρας καὶ ἔφυγα γρήγορα. Σὲ ἕνα στοκατζίδικο παρακάτω, ἔψαξα γιὰ κἄνα ἐσωρουχάκι – καιρὸς ἦταν ν’ ἄλλαζα τὸ νῦν, τέσσαρες ἐνιαυτοὶ ἦσαν πάρα πολλοί, τ’ ἀγόρασα καὶ βγαίνοντας, κύτταξα τὸ ῥολόι μὲ ἕνα σάρπλυ ἄγχος. Μήπως νὰ γύριζα μὰ στὸ βάθος ἀντίκρυσα ἕνα πολυκατάστημα παιγνιδιῶν καὶ εἰδῶν κήπου, ὤπα! Μοῦ ἔπρεπε μιὰ γλάστρα, μιὰ γλάστρα μεγαλύτερη (διαμέτρου ὁμοίας τῆς περιφερείας τῆς ἀνθυπασπιστρίας) ἀπὸ τὴν ἤδη ὑπάρχουσα ποὺ φιλοξενοῦσε τὶς πανάκεια λήθης τῆς σκλαβιᾶς, φακές μου. Μπῆκα μέσα, γύρναγα ἀπὸ δῶ, πήγαινα ἐκεῖ μὰ ἐν τέλει, κάτι ἄλλο ζαχάρωσα, συγγνώμη φακοῦλες μου, ποὺ δέν, μὴν χαλιέστε, σύντομα ἄλλωστε θὰ ἀποτινάξουμε τὸν παρὰ φύσει ζυγὸ τῶν γυναικῶν καὶ θὰ σᾶς ἁπλώσω σὲ λιβάδι χλοερό, δροσερὸ καὶ πολὺ τσίλικο. Πρὸς τὸ παρόν, ἀπὸ τὸ ἰάβο τῆς γειτονιᾶς, βόλεψα αὐτὸν τὸν λαχτάρινο ἀρκοῦδο! Πῇτε μου μὲ ὑγειές!


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats