Πέμπτη, Μαρτίου 17, 2011

μπορεῖς ~ φορτώσεις ~ βρεῖς


Ἦταν δυόμισυ στιγμὲς ποὺ ὁ ἀνήσυχος ὕπνος μου εἶχε ἐντοπίσει μιὰ καβάτζα ἠρεμίας καὶ εἶχε ἀφεθῇ σὲ μορφεϊκὲς πενιές, σὲ κάποιο REM ἀραγμένος μὲ τὸ 9 στὸν ἀτσαλάκωτο μεροδείχτη. Ἤμουν πλαγίως ξαπλωμένος παρέα μὲ μάχιμα αὐταπαρνημένο μαξιλάρι ἀποτινάξαν παμπάλαιους ζυγοὺς μόλις χειραφετηθέν, ἦταν δηλαδὴ αὐτὸ πάνω στὸ κεφάλι μου κι ὄχι τὸ κεφάλι μου σ’αὐτό. Φωλιτσούλα. Δύο ἐκ Ναούσης κουβέρτες διαστάσεων 220 ἐπὶ 170 ἐκατοστά, μὲ βέγκε ῥόμβους γιὰ σχέδια ἵνα σπάῃ ἡ ἀνία ἑνὸς νοσοκομειακοῦ κρὲμ δημιουργοῦσαν μιὰν ἄψογη κατάσταση θαπλωρῆς. Σὲ τέτοιες ἰδανικὲς συνθῆκες τὸ πνεῦμα ἄφησε γιὰ λίγο τὸ σῶμα καὶ ξεκίνησε ἕνα ἀστρικὸ ταξείδι χωρὶς ἀπὸ πρὶν σχέδια κινήσεως καὶ ὑποβολῆς συντεταγμένων σὲ κάποιο πύργο ἐλέγχου μὲ ἐπαγρυπνούμενους ὑπαλλήλους – ἐπαγρυπνούμενους;; Σὲ τέτοιο περιβάλλον; Ἄστοχος ἡ παρομοίωσις.

Καίτοι μεγαλοστόμως καὶ πομπωδῶς καὶ φανφαρόνικα πρὸ μερικῶν ἀράδων ἀναφέρθηκα γιὰ ἀστρικὰ ταξίδια σὲ μέρη ἔξωθεν γνωστῶν γαλαξιῶν ποὺ οὔτε τὸ πιὸ σύγχρονο περισκόπιο δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβῃ, στὸ ἐνύπνιο μὲ εἶδα ἁπλὰ ἁπλούστατα νὰ εἶμαι σὲ ἕνα κάργα γνώριμο μέρος. Στὴν γειτονιά μου ἤμουν (τί ἀνώμαλη προσγείωση ἀπὸ τὸ ἄλφα τοῦ κενταύρου!) μόλις δύο τετράγωνα πιὸ κάτω ἀπὸ τὸ πατρικό. Γύριζα ἀπὸ κάπου (ποῦ;) καὶ κατευθυνόμουν ἐπίσης κάπου -  μὰ ποῦ; πέ! σταμάτησα ὅμως σὲ κάποιο ἰσόγειο, ἐργαστήριο ξυλουργεῖο. Κυττοῦσα μὲ λίγο ἀδιάκριτο μάτι καὶ περισσσότερο θρασεία γλώσσα σώματος μέσα, στὶς γιορτὲς πριονιδιῶν καὶ μᾶλλον ξαφνικὰ ἐμφανίστηκες ἐσὺ - ἐντελῶς κι ἐξόχως αἰφνιδίως, ἀπὸ τὰ ἀριστερά μου ἀκούστηκε ἡ γειὰ φωνή σου· σὲ εἶδα ἐκεῖ μαζύ (μου) τζεπετοειδῶς.

Πρόσεξες τὴν ἐπιμονή μου νὰ κυττῶ μέσα (ἡ ὁποία ὡστόσο εἶχε ξεθυμάνει μετὰ ἀπὸ τὴν ἄφιξή σου ἐκεῖ) καὶ ἔριξες κι ἐσὺ μιὰν ματιά. Δὲν σὲ ἐνδιέφερε προφανῶς διότι ἄμεσα ἐστράφης ἀλλαχοῦ μἄθελες κι ἄλλα· ἀγκίστρωσες καὶ τὴν δική μου προσήλωση· γι’ ἀλλοῦ, ὄχι μακρυά. Στὴν αὐλὴ τοῦ ξυλουργείου ἦταν μιὰ θαλερότατη ὀρχιδέα (ναί, σὲ ἐφιάλτη θὰ μετεξελίσσετο τὸ ἐνύπνιο μὲ τέτοιο γαμημένο ἄνθος) ἡ ὁποία ὁμολογουμένως ἦταν ἐντυπωσιακὴ - μὲ ἔκανε λίγο νὰ δαγκώσω τὰ χείλη μου γιὰ τὴν ἐχθρικὴ ζηλωτοῦ στάση μου ἔναντι αὐτοῦ τοῦ λουλουδιοῦ. Τὸ περίεργο καὶ τὸ πρωτόγνωρο καὶ τὸ ἑλκυστικὸ ἦταν ἡ διάρθρωση, ἡ μορφὴ τοῦ φυτοῦ, ὁ μίσχος της δὲν ἦταν κατακόρυφος ἀλλὰ ὁριζόντιος, μιὰ τίνι τρόπῳ βέργα ἡ ὁποία μάλιστα εἶχε ὄχι ἕνα ἄνθος μὰ πολλά, ἑπτά; Ὀκτώ; Κάπου ἐκεῖ, ὀκτὼ συνεχόμενα λουλούδια σὲ ἕνα ἔντονο κίτρινο, ἀγαπημένο χρῶμα - παρότι λένε ὅτι δὲν βλέπουμε χρώματα στὰ ὄνειρα, τὸ διαψεύδω μὲ βδελυγμία. Πωπώ, ἔτσι εἶναι τελικὰ οἱ ὀρχιδέες κι εἶμαι τόσο σκύλα; ἄδικα προφανῶς καὶ ἀπαρχὲς τύψεων, μὲ ῥώτησα καὶ μὲ μαστίγωσα ποὺ τόσο ἀρτηριοσκληρωτικὰ φερόμουν στὴν «ξύπνια» ζωὴ ἄσε ποὺ πουθενὰ ἐκεῖ στὸ ἐνύπνιο δὲν μοῦ φώναξε κάποιος λαθρεπιβάτης ὀνειρώδους διάστασης πὼς εἶναι ἀποκύημα ἀνήσυχου ὕπνου ὅ,τι ἔβλεπα. (Ὅ,τι μὰ ὅ,τι; Ἔ;) Καὶ παρέμενα λοιπὸν νὰ θαυμάζω τὶς ὀκτὼ σὲ ἕναν μίσχο ὀρχιδέες. Ἐσύ, μοῦ εἶδες τὸ σμίξιμο τῶν ματιῶν μου, χαμογέλασες καὶ πρότεινες: Τὴν κλέβουμε;

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats