ραβασακι προς το λειρι του κοκκoρεως:
Προβάλλω τὴν εἰκόνα αὐτῶν τῶν χειλέων (καθὼς κινοῦνται μὲ τόση ἀτίθαση αὐτοπεποίθηση) πάνω μου, νὰ περιβάλλουν, νὰ ἐγκιβωτίζουν, νὰ αἰχμαλωτοῦν τον σ. ἀρτηριοσκληρωτικό μου μῦ ἐλάχιστα ἀφ' ὅτου ἡ γλῶττα (ἡ τῶν χειλέων σου) θὰ τὸν ἔχει πτύσει ἰνα μὴν τὸν βασκάνει.
Ἡ τῷ κάρᾳ παλαμιαία
κίνησή μου νὰ ἐξιδανικεύσω τὸν ρυθμὸ αὐτοῦ θὰ
ἀπορριφθεῖ πάραυτα ὡς κατάλοιπο τῆς πατριαρχίας. Μὲ πλήρη δεξιότητα, τὰ χείλη αὐτὰ
τὰ τζουτζούκια, ἡ γλῶσσα πανάκεια, ὁ φοῖβος οὐρανίσκος μετὰ τοῦ προεξάρχοντος λαϊδικοῦ βλέμματός σου, θὰ καταδείξουν ὅτι ἡ μιὰ κάποια ὑπεραξία τῆς ἐργατικῆς δυνάμεως τῆς Σλοὺρπ ΑΕ θὰ μποροῦσε νὰ χορτάσει δύο συντάγματα μὲ παιδιὰ ἐκ
μπιάφρας.
Ὅταν δὲ θὰ κάνεις στιγμιαῖα διαλείμματα ἀπελευθερώνουσα τὸ ἐκεῖ σύστημά σου ὥστε νὰ μπορεῖς νὰ μοῦ ἐκφωνὰς στιχάκια τοῦ Μαγιακόφσκι, τότε ἀκράτητος θὰ χυμάω στὰ γυαλιά σου. Ἴσως καὶ νὰ ζητῶ ὡς
τάλαινας νομιμομετανάστης νὰ
στὰ καθαρίσω σὰν τὰ παπρίτσια τοῦ ἀναμενοντος
τὸ φανάρι λάντα σου
στὸ φανάρι της
Πέτρου Ράλλη μὲ Κηφισσό.
Σὲ σκέπτομαι σὲ
λούπα, ἀπὸ τὸ πρωί, ἂχ βάχ.


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]
<< Αρχική σελίδα