Τρίτη, Νοεμβρίου 11, 2008

Μεμέντο.

/************************\

Παλίρροια στά ρουθούνια, επιγάστριος ίλιγγος, λαιμός ξηρός, μούδιασμα στό χέρι.

Πού βρίσκομαι;

Δέν διακρίνω τίποτε – δηλαδή, τά από τόν ύπνο μάτια μου δέν μπορούν νά διακρίνουν τίποτε παρά μόνον ό,τι στοχεύει - διά τού παραθύρου - ένα έξωθεν παλλόμενο φώς μιάς μάλλον ταμπέλας σ’έναν καναπέ μπροστά μου.

Καί αυτή, η εδώ δίπλα μου; Τό σεντόνι τήν σχεδονκαλύπτει, μού έχει μάλιστα τήν πλάτη της γυρισμένη· δέν μού θυμίζει κάποια... Μάλλον έχει συνεισφέρει στό χάλι μου, αυτό τό στόν κόρφο μου παρά επτά τζούρες άδειο μπουκάλι.

«Απολύτως τίποτε;»
«Τίποτε. Υπέθεσα ότι θά στό είχα ξαναπεί· πάντα έτσι συμβαίνει, αλλά συναντιόμαστε πρώτη φορά μάλλον, έ;»
«Πρώτη, ναί... Ούτε μού θυμάσαι ό,τι παρηγορητικά σού έλεγα;»

Μά ποιά είναι αυτή; Τήν έχω καταπρόσωπο, τής κυττώ τήν από παρακλήσεως μέχρι απογοητεύσεως καμπύλη τών ματιών της αλλά δέν μπορώ νά ανακαλέσω κάτι οικείο.

Ποιά είσαι;

Πόθεν τό θάρρος της νά μέ πλησιάση δίδοντάς μου κουράγιο, παρηγορώντας με σέ αυτήν μου τήν δύσκολη φάση;

Ποιός καί πώς τήν έφερε στόν χώρο μου, ποιός τής έδωσε τήν άδεια γιά τέτοιες ανέσεις; Γιατί έρχεται καί μέ εμψυχώνει, δίνοντας έμφαση σέ αισιοδοξία; Από πού αυτό τό θάρρος; Από πού;

Τί προηγήθηκε καί φαίνεται τόσο εξοικειωμένη μέ εμένα, κυρίως μέ ό,τι μέ ταλανίζει καί ταλαιπωρεί αυτόν τόν καιρό;

Ε, ναί, είναι ξεκάθαρο, πάλι αυτή η Anterograde Amnesia... Προφανώς τής εξομολογήθηκα τά πάντα, τής εκμυστηρεύτηκα τό σύμπαν καί έτσι – τί κάκιστα κι άδικα πού τής ψέγω τά θάρρητα – μέ προσέγγισε.

Καί δέν βρίσκω πουθενά τήν 690 πολαρόιντ μου, έστω νά κρατήσω μιά χαρτόνινη θύμησή της...


\************************/

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα

blog stats