Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2006

Tής πεντάρας καί τής πλάκας.


«Βγάλσιμο» μιάς υποχρέωσης τής γυναίκας μου μέ έκανε νά ανασκουμπωθώ χθές, τό απόγευμα . Έ, ρέ στρέητ μου, πολύ πακέτο· οι μετά από τήν δουλειά ώρες, έχουν δίπλα τους τό «μ.μ.» όχι ώς «μετά μεσημβρίαν» αλλά ώς : «μέ μαλακία». Είναι αφιερωμένες στήν ξάπλα, στήν μάσα, στό ξύσιμο καί εντελώς περιοδικώς κι ακανονίστως, στό γαμήσι*1.

Η σκρόφα λοιπόν, μού είχε ξεκαθαρίσει – εδώ καί καιρό – ότι θά έπρεπε νά τήν συνόδευα (θέλει κι επισημότητες η κάργια) σέ μιάν επίσκεψιν σέ κάποιο φιλικό μας (;) σπίτι. Μιά παλιά της συμμαθήτρια διοργάνωνε στήν οικία της, επίδειξη κατσαρολικών. Καί τάππερ νομίζω. Η τύπισσα τό είχε ανακοινώσει σέ αρκετές γνωστοφιλενάδες της, είχε ζητήσει - συνοδεία γλοιώδους συμπεριφοράς - νά τής συμπαρασταθούν. Ε, δέν είχαμε καί πολλά περιθώρια ελιγμών, αποφασίσαμε (απεφάσισε δηλαδή αυτή, η γυναίκα μου, η καρακάξα) νά πάμε. Μένει (όχι η δικιά μου, η δικιά μου μαζύ μου μένει, πού νά μήν έσωνε, γαμώ τό σόι της· γιά τήν φιλενάδα της λέω) στά Μέγαρα , οπότε αντιληπτό ότι θά έπρεπε νά ξεκινήσωμε ώρες πολλές πρίν (μιάς κι εμείς εδραζόμεθα Κορωπίω) γιά νά είμεθα συνεπείς (θέλει καί συνέπεια η τσούχτρα!).


Κι όταν φθάσαμε, λίγο πρίν μάς ανοίξουν, συνέβη πάλι αυτό, τό οποίο μέ κάνει νά επινοώ κάθε βελζεεβούλιο επίθετο γιά τήν θά ξεράσω, τήν γυναίκα μου: Μού ζήτησε νά μήν τήν ρεζιλέψω, νά μήν τήν κάνω νά ντρέπεται... Είχε χάρη πού μάς άνοιξαν γλήγορα, αλλιώς... Ε εχε! Τέλος πάντων... Είχα πολύ καιρό νά δώ τήν Ευανθία, η διολίσθησή τής στήν κατηγορία τής τσουράπως από αυτήν τής σιτεμένης ήταν αδιαμφισβήτητη. Η κατάντια της αρκούσε νά προσδιορισθή από μία καί μόνον απορία: Ποιά ζύγιζαν περισσότερο; Τά φτιασίδια στό πρόσωπό της ή τά θεοπεσμένα βυζιά της; Έν πάση περιπτώσει όμως, μπροστά στόν μαικήνα τών απωθητικών συναισθημάτων, τήν γυναίκα μου, η Ευανθία φάνταζε μιά αφράτη Καρυάτις, υποκατάστατο βιάγκρα.

Μπουκαρίσας είπα τά προβλεπόμενα μέ ύφος μητσοτακείου τζογαδόρου, άκουσα ανάλογα καλωσορίσματα καί προσπάθησα νά εύρω μιάν καβατζώδια άκρη στό μεγάλο σαλόνι τής Ευανθίας, ένα απαύγασμα κιτσαρίας τό οποίο θά έκανε κι έναν Φλωρινιώτη νά σχολιάση σκωπτικώς. Σερβιρίστηκα καφέ, βόλεψα τό φλυτζάνι στήν παλάμη μου καί μεταξύ τών γουλιώνε, κύτταζα τά πέριξ. Ένα αγυάλιστο σαμοβάρι, κάτι σερβίτσια (σέ μιά παλιά μή αντίκα βιτρίνα) πού θά ακαταδεχόταν νά φάη (άπό) εκεί καί τό μαντρόσκυλο τού μπάρμπα τής Χάιντυ, μιά τραπεζαρία παρολίγον βολική, βιβλιοθήκη μέ καζαμίες, εννέα γυναικείοι κώλοι μεγέθους δεκατέσσαρων κανονικών, ένα τραπεζάκι μέ θλιβερά σεμέν καί... Ώπα! Κι ένας χαμογελαστός μυστακοφόρος νά μέ κυττάζη μέ ύφος «αποκαλυφθήτε!» . Η φευγαλέα ματιά μου, επεσήμανε χαρακτηριστικά οικειότητος καί γνωριμάδας. Ναί! Ήταν εκεί, σέ μιά καρέκλα αραγμένος, ο φίλος μου, ο Μηνάς ο Χάρακας!

Μιά ανακούφιση μέριασε χώρο όστις ασφυκτιούσε έν μέσω τόσων υπερμεγεθών κώλων καί τόν προσέγγισα. Κάθησα δίπλα του κι είπα νά αφοσιωθώ σέ αυτόν ακόμη κι άν δέν είχαμε νά πούμε κάτι, τό Εγκώμιον Ωχρού Τάππερ δέν μέ εύρισκε καθόλου σύμφωνο, θά τά κανόνιζε εξάλλου, αυτή η πατσαβούρα, η γυναίκα μου.

Τά διαστήματα μεταξύ τών γουλιών γουλιών απέκτησαν μεγαλύτερο εύρος, αφού έφυγε από πάνω μου κάθε βαρεμάρα. Καθότι, άλλο νά πληροφορείσαι γιά τό αντικολλητικό τηγάνι Πφάουζερ*2, άλλο νά ακούς τόν Μηνά τόν Χάρακα!

Ίσως νά συναρπασθήτε κι εσείς εάν στήσετε πειθήνιος ούς (σύκ)... Έλεγε κατ’αρχάς, περί κάτι αδειώνε πολεοδομίας γιά ένα αγροτεμάχιο στήν Σαλαμίνα, γιά τά ψώνια του τά σαββατιάτικα τών οποίων κορωνίς η αγορά τσιπούρας ιχθυοτροφείου καί...

- Τί είπες Μηνά μου;.

- Δέν μέ προσέχεις! Πού λές, είχαμε πάει μέ τήν (οιωνεί) κυρά στό κέντρο, στάς Αθήνας... Τά γούφερ τού κασετόφωνου στό νισσάν είχαν βραχνιάσει καί ξέρεις... Στήν αντιπροσωπεία, ναί... Καί τά ζώα, δέν είχαμε ακούσει ειδήσεις. Φτάνουμε λοιπόν, ανηφορίζουμε τήν Βερανζέρου καί... Γάμησέ τα, νά’ούμ’... Μιά μεγαλοπαρέα πιτσιρικάδων, είχε βγεί παγανιά καί άρχιζε νά τά κάνη πουτάνα. Ακριβώς τότε είδα νά....

Είχε ύφος η αφήγησή του... Η διάρθρωσή της, καλοσπουδαγμένη καί μέ δαντέλες συμμετρίας. Καλλιεπής. Πήρα βουτυματάκι, άλλαξα σκέλος στό σταυροπόδι*3, δάγκασα λίγο καί ξανάδωσα προσοχή...

- ... Γυρίζαν από εδώ, γυρίζαν από εκεί... Φωνές πολλές, ένα τζέρτζελο περίεργο, όπως όταν πηγαίναμε στόν Ιωνικό ρέ, χαχα, τί ωραία στήν Σπάθα! Καί εκεί, τό λεπόν, ξαφνικά. άρχισε κάποιος, είχε πάνω του υλικό, φορτωμένος ο τσάκαλος, δώστου μπάμ, άναψε ο φύτιλας, βάλτου φωτιά καί κάφτονε! Σέ μιά Εμπορική, στήν Πανεπιστημίου, σ’άλλη μια επί τής – έχει άλλο βούτυμα; Μέ σοκολάτα.

Έψαξα στήν σωρεία τών τού καφέ συνοδευτικών. Βιαστικά. Ο Μηνάς ο Χάρακας – άραγε εκουσίως; Μάλλον ναί... – τό’κοψε στό καλλίτερο. Βρήκα ένα γεμιστό καί τού τό έδωσα, κυττώντας τον στά χείλη.

- Έτσι πού λές μάστορα. Χαμός. Σέ δυό εμπορικές - εχμ... emporikes μάλλον, μήν ελληναριάζω! - εκεί Πανεπιστημίου καί Θεμιστοκλέους. Καί σέ άλλη μιά, σέ μιά ευρωμπάκ, κάπως έτσι, ναί ρέ, γιούρομπανκ! Επί τής Θεμιστοκλέους κι αυτή... Προπάνια, βουτάνια, φλόγες, καπνοί, μυρωδιές, ζιππέλαια! Είχαν ξεκινήσει οι βλάμηδες από τήν πλατεία... Εξαρχείων, ναί γιά! Μέσα είσαι! Καί προχωρώντας κάναν χάι καί σκοποβολή!

Άφησα τό κουλουράκι, στό πιατάκι τού καφέ. Δέν χρειαζόμουν τεχνητά συστατικά γιά νά απολαμβάνω γουργουρίσματα ευχαριστήσεως. Μού έφθανε αυτή είδηση: καύσεις τραπεζών! Η καλλίτερη είδηση! Αυτά τά υπόλοιπα τών πιστωτικών καρτών (τά οποία έχει γαλουχήσει η καριόλα η γυναίκα μου) είναι βραχνάς ανίατος κι έτσι, άς πούμε, ένοιωσα νά εκδικούμαι. Έπλεξα τά δάχτυλα μου πίσω από τό κεφάλι μου, άπλωσα τά πόδια μου καί χαμογελώντας συνέχισα νά είμαι στραμμένος πρός τόν Μηνά τόν Χάρακα! Τόν απησχόλει ένα τεύχος αμυγδάλου από τό βουτυματάκι τ’ατίθασο. Είχε σκαλώσει σέ μιά οδοντοχαράδρα... Έσμπρωχνε γλώττα, έβαζε δάκτυλο, νυχάκι... Τζίφος... Καί τό : «Δέν γαμιέται» πού είπε, έδωσε τήν θέση του είς τό:

- Καί πάνω στά ντουζένια τών ψηγμάτων τής τίνι τρόπω εξέγερσης, εκεί πού τά παληκάρια αρχίζαν νά σπάν ένα απόστημα τού κεφαλαιοκρατισμού, στήν κορύφωση τής θέλησης εναντίον μιάς τόσο μισητής φάσης όπως οι τράπεζες, στήν κρούση κατά τών παράσιτων... Αυτού, λοιπόν, οι μόρτες, όπου στυτικώς δυνατά έδιναν τό παράδειγμα, καθώς προχωρούσαν, επιτιθέμενοι στίς τράπεζες, μεταξύ της Πανεπιστημίου 54 και της Θεμιστοκλέους 7, εκεί όπου βρίσκεται το κατάστημα της American Bank of Albania μεταξύ τών δύο emporikon, έτσι απλά, ροζαλουξεμπουργκιανώς, οι πρωτοπόροι ακτιβιστές αναρχοαυτόνοι.... τό προσπέρασαν. Χαχα! Ρέ τούς πούστηδες!


- Ακριβά τά τάππερ Μηνά μου...


*1 (η εμφάνιση τού κομήτη Χάλλευ πιό συχνό φαινόμενο)

*2 τό οποίο θά αγοράση υπερτιμημένως η σκύλα η γυναίκα μου!

*3 ημισεληνοπόδι... Πρός αποκατάσταση πολιτικής ορθότητος αλλά καί γιά νά μήν παρεξηγιούνται οι μουσουλμάνοι...




0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα

blog stats