Τετάρτη, Οκτωβρίου 06, 2010

*Δὲν* θέλω!

Δὲν τὸ ἤξερα φυσικά, ἀλλὰ ἤμαστε πρὸς τὸ τέλος. Πρωὶ Κυριακῆς, Ἰούνιος μᾶλλον, μπορεῖ καὶ Μάιος, εἶχα ἀναλάβει τὸν δέοντα γιὰ θάλασσα ἐξοπλισμὸ καὶ περπατούσαμε ψάχνοντας παραλία, γιὰ νὰ βροῦμε κάποιο μέρος τῶν δικῶν της προδιαγραφῶν ἐφάμιλλο, τῇ κείνης ῥήμασι (σίκ) πειθόμενος.

Ἐντοπίσαμε λοιπὸν ἕνα μέρος ἢ μᾶλλον ὄχι, ἐκεῖνο μᾶς ἐντόπισε. Στὸ μέσον τῆς πορείας μας, πρὶν ἀπὸ τὸν κάποιο προορισμό, ἕνα πλασματάκι, οἱ θόρυβοί του μᾶς σταμάτησαν. Ἦταν ἕνας κλαυθμυρισμὸς γάτας, μικρῆς γάτας· ἕνα γατάκι ἔκλαιγε, παραπονιόταν μὲ αὐτὸν τὸν χαρακτηριστικὰ ἀσταμάτητο ῥυθμό. Σταθήκαμε λίγο καὶ ἀρχίσαμε νὰ ἀναζητοῦμε τὸν δράστη. Κάποια βάτα στὴν ἄκρη τῆς ἂς ποῦμε παραλίας, βάτα σὲ μέρος ἀνηφορικὸ ἔκρυβαν τὸν καπετὰν Φασαρία· δὲν φαινόταν πουθενά. Μὴ βρίσκοντάς τον, σταματήσαμε νὰ ψάχνουμε ἀλλὰ ἐλάχιστα μετὰ (μᾶλλον κάτι θὰ κατάλαβε κι ἐκεῖνος) τὸν εἴδαμε νὰ κατηφορίζῃ φοβισμένα καὶ βιαστικά, παράταιρα βιαστικὰ γιὰ τὸν φόβο του μάλιστα· προφανῶς ἡ πείνα καὶ ἴσως ἡ μοναξιὰ τὸν εἶχε ἀλλοπροσαλίσει. Ἦταν ἕνα κατάμαυρο γατάκι, ἀδύνατο, καχεκτικὸ καὶ βρώμικο μὲ συνεχεῖς νιαούρινες ἐπικλήσεις στὰ γεμάτα στομάχια μας – ἄλλωστε τὸν ἐνθάρρυνε ἡ προσέγγιση τῆς παρέας μου μὲ ὅμοια νιαουρίσματα. Εἶχε κάποιες μπὲζ πιτσιλιὲς στὸ πρόσωπο οἱ ὁποῖες τὸ ἔκαναν ἀκόμη πιὸ ἄσχημο· πεινοῦσε ὅμως καὶ μᾶς προγκάριζε τόσο ἀπαιτητικά – μπορεῖς νὰ ἀγνοήσῃς τέτοιας ψυχῆς ἐπικλήσεις;

Ἔτσι, ἁπλώσαμε ἐκεῖ τὰ πράγματά μας γιὰ τὸ μπάνιο. Δὲν βουτήξαμε ποτέ. Ἀσχολούμαστε κυρίως μὲ τὸ γατί, προσπαθήσαμε νὰ τὸ ταΐσουμε μὲ ἕνα κακιᾶς ὥρας κουλούρι, λίγο νερό, ὅ,τι μᾶς βρισκόταν… Δὲν τ’ἀντιμετώπισε μὲ ἐνθουσιασμό, παρότι ἦταν ἄφαγο. Φαντάζομαι πὼς θὰ ἤλπιζε καὶ προσέβλεπε σὲ περαιτέρω ἀπλοχεριά μας.

Μὰ ποῦ ἦταν ἡ μαμά του;

Τόσο μικρὰ δὲν ἀπομακρύνονται πολὺ κι ἂν τὸ κάνουν, σύντομα ἡ τροφός τους ἔρχεται καὶ τὰ μαζεύει. Ἤμαστε ὥρα ὅμως ἐκεῖ καὶ κανεὶς δὲν εἶχε φανεῖ…

Θὰ τὸ πάρω! Θὰ τὸ πάρω ὅταν φύγουμε, θὰ τὸ ταΐσω καὶ μετὰ θὰ τὸ στείλω μαζὺ μὲ τὰ ἄλλα γατιὰ στὸ ἐξοχικό. Ἔτσι ἀποφάσισε κι ἔτσι ἔγινε. Ἐπισπεύσαμε μάλιστα τὸ μπάνιο –ὅπερ ποτὲ δὲν ἐγένετο– καὶ φεύγοντας φυλάξαμε στὸν κόρφο μας τὸν ἱκέτη.

Γυρνώντας σπίτι, τὸ περιορίσαμε μὲ τὸ φόβο τῆς φυγῆς σὲ ἕνα μπαλκονάκι, τοῦ βάλαμε νερό, λίγο τυρὶ καὶ γάλα. Τὸ κλάμμα δὲν σταματοῦσε ἀλλὰ μειώθηκε ὥσπου δὲν μᾶς ἐνοχλοῦσε καθόλου. Τὸ κυττούσαμε προφυλαγμένοι πυκνοῦ κοσκινακίου καὶ ζηλεύσαντες τὸ γεῦμα του, πήγαμε γιὰ τὸ ἡμέτερο. Φάγαμε κι ἐμεῖς, καθόμασταν γύρω ἀπὸ τὴν θράκα, τσιμπώντας ὅ,τι ἐτοιμαζόταν, ἤρθαμε κοντά, μετὰ ἀπὸ καιρὸ ἀρκετὰ κοντὰ τόσο κοντὰ ποὺ ἡ παρέα μου ἀγχώθηκε μήπως μοῦ μπαῖναν τίποτε ἰδέες καὶ ἴσως ἔτσι ἀθετοῦσε μιὰ κάποια σάρκινη ὑπόσχεσή της στὸν ὁσονούπω. Φροντίσαμε γιὰ κάποιες τρυφερὲς ἵνες κρέατος καὶ ἀφοῦ ἀποφάγαμε, πήγαμε στὸ γατόνι καὶ τοῦ ἀνανεώσαμε τὸ γεῦμα μὲ πολλὲς πρωτεΐνες αὐτὴν τὴν φορά.

Ἦταν ἀπολαυστικὸ τὸ θέαμα, πολὺ γλυκό· ἕνα γατὶ ποὺ μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγο ζητιάνευε γιὰ φαγητό, πλέον γλεντοῦσε κρέας – πῶς θἄνοιωθε ἄραγε; Τὸ βλέπαμε κρυμμένοι πίσω ἀπὸ ἕνα παράθυρο, μὲ τὰ χέρια μου στοὺς ὤμους της ἤμουν ἔκθετος στὴν ἀκτινοβολία μιᾶς εὐδαιμονίας, θνήσκουσας φυσικά, ἀλλὰ ποιός στέργει ἄγγελο κακῶν ἐπῶν;

Τὸ (μικρὸ) ὑπόλοιπο τῆς ἡμέρας πέρασε γύρω ἀπὸ τὸ γατί μὲ παιγνίδια καὶ διαχυτικότητες - ἀποκλειστικὰ πρὸς αὐτό. Διαχυτικότης πρὸς κάθε ἄλλο ἀποδέκτη ἴσως γινόταν αἰτία νὰ ἀφυπνίζονταν παλιὰ πάρεργα καὶ ἔτσι νὰ ἀθετοῦντο κάποιες δεσμεύσεις πρὸς τὸν ὁσονούπω. Τὸ γατίνι εἶχε ἐξοικειωθῇ  -ὅσο γινόταν- μὲ τὸν χῶρο, μὲ ἐμᾶς καὶ τὸ χαζεύαμε. Τοῦ δώσαμε μάλιστα καὶ βραδυνὸ λίγο πρὶν νὰ φύγουμε – δὲν θὰ διανυκτερεύαμε ἐκεῖ παρὰ τὰ γιὰ καιρὸ ἀντιθέτως συμβαίνοντα – τίς οἶδε γιατί ἡ ἀλλαγή, ἴσως μιὰ ἀναζήτηση τζοῦρας νυκτερινῆς ἐπαφῆς μὲ τὸν ὁσονούπω σὲ βιαστικὲς καὶ βραχεῖες προοϊκονομίας συναντήσεις τὴν ἔκαναν νὰ θέλῃ προαναχωρήσεις.

Βολέψαμε τὸ γατὶ σὲ μιὰ παλιὰ μπλούζα, σχεδὸν ὁλόκληρο τὸ καλύψαμε περιορίζοντάς το καὶ ἄραξε στὴν ἀγκαλιὰ τῆς συνοδηγοῦ. Φύγαμε. Εἶχα μιὰ φοβία μήπως καὶ φρικάριζε καθ’ὁδόν, σὲ περιβάλλον τόσο ξένο γι’αυτό, τοῦ εἶχαν συμβῇ πάμπολλα περίεργα ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Ἦταν ὅμως ἤσυχο. Σὲ κάποιες στάσεις μας σὲ φανάρια τὸ κύτταζα, προσπαθοῦσα νὰ τὸ διακρίνω μέσα ἀπὸ τὰ γύρω του ὑφάσματα. Φαίνονταν μόνο τὰ μάτια του καὶ λίγο ἀπὸ τὸ προσωπάκι του· μὲ κύτταζε ἀκίνητο, μὲ ἐλαφρῶς φοβισμένη ἔκφραση, μὲ κυττοῦσε μὲ ἕνα ἀφύσικα πολὺ προσηλωμένο ὕφος, σὰν νὰ ἔβλεπα ἕνα εὐχαριστῶ του, μπορεῖ, μὲ μαγνήτιζε τὸ βλέμμα του, σχεδὸν ἀνθρώπινο, ἔβγαζε ἕνα παράπονο, μιὰν κατήφεια, μιὰν ἀπορία, μιὰ μελαγχολία, μιὰ λιγωσιά ἀλλὰ καὶ μιὰ τρυφερότητα, μπορεῖ καὶ νὰ μάντευε κάτι, ἴσως νὰ εἶχε ἐπηρεαστῇ ἀπὸ τὴν θλιβὴ Κυριακή, πιθανῶς νὰ μοῦ συμπαραστεκόταν, ποιός ξέρει; Στὸ γατὶ διέκρινα ὅλα ἐκεῖνα τὰ συναισθήματα ποὺ εἶχα καιρὸ νὰ δῶ σ’αὐτήν. Στὰ φωτεινὰ μάτια του ἐκεῖνες τὶς στιγμές, θυμήθηκα παλιὲς φορὲς ἀχνῶν καὶ παραμελημένων ὑποσχέσεων, ἀγχωμένης κι ἐσωστρεφοῦς συμπεριφορᾶς, περιπαικτικῆς καὶ ἀποκαρδιωτικῆς διάθεσης. Στὰ μάτια του, στὰ μάτια ἑνὸς γατιοῦ. Δὲν γίνεται νὰ ξεχάσω ἐκεῖνες τὶς στιγμές.

Τὴν ἑπομένη, τὴν κάλεσα καὶ ἀμέσως κατάλαβα ὅτι κάτι δὲν πήγαινε καλά. Σχεδὸν ἔκλαιγε ὅταν μοῦ εἶπε ὅτι τὸ γατὶ χάθηκε, ἀναθεμάτιζε τοὺς γύρω καὶ τὴν δεισιδαίμονα πρόληψη σχετικὰ μὲ τὶς μαῦρες γάτες, προσπάθησα νὰ τὴν παρηγορήσω λέγοντας ὅτι θὰ ἐπιστρέψῃ ἀργὰ ἢ γρήγορα ὅμως αὐτὴ κοφτὰ καὶ κατηγορηματικὰ μοῦ εἶπε ὅτι δὲν θὰ γυρίσῃ πιά

Ἦταν τέτοιο τὸ ὕφος της, ἡ ἐπικοινωνία μας ποὺ ἔνοιωσα ἐγὼ ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ἀπώλεια. Ἔκλεισα πλήρης ἐνοχῶν καὶ μοῦ πῆρε καιρὸ γιὰ νὰ τὴν ξανακαλέσω. Ἴσως στὴν ἀποχή μου νὰ συνείσφερε καὶ μιὰ ζήλεια προκληθεῖσα ἀπὸ τὰ χάδια καὶ τὴν προσοχὴ πρὸς τὸ γατὶ καθὼς ἐπίσης καὶ γιὰ τὰ τόσο ἔντονα καταλογιζόμενά της λόγῳ τῆς ἀπώλειας. Ἐὰν τελικῶς ἰσχύουν τὰ ἀπανατολίτικα καὶ τὰ πυθαγορικά, σὲ μιὰ ἑπόμενή μου περατζάδα ἀπὸ’δῶ, θἄθελα νἄρθω σὰν γάτος. Διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν περιστέρια ἀφοσίωση, σὺν τοῖς πολλοῖς πολλοῖς ἄλλοις δὲν θὰ ἀντιμετωπίζω χλεύη καὶ λοιδωρία γιὰ τὰ σ’ὤμους καὶ παρειὲς δήγματα. Εἶναι ἄλλωστε ἕνας τρόπος νὰ δείξῃς τὴν εὐχαρίστησή σου       γιὰ τὸν ὁσονούπω.






0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα

blog stats