Πέμπτη, Δεκεμβρίου 30, 2010

suck hard, ja!




Σὲ καμιὰ 15 ὧρες, τὸ 10 θὰ γενῇ 11 καὶ ὁ κόσμος θὰ λυσσάξῃ νὰ πανηγυρίζῃ μὲ φιλιὰ ἀνακατεμένα μὲ κομφετί· πολύ πανηγύρι! Καὶ παντού. Δὲν καταλαβαίνω γιατί. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ πανηγυρίζοντες, κάθε ἡμέρα, τὰ πρωινά, στὴν ἀρχὴ δηλαδὴ τῆς κάθε ἡμέρας, κάνουν τὸ ἕνα τριακοσιοστὸ ἐξηκοστὸ πέμπτο τῆς χαρᾶς τὴν ὁποίαν θὰ κάνουν αὔριο; Ἢ μαζώχνουν τὴν χαρὰ καὶ τὴν ἀμολοῦν στὴν ἀρχή, τὴν πρώτη πρώτου; Ὅπως καὶ νἄχῃ τὸ πράμμα, τέτοια χαρὰ (ἢ καὶ σκέτα χαρὰ) ἐπειδὴ ἦρθε νέος ἔτος;

Πῶς θἄθελα νὰ βρισκόμουν στὴν τάιμς σκουέαρ λίγα λεπτὰ πρὶν (ἢ καὶ μετά, δὲν μὲ χαλάει ἀσοῦμε) τῆς ἀλλαγῆς, φορτωμένος μὲ μπόλικες ὀκάδες φέιγ βολὰν μὲ τυπωμένα τὰ Κεριὰ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξανδρινοῦ. Λιγότερα λεπτὰ πρὶν ἢ καὶ μετά - καθόλου δὲν θὰ μὲ πείραζε, θὰ τὰ εἶχα κιόλας μοιράσει καὶ οἱ ἑορτάζοντες τὸν σὺν ἕναν στὴν καμπούρα τους χρόνο θὰ τὰ διάβαζαν καὶ μιὰ φωναχτερὴ βαρέων βαρῶν ντεσιμπὲλ σιγὴ θὰ κατέκλυε τὴν πλατεία! Οἱ μουσικὲς θὰ ἔπαυαν, τὰ κλαπατσίμπανα θὰ βουβώνονταν, μόνον τῶν λιανοπωλητάδων τὸ σπονσοράρισμα σαμαλιοῦ ἴσως νὰ ἀκουγόταν. Ὁ κόσμος, κυρίως ἀπὸ τό: «οἱ περασμένες μέρες πίσω μένουν, μιὰ θλιβερὴ γραμμὴ κεριῶν σβησμένων» θὰ πάγωνε, θὰ χαλάρωναν οἱ παλάμες καὶ τὰ χέρια θὰ ἐγκατέλειπαν τὴν στάση συντροφιᾶς. Καὶ χωρὶς πολλὴ καθυστέρηση ὁ καθεὶς θὰ ἔφευγε, σπίτι θὰ γύριζε γιὰ βραδιὰ οὐχὶ διασκέδασης μὰ περισυλλογῆς, καθ’ὅσον ναί, θὰ εἶχε προκαλέσει δριμὺ σὸκ τὸ «δὲν θέλω νὰ γυρίσω νὰ μὴ διῶ καὶ φρίξω τί γρήγορα ποὺ ἡ σκοτεινὴ γραμμὴ μακραίνει, τί γρήγορα ποὺ τὰ σβυστὰ κεριὰ πληθαίνουν».





Κυριακή, Δεκεμβρίου 26, 2010

1954 AD

Ἀφήνω τὸ πόδι μου ἀπὸ τὸ πέδιλο τῆς ῥαπτομηχανῆς, βάζω στὴν ἄκρη τὴν μόλις τὸ ἀνεπανόρθωτο νιώσασα φόδρα, σηκώνομαι καὶ τεντώνομαι μὲ μιὰ βαθιὰ ὑπόκλιση πρὸς μιὰν ὄψιμη ὑπερασπίστρια τῶν δῶ καὶ δεκαετίες κεκτημένων μας (sic) συνάδελφο. Νομίζω ὅτι τῆς χαμογελῶ κιόλας.

Διψῶ.

Κινοῦμαι πρὸς τὴν κρήνη τοῦ τμήματος, τσιμπάω ἕνα δωρεὰν ποτηράκι καὶ τὸ γιομίζω.

Καθὼς γιομίζω, κυττῶ πέρα ἀπὸ τὸ ἀνοικτὸ παράθυρο παίρνω βαθιὲς ἀνάσες τὸν κάματο τῆς φάμπρικας μαλαζόμενες. Βλέπω τὸ τουτοῦ μου σταθμευθὲν κάτω καὶ παρότι τὸ ὑπερχειλιζόμενο ποτήρι βρέχει τὰ δάκτυλά μου, δὲν ἀνακαλῶ τὸ βλέμμα ἀπὸ ἔξω· βλέπεις παρατηρῶ ἐντελῶς κολλητὰ στὸ ἀμαξάκι μου, στὸ ὀπίσθιο μάλιστα μέρος αὐτοῦ ~~~~

Ἕνα κυανόγκριζο τρίπορτο λιφτμπακάκι (νὰ) εἶναι κι αὐτὸ ἐκεῖ, ἐντελῶς κολλητὰ ὅπως προεῖπα, κι αὐτὸ μὲ τὰ νῶτα στὰ δικά μου νῶτα σ’ἀπόσταση μικρὴ πολὺ μικρὴ τόσο μικρὴ ποὺ μόνον μιὰ αἰδοιότριχα (μὲ προϋπόθεση μάλιστα νὰ μὴν πάσχῃ ἀπὸ ψαλίδα) χωρᾷ· ἀπόσταση μικρὴ πολὺ μικρή.

Αὐτὸ τὸ κῶλο μὲ κῶλο, μοῦ προκαλεῖ μιὰν ῥαχοκοκάλια θύμηση· τσακμακώνει μιὰν ἀνατριχίλα καθὼς ἀνασέρνω κεῖνες κάποιες βραδιὲς σὰν τὸ τώρα θέαμα τῶν δύο ὀπισθίᾳ κολλητῶν ἀμαξιῶν. Μὲ θυμήθηκα κλινήρη, νὰ πέφτω νὰ κοιμᾶμαι καὶ νὰ καταπατῶ τὶς ἂχ νὰ ξημερωθοῦμε ἀγκαλιὰ ὑποσχέσεις μὲ τὴν Κάππα. Ἐλάχιστα μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπόσταξη, τὴν ὀξείδωση τοῦ σπέρματος σὲ μιὰ γεμάτη στεναγμοὺς ἀτμόσφαιρα σκοτεινοῦ δωματίου, καὶ τὴν τάμπουλα ῥάζα διάθεση ποὺ δημιουργεῖ τὸ πέρας τῶν ἐνάλατων κινήσεων, τὴν πασακλίδικα καλοέπεφτα καὶ γύριζα μάλιστα πλευρὸ καληνύχτα μωράκι μμμμ. Ἐλάχιστα μετά. Τὴν ἑπομένη ἦταν τὰ ζόρια, ὅταν πάνω στὸν καφὲ ἄκουγα ἐν πυζάμαις καὶ ὀργάνοις τὰ παράπονά της. Γινόμουν ἕνα κτῆνος, ἕνας παρτάκιας, καλὲ γουρούνι τοῦ ὁποίου τὰ σπανίως γλυκόλογα πάντοτε ἦσαν τῆς καύλας λόγια, μόνον οἱ τέτοιες ὀρέξεις δημιουργοῦσαν τρυφεροκουβέντες, ναὶ ναὶ ναὶ ναί. Σὲ μιὰ ἂς ποῦμε, οὐδέτερη, μακρὰν τῶν ἀφροδισίων στιγμή, τὸ πρόγραμμα δὲν διέθετε οὔτε ἀγκαλιές, οὔτε φιλιὰ, μὰ ο῎υτε καὶ μὰ τί κάνουν ἐπὶ τέλους οἱ ἐρωτευμένοι, μοῦ λές; Χμ… Προφανῶς εἶχε δίκιο, ἔπρεπε ἐπανόρθωση κι ἔκανα σχέδια… Θὰ πρόσεχα λοιπὸν τὴν ἑπομένη φορὰ, θὰ κολλοῦσα συνεχῶς πάνω της σὰν ἐγκυμονὸν στρείδι. Παίζων μάλιστα πρίνοθεν μαλακίαν δὲν θὰ μὲ ἔνοιωθε χαμηλὰ σκληρὸ κατὰ τὶς ἀδιάλειπτα θερμὲς ἀγκάλες, συνεπῶς τὸ σ’ἀγαπῶ θὰ διατυπωνόταν ἐν πλήρῃ ἀφιμερικῇ διαθέσει καὶ αὐτὴ θὰ τὸ ἀντιλαμβάνετο, θὰ τὸ καταλάβαινε, τὸ δίχως ἄλλο καὶ θὰ τὸ εκτιμοῦσε! Ναί, ναί, τέτοιες ἐνορχηστρώσεις ἔπλεκα καὶ τὶς ἐπιστέγαζα μὲ ἄφατη βεβαιότητα γιὰ τὴν εὐόδωσίν των, ἄλλωστε δὲν ἦσαν καὶ τόσο δύσκολα καὶ σύνθετα τὰ ἑαυτῷ ὑποσχόμενα!

Ὅμως… Παρὰ τὰ σχέδια τὰ μεγαλεπήβολα, δὲν τὴν προλάβαινα. Ἔπρεπε κι αὐτὴ νὰ δῇ τὰ δίδυμα, τὸν σύζυγό της ἐπίσης, ὑπῆρχε μιὰ δυσκολία στὴν κατανομὴ καὶ διάρθρωση τῶν ῥόλων στὶς τῆς ἡμέρας ὧρες… Μιὰ δυσκολία ἡ ὁποία πάλι μὲ ἔστελνε στὰς ἀγκάλας τοῦ Μορφέως τρεῖς ἀναπνοὲς μετὰ ἀπὸ τὴν πλέον σωψυχική, φυλλοκάρδια καὶ φωναχτερὴ ἀνάσα, τὴν ἐκδηλουμένη στὰ ὑγρὰ τελειώματά μας τὰ κρεβάτια βράδια ὅταν εἶχε ῥεπὸ ἀπὸ τὴν οἰκογένειά της καὶ βρισκόμασταν. Τὰ μπρὸς πίσω δηλαδή, πισωγυρίσματα, πάλι τὰ ἴδια ἔκανα καὶ μὲ ἔτρωγε ἕνα σκουλήκι πὼς θὰ ἔσπερνε ξενέρωμα στὸ μέσα της, ἀσχέτως ποὺ αὐτὴ τὸ ἐκδήλωνε μὲ μικρὸ ἔστω, πρηξαδένικο ὡστόσο παραπονάκι - ἀναφανδὸν πάντως, πίστευα, μὴ καίριας καὶ κρίσιμα ζωτικῆς σημασίας ὅλα καλὰ ἄγγελέ μου; σαφῶς θησαυρέ μου! Μὰ ἐπέμενα μέσα μου, κουβέντα παρέα μὲ τὸ μαλάκιο σαπρόφυτο, δὲν γίνεται, δὲν εἶναι λογικὸ νὰ γοῦστο κάνῃ, ἀλλὰ πάλι γιατὶ δὲν μοῦ τό λέει, ἄλλωστε δὲν εἴμαστε παντρεμένοι τὶς συμβάσεις νὰ θέλῃ νὰ διατηρῇ, θὰ μοῦ τό’λεγε, δὲν θὰ μοῦ τό’λεγε; θὰ τό’λεγε! Γιατί λοιπὸν δὲν τ’ ἀναφέρει; Μήπως ὄντως καλὰ τελικά; Ναὶ προφανῶς ἔτσι θὰ εἶναι, θὰ εἶναι καλά, ἀλλὰ ἀφοῦ τὴν βλέπω γαμῶτο, φαίνεται, τήν -μᾶλλον- ξέρω… Βλέπω πόσο τελμάτια περνᾶμε, τί (δὲν) κάνουμε, τί τζούφιο κίνητρο καὶ τί πομφόλυγα θέλγητρα τῆς προσφέρω, μὰ μὲ τί γαμῶτο τὴν ἀποσπῶ τελικὰ ἀπὸ τὴν συζυγικὴ σκέπη; Τίποτε. Καθ’ὅσον… Καθ’ὅσον κοιμᾶμαι ἀμέσως μόλις χύσω. Καὶ ὄχι μόνον· κοιμᾶμαι σὰν μόνος, μὲ τὸν κῶλο καὶ τὴν πλάτη μου γυρισμένα αὐτῇ. Χωρὶς χάδια στὰ μάγουλα, χωρὶς νύξεις γιὰ τὸ μέλλον, χωρὶς ἐπίμονα βλέμματα στὰ μάτια. Χωρὶς κἂν τὸ καθιερωμένο τσιγάρο!

Δὲν ξέρω ἐὰν ἡ ἀντίδρασή μου αὐτὴ προήρχετο ἀπὸ τὴν περίοδο τοῦ πρίν, ὅταν παίζαμε τὰ δυό μας καὶ ἄοκνα εἰσέπραττα ἀπ’ αὐτὴν τὸ γυναικεῖο ὄχι ποὺ σημαίνει ἴσως, τὸ ἴσως ποὺ εἶναι κραυγὴ ναὶ καὶ τὸ ναὶ ὅπερ ποτὲ δὲν εἰπώνεται. Ἄλλως τε, δὲν εἶχα καὶ πολλὰ νὰ χάσω, ἔτσι δεχόμουν νὰ ἅγωμαι καὶ νὰ φέρωμαι μὲ στὸ μυαλὸ ἕνα ἔπαθλο ῥὸζ βραβεῖο· ἦταν στὴν μέση καὶ ἡ οἰκογενειακή της κατάσταση γι’αὐτὸ καὶ δὲν μὲ πείραζε ποὺ τραβοῦσε πολὺ τὸ προκαταρκτικό. Τῷ δέοντι καιρῷ γίναμε ζευγάρι καὶ περνοῦσε ὁ καιρὸς σὲ προφυλάξεις καὶ παρανομίες ὥσπου μὲ εἶδα νὰ ἔχω ἐγκαταλείψει τὰ πρῶτα· νἄχουν καταλαγιάσει τὰ ἀρχῆς ἀγαπησιάρικα· ἴσως τὸ ὑποσυνείδητό μου ἐπέτασσε συμπεριφορὰ γυρισμένης πλάτης, ῥεβανσιστικῷ τῷ τρόπῳ, νὰ ῥεφάριζα ἔτσι τὴν μὲ πολλὲς ἐργατῶρες στὸ περίμενε τότε ταλαιπώρια μου... Παρακαλετὸ μουνί, ξυνὸ γαμήσι κατὰ πὼς λέγει ἡ λαϊκὴ σοφία. Καὶ πλέον, τώρα, ὕπουλα τὸ μέσα μου νὰ μὲ ἔκανε νὰ τὴν ξεχνῶ στὰ μετακαταρκτικά, ξαπλώνοντας, γυρνώντας, κοιμώμενος ἑκατὸν κι ὀγδόντα μοῖρες πειραγμένα ἀπὸ αὐτήν.   

Ὥσπου κάπου διάβασα (στὸ κοσμοπόλιταν θαρρῶ) ἕνα ἀφιέρωμα γιὰ τὴν σημειολογία τῶν στάσεων τῶν ἐραστῶν στὸ κρεβάτι κατὰ τὸ νάνι. Τὸ ἄρθρο ἀποδομοῦσε, μὲ σουσλωφικὴ μέθοδο, τεχνικὴ καὶ καλλιέπεια, τὶς κατεστημένες ἀπόψεις περὶ τοῦ πρωταρχικῶς ἐνδεικτικοῦ γιὰ σπουδαῖιιιιο ἔρωτα ὅταν σὲ σφιχτὴ πρόσωπο μὲ πρόσωπο ἀγκαλιὰ κοιμοῦνται οἱ ἐρώμενοι. Ἐξοβέλιζε μάλιστα ἀπὸ τὸ βάθρο τῆς σπουδαιότητος καὶ τὴν ἀγκαλιὰ στὴν ὁποίαν ἡ πλάτη τῆς σὲ ἐμβρυϊκὴ στάση γυναικὸς ἐφάπτεται στὸ στῆθος τοῦ ἀνδρὸς ὁ ὀποῖος τὴν ἔχει ὑπὸ τὴν ὑψηλὴ ἐπιστασία του ὅπως μάλιστα μιὰ γραπώνουσα στήθη παλάμη μπορεῖ νὰ συγκαταδείξῃ. Ἡ πιὸ ἐρωτική, κατὰ τὸ καθ’ὅλα τεκμηριωμένο ἄρθρο ἦταν ἡ κῶλο μὲ κῶλο ἐπαφή, δὲν θυμᾶμαι πῶς τὸ δικαιολογοῦσε, ἴσως ὁ ἐνθουσιασμός γιὰ τὴν δικαίωσή μου ἀπὸ ἕναν περιφανῆ ῥυθμιστὴ τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων ὄπως εἶναι τὸ κοσμοπόλιταν δὲν μ’ἄφησε νὰ κατρακυλήσω ἕως τὸ κατακάθι τοῦ ἄρθρου. Προσέθεσα τὸ λὶνκ στὰ ἀγαπημένα ὥστε νὰ τὸ δείξω στὴν Κάππα ὅταν θὰ μειωνόταν ὁ οἰκογενειακός της φόρτος καὶ θὰ βρισκόμασταν, ἀλλὰ ἕνα ὕπουλο ντηφράγκμεντ ἔστειλε σὲ μπαϊάτη ἄβυσσο τὴν χρυσὴ παραπομπή.

Δὲν πτοήθηκα. Σὲ μιά μας συνάντηση, στὸ σπίτι μου, πρὶν νὰ ἀρχίσουν τὰ μοιρολόγια γιὰ τὴν ὄχι ὅσο πρέπει κάνε ποντίκι ἀγάπη ἀπὸ μέρους μου, τῆς τὸ εἶπα, Κάππα μωρό μου, διάβαζα τὶς προάλλες πώς… Τῆς τὸ ἀνακοίνωσα σχεδὸν μονορούφι, ὅσο μονορούφι μπορεῖ νὰ σοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸ πῇς μιὰ τρίτου βαθμοῦ αὐτιστικὴ δυσλεξία. Φάνηκε νὰ τὸ καταλαβαίνῃ, γέλασε μάλιστα προσθέτοντας στὸ τσαλακωμένο ἀπὸ τὸ χαμόγελο πρόσωπό της μιὰ πρέζα πειράγματος καὶ ἀμφιβολίας, δηλαδὴ γυρίζεις τὸν κῶλο σου γουρουνοειδῶς ἐπειδὴ συνεχίζεις καὶ μὲ θὲς - ἔστω ἀσυνείδητα; Φαινόταν νὰ τὸ πιστεύῃ, πάντα εὔπιστη σὲ καταστάσεις δώδεκα ἑκατοστῶν μακρυὰ τῆς πραγματικότητας μὰ ἐγὼ παρέμενα λίγο ἀμφιβολισμένος. Μὴ σίγουρος ὢν γιὰ τὸ ἀληθὲς τῆς ἀντίδρασής της, ἔπαιρνα ὕφος διττὰ διφορούμενο, μὲ τέσσερις πόζες τῆς τόνιζα σφίγγοντας τὶς παλάμες της ἐννοεῖται πὼς συνέχεια σὲ θέλω καὶ συνέχεια μὲ καυλώνεις καὶ συνέχεια θέλω νὰ παιρνόμαστε μὲ ὅλους τοὺς τρόπους κι ὅπως μᾶς κάθεται κι ἄπρεπα καὶ καθωσπρέπει. Δὲν ἔνοιωθα ἄσχημα γιὰ τὸ ψέμμα μου, ἦταν μιὰ καλούλα ἐξομολόγηση ἀρκετὰ εὔσχημη καὶ στὸ κάτω κάτω, ποιός προσβάλλεται μὲ μιὰ κολακείας καλοφορεμένη ὑπερβολή; Ἀλλὰ καὶ γελοῖος νὰ φαινόμουν μὲ κωμικὰ παραδείγματα, ἰλαρὲς παρομοιώσεις προκαλοῦσαι σ’αὐτὴν μιὰν ἀνεκδήλωτη προφανῶς, ἀποστροφή, τὰ προτιμοῦσα. Τὰ προτιμοῦσα ἀπὸ τὸ νὰ τῆς ὁμολογήσω πὼς ἡ στρουθοκαμήλιος, ἡ φυγόπονος, ἡ φίλαυτος κλινήρης στάση μου δημιουργεῖτο ἀπὸ μιὰ λίμπιντο, τὴν λίμπιντό μου, ἡ ὁποία μποροῦσε νὰ συναγωνιστῇ ὀρέξεις μόνον τριετοῦς λείψανου λόγῳ μιᾶς προστατίτιδος ἡ ὁποία τί εἰρωνεία! εἶχε γεννηθῇ ἀπὸ ἄσωτα κι ἀκράτητα πάθη ὅταν τὰ παραφύσει θέλω μας ἄνευ τοῦ λαστιχένιου διαμεσολαβητοῦ μοῦ δημιούργησαν μιὰ επώδυνη φλεγμονὴ κεῖ χάμου.




Σάββατο, Δεκεμβρίου 25, 2010

καὶ περαίνων τὸ μήνυμά μου...

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 23, 2010

απ'ἀλλοῦ

Κάπως ἔτσι ἀθῶα καὶ ἀπονήρευτα ξεκινᾷ κάτι· μετὰ ἀπὸ κάμποσα τέτοια κάτια, βρίσκεσαι μὲ τὴν ἄς ποῦμε Κάτια κάπου ἀλλοῦ, σαφῶς σκοτεινότερα, μοναχικότερα καὶ εὐλαβικότερα, νὰ ἐλέγχῃς ὁμοῦ ἐὰν τὸ πεδίον, τὸ λίκνο τοῦ χαμογέλου της βρίσκουν τὴν δέουσα ἐφαρμογὴ στὸν βαλανοῦχο «κύριο» οὕτινος ὑπηρετεῖς κι ἀναπτύσεις τὶς δημόσιες σχέσεις ὅταν μειδιᾷς σὲ μαμάδες συμμαθητῶν τοῦ γιόκα.


Τρίτη, Δεκεμβρίου 07, 2010

Τοῦ κώλου, τὸ δίχως ἄλλο.

Ὁ χοντροῦλος κύριος μὲ τὶς παχιὲς μουστάκες καὶ τὸ στρογγυλὸ κόκκινο πρόσωπο, τίναξε –ὅσο ἔπρεπε– τὴν στάχτη τοῦ πούρου, κύτταξε τὴν ὥρα, ἔβαλε στὴν πλαϊνὴ τσέπη τὸ ῥολόι του, τίναξε τὰ πέτα τοῦ σακακιοῦ, ἤλεγξε τὰ κουμπιὰ τοῦ στενοῦ του γιλέκου, κύτταξε ξανὰ τὸ ῥολόι του, χτύπησε τὰ δάκτυλα νευρικὰ στὸ μεγάλο στέρφο τραπέζι κι ἀφοῦ εἶδε πὼς δὲν τοῦ’χε ἀπομείνει κάτι ἄλλο νὰ κάνῃ, ἔκανε νόημα σὲ ἕναν παρακειμένως.

«Εἰδοποίησαν πὼς θ’ἀργήσουν;»

Ὁ λακὲς δὲν ἄρθρωσε λέξη· τὰ χείλη μόνο ἔσφιξε σὲ χαμόγελο δυσκοιλιότητας λὲς κι ἔφταιγε αὐτὸς γιὰ τὴν καθυστέρηση. Μὲ ἕνα παράταιρο γιὰ τὸν ὄγκο του σάλτο, ὁ καλοντυμένος κύριος ξέφυγε τῆς πολυθρόνας, σηκώθηκε καὶ βγαίνοντας τοῦ ἄχανου δωματίου, εἶπε.

«Ὅταν ἔρθουν, βγάλ’τους καφέ καὶ φώναξέ με ἄμεσα» ἐντέλλευσε κι ἄλλαξε ἔτσι τὸ χαμόγελο τοῦ ὑφισταμένου του σὲ δὲν εἶναι τῆς παρούσης.

Ἐλάχιστα μετά, στὸ γραφεῖο του, σὲ ὁμοίως ἄνετη καὶ παρ’ὁλίγον κρεβάτι πολυθρόνα, περιμένοντας, ἀγνάντευε ἀπ’τὸ μεγάλο ἀφυψήλιο παράθυρο τὰ λοιπὰ κτήρια τῆς περιοχῆς. Ξέφυγε τῆς ἀφηρημάδας, στράφηκε στὸ γραφεῖο καὶ ἤλεγξε τὴν ἀλληλογραφία του. Ἕνας φάκελλος (ὁ πάνω του γραφικὸς χαρακτήρας δηλαδὴ) ἀνάμεσα σ’ἄλλους τράβηξε τὴν προσοχή του. Τὸν ἀνέσυρε, τὸν ἄνοιξε καὶ γιόμισε ὁ χῶρος μὲ

Jus Primae Noctis.

Καίτοι στὰ ὅρια τῆς ἐμμηνόπαυσης, οἱ συνεχεῖς ἐναλλαγὲς τῶν θυομένων συζύγων τῶν ὑφισταμένων του, τὸν διετηροῦσαν σὲ μιὰ καλὴ φόρμα καὶ αὐτὴ ἡ καλὴ φόρμα ἀφιερωνόταν καὶ διοχετευόταν στὶς θυόμενες συζύγους τῶν ὑφισταμένων του. Αὐτές, δὲν τὸν ἐρωτεύονταν φυσικά, οὔτε συνέθεταν γιὰ χάρη του τραγούδια τοῦ καημοῦ ἄμα τῇ ἀπουσίᾳ του ὅταν π.χ. κάποια σύζυγος νεοπροσληφθέντος ὑπέβαλλε τὰ διαπιστευτήριά της, ἀλλὰ διέθετε τὸ κατιτίς, εἶχε αὐτὸ τὸ κάτι, τὸ ἐκ τῆς ἰδιότητός του ἐκπορευόμενο ποὺ ἂς ποῦμε γοήτευε (εἰδικῶς τὶς πιότερο ἀνασφαλεῖς σύζυγες) καὶ χρύσωνε τὸ χάπι τῆς χωρὶς συναίνεση νομῆς. Ἕνας φάκελλος, ὁ πάνω του γραφικὸς χαρακτήρας κρατοῦσε ἐκεῖ τὴν προσοχή του. Συνέλαβε τὸν ἑαυτό του νὰ παλεύῃ μὲ ἕνα ἄλγος θυμησιᾶς κι ἔψαξε φάρμακο. Ἄνοιξε ἕνα συρτάρι, ἔβγαλε ἕνα μπουκάλι μὲ κονιὰκ καὶ γέμισε ἕνα ποτήρι.
.
.
.

Μόλις καὶ ἐντελῶς εἶχε ἐκπληρωθῇ τὸ δέον. Τὸ μαράζι τῆς διείσδυσης εἶχε τακτοποιηθῇ μὲ μιὰ κρεβατικὴ πάλη καιρὸ ἀγόμενη καὶ φερόμενη, καθόλου μηχανικὰ ὡστόσο. Κυττούσαμε κι οἱ δύο στὸ κενὸ στὸ τέλος τοῦ δωματίου, κρύβοντας μιὰν ἀδικαιολόγητη ἀμηχανία, προσπαθοῦντες νὰ καταλαγιάσουμε τὶς καλπάζουσες ἀναπνοές. Ἡ Μιμίκα ἄναψε τὸ φῶς, ἀναζήτησε κάτι στὸ κομοδίνο, τὸ βρῆκε καὶ γύρισε σὲ μένα. Μοῦ πρόσφερε ἀντὶ τσιγάρου, τσίχλες καὶ τσιρότα νικοτίνης. Κόλλησα ἕνα στὸ μπράτσο μου, πάνω σὲ μιὰ πιπιλιᾶς της νεότευκτη μελανιά. Παρόλη τὴν ἀσήκωτη σκιὰ τοῦ νεκροῦ σπέρματος, μπόρεσα καὶ τὸ εἶπα. Γύρισα στὰ πλάγια, πάντα πρὸς αὐτήν, ἀνέλαβα ἐμβρυϊκὴ στάση, κόλλησα πάνω της καὶ ἔστειλα τὴν παλάμη μου στὸ μάγουλό της ὅπως θὰ χάιδευα κάποιο μικρὸ παιδί, κενός, παραιτημένος καὶ μακρυὰ ἀπὸ κάθε σκέψη καὶ ἐπιδίωξη ὑστερόβουλου μυαλοῦ καὶ βρώμικου σώματος. Ἄστραψε τὸ βλέμμα της πάνω στὸ δικό μου καθὼς τῆς ἔλεγα πώς:

βρικα στα ματια συ αφτο πυ εψαχνα κε ιμε ετιμος να προχορισο τιν ζοι μυ μαζι συ
~~~~~~~~~~

Εἶχε γεμίσει κι ἀδειάσει ἀρκετὲς φορὲς τὸ ποτήρι του μὰ τὸ πύον παρέμενε σὲ μιὰν τώρα δὰ ἀναμοχλευθεῖσα οὐλὴ στὸ μυαλό του. Παραξενευόταν μὲ αὐτὴν τὴν δερματόστικτη ἐμμονὴ καὶ θέλησε νὰ κινήσῃ πρὸς τὰ πίσω. Ἐνθυμούμενος τὰ τότε, θυμήθηκε τὴν ἀρχή, θυμήθηκε καὶ τὸ τέλος. Μὲ ξεκάθαρα τὰ δύο ἀκρότατα σημεῖα, ἄκουσε τὸν ἑαυτό του μεγαλόφωνα, νὰ τοῦ τὸ ὑπενθυμίζῃ ἐξόχως γιατρευτικά:

Ἀπὸ πίπα σὲ πίπα. Ἢ μήπως, σχέση τοῦ κώλου;

Διότι ἡ ἐργοδοσία, ἂν μὴ τί ἄλλο, γνωρίζει τὴν ψυχοσύνθεση τοῦ εἴλωτα, τοῦ παρία καὶ μὲ ποῖον τρόπο θὰ ἀγαπήσῃ ὁ σκλάβος τὴν γαλέρα. Κινήθηκες μέσα σὲ καλοσχεδιασμένα πλάνα ὥστε ἡ ἐργασιακὴ ῥουτίνα νὰ μὴν σὲ ἀγγίξῃ ἢ ἔστω ἐὰν σὲ ἄγγιζε νὰ τὴν θεωροῦσες παράπλευρο τίμημα. Κατὰ τὰ λοιπὰ κάθε γουργουριστὸ κι εὐχάριστο συναίσθημα μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο πιπῶν, στὴν διάρκεια τῆς τοῦ κώλου σχέσης, ἦταν τὸ ἀποκύημα, ἡ ἐπήρεια ἑνὸς πλασῆμπο ἀψεγάδιαστα κι ἄριστα παρασκευασθέντος ἀπὸ τὸν capitán.



Δευτέρα, Δεκεμβρίου 06, 2010

Μπούυυυυυυυυυκωσε λέμεεεε!

Ὁ Καμίνης «τὰ» γυρίζει (μέχρι νὰ τὰ ξανασπάσῃ καὶ νὰ τὰ ῥίξῃ) καὶ τὸ ἴντυ ἀναθεματίζει τοὺς ἄτολμους, τοὺς ντεμέκ, τοὺς ψεύτες, τοὺς πολιτικάντηδες, τοὺς καπηλευτὲς μὲ μιὰν λέξη, τῆς συμπάσης λαϊκιᾶς ἀπαίτησης ποὺ ἀποστάζει στό:

ΑΜΕΣΗ ΝΙΜΟΜΟΠΟΙΗΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΜΕΝΑΤΑΣΤΩΝ!

Καὶ στὴν ἀποστροφὴ τοῦ μπορεῖ νὰ ἀκουστῇ σκληρὸ ἀλλὰ ναὶ (ἀπάντηση στὸ ἀπέλαση ἢ ὄχι τῶν παρανόμως εὑρισκομένων στὴν κωλοχώρα μεταναστῶν;) οἱ ἰντοσχολιογράφοι συνεχίζουν νὰ παιανίζουν ῥέκβιεμ λίγο πρὶν ἐπανέλθωσιν στὰ εἴτε ἐπίρρημα εἴτε ἐπίθετο ῥουτινιάρικα συνθήματα γιὰ αὐτονομία, αὐτοδιαχείριση, ἀντιιεραρχικὴ διάρθρωση, ἐναλλακτικὸν κίνημα καὶ τὰ ῥέστα.

Πολὺ περίεργο πράγματι. Μέχρι κι ὁ Καμίνης (ὁ διὰ τοῦ συνηγόρου τοῦ πολίτη, θεωρήσας πὼς βλάπτονται τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν μεταναστῶν ὅταν ἐμποδίζωνται ἀπὸ στρατὸ νὰ περάσουν παράνομα τὰ σύνορα) υἱοθετεῖ πλέον μιὰ ντοῦρα ῥατσιστικότατη θέση ἡ ὁποία ἀπειράκις εἶχε διατυπωθῇ ἀπὸ τὴν ἄκρα Δεξιά. Ἀπὸ κοντὰ καὶ ὁ Γκοβοῦ τοῦ βορρᾶ, Μπουτάρης, στὰ ἴδια χρυσαυγίτικα…Ὁ Θεοδωράκης ἐκλιπαρεῖ, ἐπαφίεται στὴν ἀριστεράδα τους ἀλλὰ τίποτε αὐτοί!
Καμίνης: Τὰ σύνορα τῆς χώρας πρέπει νὰ φυλάσσωνται καὶ νά σφραγισθοῦν (…) Γιατί δὲν βάζουμε τὸν στρατὸ νὰ φυλάῃ τὰ σύνορα, ὁ στρατὸς αὐτὴ εἶναι ἡ δουλειά του.
Θεοδωράκης: Καὶ πῶς θὰ ἀπαγορεύσῃς σὲ ἕναν ἄοπλο νὰ μπῇ σὲ μία χώρα;
Καμίνης: Μὰ μὲ συγχωρῇτε, ἔχει ὁ καθένας δικαίωμα νὰ μπαίνῃ σὲ ὁποιαδήποτε χώρα δηλαδὴ τὰ σύνορα εἶναι ἀνοικτὰ γιὰ ὅλους; (…) τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔρχονται σὲ ἀναζήτηση ἐργασίας, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ χώρα δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀντέξῃ αὐτὸ τὸ πράγμα, ἔ, δὲν θὰ τοὺς ἀφήσῃς νὰ μποῦνε.
Θεοδωράκης: Νὰ κλείσουμε τὰ σύνορα κύριε Μπουτάρη, συμφωνεῖτε;
Μπουτάρης: Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος. Ἡ Ἑλλάδα ἔχει μπουκώσει πιά. ὅταν λέμε ἡ Ἑλλάδα κυρίως…
Θεοδωράκης: Τὸ παλιὸ ἀριστερὸ δηλαδὴ ὅλοι οἱ καλοὶ χωρᾶνε δὲν ἰσχύει…;
Μπουτάρης: Ὄχι! Μπούκωσε! Δὲν χωρᾶνε πιά! Καμία ἀμφιβολία, ἔχει μιὰ πεπερασμένη ἰκανότητα νὰ ἀπορροφήσῃ κόσμο. Δηλαδὴ τὸ νὰ συσσωρεύουμε δυστυχία διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται πιά.
Θεοδωράκης: Ἀπελάσεις μοῦ λέτε.
Μπουτάρης: Ναί!

Καὶ σὰν σύνοψη, ὁ Θεοδωράκης τοὺς σουμάρει μὲ μιὰ διακριτικὴ macchiato ὑποψία ἐπίπληξης: Περίπου τὰ ἴδια πράγματα λέτε στὸ μεταναστευτικό.

Πολὺ περίεργο θέαμα τῶν δύο ἀρχόντων μας τὸ δίχως ἄλλο! Κι ἀπολαυστική, ἔ; Λίαν γὰρ εὐχάριστο νὰ ἀκοῦς Μιχαλολιάκο ἢ Πλεύρη μὲ φωνὲς καὶ μορφὲς Καμίνη καὶ Μπουτάρη! Μπράβο δήμαρχοι! Welcome to the club!

Τί καλός!

Μιὰ παροιμία λέει πὼς στὸν καταραμένο τόπο, Μάη μήνα βρέχει. Ἡ λαϊκὴ σοφία εἶχε θεωρήσει ὅτι τὰ παραφύσει καιρικὰ φαινόμενα φθάνουν μέχρι ἐκεῖ, ποῦ μυαλὸ καὶ ὑποψία γιὰ κοντομάνικο Δεκέμβριο...

Νὰ ὅμως ποὺ ὁ μετεωρολογικὸς χάρτης Εὐρώπης καὶ μέρους Ἀφρικῆς, Ἀσίας δείχνει ὅτι ἔχουμε ξεφύγει κι ἀπὸ τὶς κατάρες καὶ εἴμαστε στὸν στύλο σφιγμένοι καὶ δεμένοι δίπλα στὸν Προμηθέα σὲ ἕνα ἰδιότυπο ῥηάλιτυ μαγειρικῆς. 







Ἡ πλειονότητα τῶν συμβόλων εἶναι μὲ χιονάκι· παντοὺ ὅμως - μὰ παντοὺ - σύννεφο! Σύννεφο μὲ χιονάκι καὶ λιγώτερο, σύννεφο μὲ βροχή. Ἀκόμα καὶ στὴν βόρειο Ἀφρική (Τύνιδες, Ἀλγέρια, Ῥαμπὰτ) εὐδοκιμεῖ τὸ σύννεφο μαζὺ ἔστω μὲ ἥλιο. Ὁμοίως, ἡ μέση Ἀνατολή· ἡ Δαμασκὸς διαθέτει μὲ συννεφάκι ἥλιο...

Μόνο στὴν κωλοχώρα μας, ὁ ἥλιος –δεκεμβριάτικα– παραμένει μόνος του –ψωριάρης προφανῶς καὶ μὲ δύσοσμη ἀναπνοή.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 05, 2010

Πορφυρογέννητος Γωνιὰ







Ἀτρόμητος ΑΕΚ 1-1 (Γήπεδον Περιστερίου) 5/12/2010

Πρωτάθλημα – 13η Ἀγωνιστικὴ
23 Σάχα, 8 Γιάχιτς, 15 Καράμπελας, 4 Μανωλᾶς, 5 Δέλλας, 14 Μάκος, 21 Ντιόπ, 9 Λεονάρντο (80΄ 33 Λυμπερόπουλος), 18 Μπλάνκο, 7 Γκερέιρο (30΄ 24 Μπὲρνς), 32 Σκόκκο (43΄ 90 Γκέντζογλου)
Σκόρερ: 85΄ Μπλάνκο
Κίτριναι: Μάκος Μανωλᾶς
Κόκκιναι: Ντιὸπ (δύο κίτρ.)
Διαιτητής: Σταθόπουλος






Χάιντουκ Σπλὶτ ΑΕΚ 1-3 (Στάδιον Πόλιουντ) 1/12/2010
Γιουρόπα Λῆγκ – Φάσις Ὁμίλων - 5ος ἀγὼν
23 Σάχα, 8 Γιάχιτς, 15 Καράμπελας, 4 Μανωλᾶς, 55 Δέλλας, 21 Ντιόπ, 14 Μάκος, 90 Γκέντσογλου, 32 Σκόκκο (77΄ 9 Λεονάρντο), 33 Λυμπερόπουλος (80΄ 18 Μπλάνκο), 24 Μπὲρνς (70΄ 19 Λαγὸς)
Σκόρερ: 51΄ Σκόκκο (πέν,) 61΄Μανωλᾶς 84΄ Μπλάνκο
Κίτριναι: Γκέντζογλου
Διαιτητής: Μάικ Ντιν (Ἀγγλία)
blog stats