Τετάρτη, Νοέμβριος 30, 2005

Γαρμπής


Μήν κατηγορήσεις εμένα, αλλά τίς συνθήκες πού ήσαν ιδανικές - όπως απεδείχθη - ώστε η ένδεια πνευματικού (σχεδόν κουλτουρέ) υποβάθρου νά είναι γεγονός καί πολύ δύσκολο νά περιορισθή, αναπτυσσομένου τού μέσα μου.

Έτσι λοιπόν, είναι πολύ σπάνιο (κατ’ευφημισμόν ονομασία τού αδυνάτως απιθάνου) νά επικαλεσθώ κάποιο τσιτάτο εξεζητημένου πνευματικού ανθρώπου τινός, ένα εδάφιο από κάποιο αφήγημά του, κάποιους στίχους έξ εμμέτρου πονήματός του.

Περιορίζομαι λοιπόν στά τετριμμένα, τά giffen goods τής διανόησης, τά στό βεληνεκές τών λούμπεν, καρακαταλούμπεν ών.

Γι’αυτό καί καί ανακαλώ (ελλείψει κάποιας τίνι τρόπω αβάν γκάρντ «εμμετροεπείας») 3-4 στιχάκια.

Στροφή ποιημάτου τό οποίο σκαλίζει τό μέσα μέ ένα τραχύ μέσο, χωρίς περιθώρια δεύτερης (αναβλητικής) σκέψης. Σέ περιβάλλον μακρυνό, δύσκολα ευπροσαρμόσιμο, μέ πολύν κόσμο γύρω μέ άπαιτήσεις πολλές μά καί διάθεση αποστασιοποιημένη.

Τό τήν ευπρόσδεκτη μοναξιά καταστρέφον τσιγάρο έρχεται καί δένει σέ μιά ατμόσφαιρα κατά τ’άλλα ευχάριστη. Απόγιομα, καιρός ήπιος αλλά καί πόνος νόστου.


Κάτου στίς άκτές τής Άφρικής
πάνε χρόνια τώρα πού κοιμάσαι
Τά φανάρια πιά δέν τά θυμάσαι
καί τ’ ώραίο γλυκό τής Κυριακής


Λησμονιές, απόστασις, παραίτησις.Κι ο καπνός ενός κάμελ νά ανέρχεται-εξαυλώνεται κάπου αυτού ψηλά, πολύ ψηλά, εκεί πού συναντάται ο δύων ήλιος μέ τίς κορφές τών ευκαλύπτων χωρίς όμως παιγνίδια μέ τίς σκιές, δωρική η κατάστασις εξάλλου.

Μήν είμεθα καί πλεονέκται...



Από σήμερον καί είς βάθος περίπου 31 ημερών, θά έχωμεν πληρωμάς ανά 15 ημέρας...

Ο Νοέμβριος.

Ο Δώρος τών Γιεσουαγέννων.

Ο Δεκέμβριος.

Πωπώώώώώώώώώ! Πολύ χαίρομαι! Αρχίζω καί κάνω κατάλογο υποψηφίων δώρων. [=Κατάθεσις (καί ΜΟΝΟΝ) κατάθεσις στήν Αγροτική Τράπεζα υποκατάστημα Πετρωτών Έβρου]


Εξομολογήσεις ενός νοέμβριου Ιανού.


Άχ, Ηριδανέ μου, ωχρόν ρόδο σέ όχθη τού Γουαδαλκιβίρ, λίγη από τήν θαλερή υπομονή σου, ζητώ.

Μού είναι πολύ δύσκολο νά χαλιναγωγήσω αντιδράσεις μου, θέλω νά αρχίσω νά φωνάζω, νά στριγγλίζω, νά διατρανώνω ένθεν κακείθεν αυτήν τήν υπέρμετρη έλξη, τήν γοητεία τών σημείων, τήν ανεξήγητη σύμπτωση γούστων.

Ένας αθόρυβος λυγμός κι ένα φυλλοβόλο παράπονο όμως μέ καθηλώνουν, ισχυροποιούν τίς αναστολές καί μέ κρατούν σέ απόσταση.

Έχει όμως ο καιρός γυρίσματα. Ο τής δίκης οφθαλμός ος πανθ’ορά παθαίνει καταρράκτη ενίοτε. Αλλά πάλι καί σφριγηλός νά είναι, χεστήκαμε γιά πάρτη του. Θά κυλήση τό κέρμα, θά θηλυκώση σέ μιάν άκρη ενός επαρχιακού δρόμου γεμάτου από πεσμένα πλατανόφυλλα.

Δευτέρα, Νοέμβριος 28, 2005

Tά δίφθογγα νά προχωρούν στόν διάδρομο, pls...

Μέ τόσα καί τόσα καί ξανά τόσα giga, μπορεί νά βρεθή ένα καταγώγι μέ καμιά τριανταφυλλίδειο γραμματική;

Κάποιος νά τούς πή ρέ παιδιά, ότι τό «Νά μέ θυμάσαι ρέ τρόμπα!» γράφεται μέ άλφα γιώτα!

Ουκ έν τώ tera, τώ peta, τό εύ!

Κυριακή, Νοέμβριος 27, 2005

Θά έλεγα ότι…

Ξέρω πώς οικείοι μου, φίλοι καί γνωστοί επισκέπτονται τό παρόν. (Περιοδικώς καί σπανίως, έστω.)

Τούτο μέ άποτρέπει νά γράψω κάτι πού νά ξεφεύγη άπό τίς συνήθεις μαλακίες, κάτι που νά μοιάζη μέ τό προβλεπόμενο, «ορθόδοξο» ημερολόγιο.

Ακόμη καί τώρα, στίς αράδες αυτές προσεκτικά, προσεγμένα, ελέγχω νά μήν ξεφύγω, μήν αφήσω τί που νά αποκαλύπτει κάτι.

Τό παθαίνω συχνά, όταν διαβάζω κάτι δικό μου προ χι χρόνων νά ντρέπομαι πολύ που ανακαλείται, που επανέρχεται. Πού λόγος γιά τρίτους. Γι’αυτό και δέν μπορώ νά καταθέσω κάτι πιό μύχιο.

Είναι στόχος, ίσως δέ καί κατάκτηση, τά εδώ νά μήν έχουν πινελιές υποκειμενισμού, όσο δύσκολο κι άν είναι.

Διαπίστωσις

Παρατηρώ ότι μόνον στά αρνητικά μάς βγαίνει ένας λυρισμός.

Φρένο!

Η βροχερή εβδομάς μού έδειξε πόσο σοφή ήτο η επιλογή νά αλλάξω τά λάστιχα στό Σιμκα.

Πολύ γλύστρα νά’ούμ’!

Πολύ πράμμα ρέ σύ…

Δέν ξέρω όμως γιατί - προφανώς συσσωρεμένη γλωσσοφαγιά άπό 98 κυρίες (42 υπανδρεμένες, 56 ελεύθεραι) διότι δέν τους κάθισα - έκανε μιά θεότητα τών αστικών οδών τε καί λεωφόρων νά μέ κυττά μέ φθόνο. Κι η πρός Πειραιεί πορεία προδιεγράφετο τουλάχιστον επίφοβος.

Οδηγώντας, επιστρέφοντας, χρειάστηκε νά κόψω ταχύτητα μπαίνοντας σέ μιά λοξώς αριστερή οδό. Η μέχρι πρότινος σέ βρόχινες λιμνούλες, σολά του υποδήματος επί του πεντάλ του φρένου δέν φάνηκε νά εφάπτεται καί τόσο καλά. Τό υγρόν της καταστάσεως έκανε τό παπούτσι νά γλυστρήση λίγο. Ανησύχησα. Έάν χρειαζόταν νά πατήσω φρένο γιά νά ακινητοποίηση τό αυτοκίνητο; Αλλά σχεδόν αμέσως αισθάνθηκα σίγουρος κι ασφαλής. Η μαλακία της ημέρας ήταν εκείνη. Δέν μου «χρώσταγε» καμιά άλλη ανωμαλία ο Έρμης.

Ωρε δεν πα'να χτυπιουστε!


Ξεκίνησα νά πληκτρολογώ επηρεασθεις νωχελειας τινος. Όχι όμως μέ κίνητρα κυριακατικα αλλα λογω καποιας μπερδεψουρας. Μπερδεμα, βραχυκυκλωμα ένα σκαλωμα στα 55 αμπέρ μέ τασεις ανοδου.

Δέν ηταν καινουριο βεβαιως τό σκηνικο της αλληθωρης κρισης. Αλλα παλι δέν μπορει, ολο καί καποιο λαθος θα υπαρχη. Καπου δέν θα εχω ελεγξει, δέν θα εχω δει, δέν θα εχω διαβασει. Δέν μπορει νά είναι καποιος τόσο χαβαλες, τοσο τζαζ, τοσο παραλιας ώστε τίς (καί καλα) ευαισθησιες νά τίς περιοριζη μονο σέ μερικα επιπεδα, ξεδιαντροπως επιλεκτικως…

Ουδεις άπό αυτους τους αφ’υψηλου κρινοντες καί κατακρινοντες τίς παρεμβασεις των τραγοπαπαδων γιά πολιτικα, αθλητικα, πρετ-α-πορτε θεματα, δέν φιλοτιμηθηκε, δέν πεταχτηκε, δέν στηλιτευσε την ωμη παρεμβαση στα πολιτικα πραγματα της χωρας άπό την Ακαδημια Αθηνων η οποια εξεδωσε στις 23 Νοεμβριου τό εξης:

«Η Ακαδημία Αθηνών, με επίγνωση του ιστορικού χρέους της να υπηρετεί την επστημονικώς εξακριβωμένη ιστορική αλήθεια, οφείλει να καταγγείλει την απόπειρα μονοπώλησης από την ΠΓΔΜ του ονόματος της Μακεδονίας, κατά παράβαση των ιστορικών δεδομένων και της γεωγραφικής οροθεσίας στην ευρύτερη ζώνη της νότιας Βαλκανικής.... Η Ακαδημία Αθηνών, εμμένει στην ανάγκη να υιοθετηθεί λύση απαραιτήτως συμβατή με την προφανή επιστημονική αλήθεια. Η τήρηση του κανόνα αυτού αποτελεί προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη διασφάλιση της διεθνούς ευνομίας, την προαγωγη της επιθυμητής συνεργασίας σε επίπδο κρατών και λαών και επιβάλλεται από τον σεβασμό των αρχών κα αξιών της Ευρωπαϊκής ενοποίησης.»

Οι πρωτοποροι της κιτρινης σκεψης,οι υπηρετες της σαπιας διανοησης,οι ηρακλεις του αισχρου συμπεριφερεσθαι πειραζονται μονον όταν ενας ρασοφορος αναφερει κατι γιά την Μακεδονια. Έάν γιά τό ιδιο θεμα παρεμβη καποιος καθηγητης πανεπιστημιου πχ, τοτε όλα καλως.

Μαγκες οι της Ακαδημιας. Αδιαφορωντας γιά τό έάν κατηγορηθουν η όχι γιά παρεμβαση στα πολιτικα πραγματα, λενε αυτό που θελουν νά πουν.

Χειμερινός κολυμβητής

Σερφάροντας σέ κολπίσκους ένθα ποτέ δέν επεσκέφθη ο γλάρος τού ΕΟΤ μέ όχι σκουπίδια σέ θάλασσες καί ακτές, ηύρα κάτι άκρως ενδιαφέρον, τό οποίον δύναται νά χρησιμοποιηθή καί ώς ταλκ γιά την φαγούρα ορισμένων…

(καί επειδής τό καπάκι είναι πολύ σφιγμένο, μόνον ο υπογράφων τού παρακάτω άρθρου ξέρει τό κολπάκι ώστε νά γιομίσουμε πούδρες!)


Μάς ξύπνησε ο γαλλικός πετεινός

Το γαλλο-ολλανδικό όχι ξεπήδησε από την αντίθεση των λαών απέναντι σε δύο παράλληλες εξελίξεις: την αποδυνάμωση των εθνικών κρατών και εθνικών ταυτοτήτων από τη μια αλλά και τη διάλυση του κράτους πρόνοιας, τη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής και την ένταση των κοινωνικών ανισοτήτων από την άλλη.

Αυτές οι δυο διαστάσεις συνιστούν όψεις μιας ενιαίας διαδικασίας. Είναι η παγκοσμιοποίηση που κινείται ενάντια στο εθνικό κράτος γιατί αυτό συμπυκνώνει θεσμικά τις κοινωνικές και δημοκρατικές κατακτήσεις του παρελθόντος αλλά και εκφράζει σ’ ένα επίπεδο την ανάγκη για αυτοδιάθεση και αυτοπροσδιορισμό των λαών.

Η παγκοσμιοποίηση έχει προκαλέσει μια πολυδιάστατη κρίση, ένα αδιέξοδο, απέναντι στο οποίο οι λαοί της Ευρώπης κινητοποιήθηκαν. Οι δυνάμεις της αγοράς μετακινούν ταυτόχρονα σε παγκόσμια κλίμακα προϊόντα και ανθρώπους μέσα σ’ ένα καθεστώς ανελέητου ανταγωνισμού. Το κοινωνικό κόστος όμως των τεράστιων μεταναστευτικών ρευμάτων αλλά και της ελεύθερης διακίνησης των προϊόντων -είτε αυτά είναι δυτικής προέλευσης είτε προέρχονται από την Κίνα- εντείνει δραματικά τις κοινωνικές ανισότητες.

Ταυτόχρονα, οι ίδιοι μηχανισμοί, για να μπορέσουν να αποδώσουν, απαιτούν και τις ανάλογες πλανητικές πολιτικές: η οικονομία της αγοράς απαιτεί μια πολιτική της αγοράς, μια γεωπολιτική της αγοράς καθώς κι έναν ομογενοποιημένο, αγοραίο πολιτισμό.

Η πρώτη υπαγόρευσε το προβάδισμα της αγοράς στο «Ευρωσύνταγμα» και στις πολιτικές της Ε.Ε., την απαξίωση της κοινωνικής πολιτικής, τη λιτότητα και όλα τα άλλα μέτρα που ευνοούν το πολυεθνικό κεφάλαιο.

Η δεύτερη επιτάσσει ως άμεσο καθήκον στην Ευρώπη να διευρύνεται διαρκώς συμπεριλαμβάνοντας όλους τους συμμάχους της παγκόσμιας Αρχής στους κόλπους της: είναι οι Η.Π.Α. που πιέζουν την Ε.Ε. να δεχτεί την Τουρκία, γνωρίζοντας καλά πως κάτι τέτοιο θα υπονομεύσει τη συνοχή της, αποτρέποντας τη συγκρότηση ενός αυτόνομου πόλου.

Η τρίτη απαιτεί μια Ευρώπη «ομοσπονδιακή», μέσα στην οποία οι λαοί θα σκέφτονται και θα δρουν ως υπήκοοι της αμερικανικής αυτοκρατορίας.

Ορισμένοι οπαδοί του «Όχι» έτειναν να διαχωρίσουν αυτές τις διαστάσεις. Κάποιες δυνάμεις (π.χ. ένα μέρος του «Συνασπισμού») προέβαλλαν κυρίως το «κοινωνικό όχι» ενάντια στη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη, υποβαθμίζοντας την εθνική διάσταση, ενώ άλλοι επέμεναν μόνο στην αντίθεση απέναντι στην πολιτιστική και εθνική ομογενοποίηση των λαών.

Τέλος, ορισμένες αντιλήψεις με κοινωνική προέλευση και έξω από το κομματικό σκηνικό, όπως για παράδειγμα ο Ζοζέ Μποβέ - επειδή ακριβώς είχαν πιο άμεση επαφή με την πραγματικότητα - εξέφρασαν μια πιο συνολική τοποθέτηση. Γι’ αυτούς, το «Όχι» συνδυάζεται με αιτήματα που προκρίνουν μια εναλλακτική λογική «αποσύνδεσης από την παγκοσμιοποίηση, επανατοπικοποίησης της παραγωγής, επαναφοράς της σε εθνικό και περιφερειακό πλαίσιο. Αυτή είναι και η μοναδική απάντηση στην οικολογική κρίση και το φαινόμενο του θερμοκηπίου που διογκώνει η παγκοσμιοποίηση και σε ελάχιστα χρόνια θα κάνει αβίωτο τον πλανήτη: εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης, επανατοπικοποίηση της παραγωγής, ενίσχυση της άμεσης δημοκρατίας, σε εθνικό και περιφερειακό πλαίσιο, συμβαδίζουν.

Εμείς εδώ, στην Ελλάδα, έχουμε επιπλέον λόγους να υιοθετήσουμε μια σφαιρικότερη αντίληψη. Ούτως ή άλλως, σε όλη τη διάρκεια του σύγχρονου ιστορικού μας βίου, από το 1204 κι έπειτα, οποιαδήποτε προσπάθεια εθνικής ολοκλήρωσης προσέκρουσε στην παγκόσμια πρωτοκαθεδρία της Δύσης αλλά και στις αυτοκρατορικές επιβολές της Ανατολής. Έτσι, μόλις στα 1922, θα ολοκληρώσουμε το πέρασμά μας σ’ ένα σύγχρονο Έθνος-Κράτος, και το ευρύτερο γένος μας θα εξαφανιστεί. Και αυτή η ολοκλήρωση δεν θα συμβεί με μια επανάσταση, που θα επιβεβαίωνε το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, αλλά με μια καταστροφή, που διέγραψε αμετάκλητα ένα κομμάτι της ιστορικής μας διαδρομής και μεταβάλλει σε διαρκώς αιτούμενο το αίτημα της αυτονομίας.

Το γεγονός αυτό καθόρισε και τον χαρακτήρα του ελληνικού έθνους-κράτους. Τα μεγέθη και οι συνθήκες για τις οποίες αποφάσισε αυτή η ιστορική μας ιδιαιτερότητα καθόρισαν την παρασιτική σχέση της χώρας μας με τη Δύση. Σήμερα, λοιπόν, εμείς έχουμε περισσότερους λόγους από κάθε άλλο Ευρωπαίο να επιμένουμε στη διατήρηση της ταυτότητάς μας και του ελληνικού έθνους-κράτους. Αυτό το κράτος, που οι βρυξελλόβιοι γραφειοκράτες και οι πολιτικοί μας ανεπίγνωστα θέλουν να διαλύσουν μέσα σε μια υπερεθνική δομή, είναι απαραίτητο για την εθνική μας υπόσταση, την κοινωνική μας συνοχή, τη δημοκρατική λειτουργία της κοινωνίας μας. Και αυτό μέχρις ότου μπορέσει ίσως - στην καλύτερη περίπτωση, μετά από πολλές δεκαετίες- να αποσυνδεθεί το αίτημα της διατήρησης της ταυτότητας μας από εκείνο της ύπαρξης ενός κράτους. Στην Ευρώπη, σήμερα, είναι δυνατή μόνο μια συνομοσπονδιακή ένωση, που θα περιλάβει και τη Ρωσία μέσα σε ενιαίο περιφερειακό σύνολο, και θα σέβεται τις διαφορετικές εθνικές ταυτότητες. Ευτυχώς, για άλλη μια φορά, ο γαλλικός πετεινός λάλησε για όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς.

Γιώργος Καραμπελιάς

Σάββατο, Νοέμβριος 26, 2005

Πάρε κυρία μου, πατάτε.

Ανέβαινα μάλλον την πιό μιζερη οδόν του άστεως. (Ή μήπως νά γραψω λεωφορο;) Λεωφορος λοιπον. Στα πρωτα φαναρια χωρις επαίτη υαλοκαθαριστη, ξεκίνησα ξεαγχωτος, γκαζιαρης πολύ, όπως παντα ενας Παμμεγιστος Knight Rider. Γρηγορα αφησα τό ποδι άπό τό γκαζι, προπορευετο ένα ερυθρον ντατσουν μέ watermellonless καροτσα καί ταχυτητα σεμνου υψους. Κατεβασα καί σχεση κιβωτιου, δέν εδυναμην ν’αλλαξω λωριδα, ηρχοντο κι αλλα τουτου. Ετσι, συνεβιβασθην καί σιγοπαγαινα. Στην καροτσα δέν είχε καρπουζα ως προειπον. Ειχε όμως τεσσερα παιδακια, τό μεγαλυτερον νά ητο 7 καί τό κουτσικοτερο περιπου 3. Μαλλον κατι επαιζαν, δέν αντεληφθην τί ακριβως, πρεπει νά ητο τό «τα μεντα μεντα τα μελιγκιτικα». Καί δωστου γελια καί δωστου σπρωξιματα, φαπες, σκαμνακια, τουμπες, φτυσιματα, εμοιαζε τό πηγμα του τουτου, μαουνα συριανου ξεπεσμενου ψαρεμπορα…

Τσ τσ τα! Εσκεφθην… Τί ασυνειδητος οδηγος, τί πρός αποφυγην παραδειγμα πατηρ! Αυτος νά οδηγα καί πισω η μαριδα νά χαβαλεδιαζη επι φοβω δυστυχοατυχηματος… Κυτταξα καθρεπτην, ελευθερον πεδιον εν δεξια λωριδι, βουρ.

Προσπερνωντας τό ντατσουνακι, κορναρα. Εβγαλα ολιγον άπό την κεφαλη μου οξω, κυτταξα τον αθιγγανον οδηγον καί του συστησα την παλαμη μου δεικνυοντας πισω μέ τον αντιχειρα μου. Αυτοματως ο αντιχειρας εκλεισε, πηγε μαζυ μέ τα αλλα δακτυλα στην γροθια μου καί την κινησα αυτην πανω κατω, προτείνοντάς του τροπους εκτονωσεως, προληπτικης αντισυλληψεως. (όχι τιποτε νά μήν τα βαζη καί πισω ρε συ!)

Κι αυτος, μέ ολυμπια ψυχραιμια, εβγαλε μιά ντουντουκα, σημανε προσοχη καί ανηρτησε σημαιαν. Σημαιαν μέ εννεα λωριδες, πεντε κυανες, τεσσαρες λευκας ανευ του καταπιεζοντος τας μη χριστιανικας μειονοτητας του ελλαδισταν, σταυρου.

Αυτά στην μιά πλευρα. Η άλλη ειχε απλως εξι πεδια μέ κατι (δυσδιακριτες) λεξεις. Εκοψα ταχυτητα καί ανεγνωσα: «Τα παιδια ΠΑΝΤΑ στο πισω καθισμα»

Κορναρε κι αυτος, κυττωντας με, εστειλε τον τεντωμενο δεικτη του στον κροταφο, εκλεισε τό ματι καί μεταλλαξε τον δεικτη σέ μεσο καί εν τελει σέ κωλοδαχτυλο γελωντας εν θριαμβω.

Πέμπτη, Νοέμβριος 24, 2005

Καί μιά σόδα γιά τό χωνέψιμο.

Ο υετός τρομακτικά δριμύς δέν ήταν. Δέν ήτο όμως καί πρός περιφρόνηση. Έβρεχε μωρέ, όσο καί νά είναι, δέν μπορουσες νά ελληνοκλασικισθής (Χέρι-αγκώνας στό παράθυρο παναπεί).

Τά μπόλικα ερυθρά φανάρια καλλιέργησαν αρκετό ελεύθερο χρόνο κι άρχισα νά δρέπω τούς καρποί του. σκαλίζοντας τήν diesel τσάντα μου.

Εκεί ανάμεσα στό κοράνι καί τό «Ερυθρόν Βιβλίον», ανέβλυζαν 3 τάπερ. Τό πρώτο (κίτρινο) μέ καποια γλουπ γλουπ νά ακουγωνται άπό μεσα, τό δευτερο, σκουρο καί βαρυ, τό τριτο τεραστιο αλλα αδειο.

Ανοιξα τό ένα, εβγαλα ένα κομματι σπανακοπιττα. (όχι κομματι γωνια, αλλα τό μερος που αντιστοιχει στο δεξιο αλογο – έάν θεωρησουμε τό ταψι της πιττας σάν ένα σκακι) κι αρχισα νά τρωω. Τό φαναρι (μαλλον ενεκα ζηλειας) αλλαξε χρωμα, σπανακοπιασε, αφησα κι εγω τό διαμελισμενο «αλογο» καπου εκει κατω, καμουτσικωνοντας τα 34 αλογα του σιμκα μεσω μιας πρωτης ταχυτητος.

Στο επομενο κοκκινο φαναρι (δέν αργησε καθολου εννοειται) ειπα νά συνεχισω στο ενεργητικα ιπποκομικο στυλ μου. Επιασα την σπανακοπιττα παλι, ανοιξα στομα, αλλα η γευσις δέν ηταν διολου σπανακοειδης… Ειχε θεριεψει λιγο παραπανω. Κάποιο λίπασμα ίσως, κάποιο κλάδεμα ευεργετικον, ηλιοφάνεια μαγιάτικη… Κάτι τελοσπαντων, έπιασε τό σάν χόμπιτ φυτον, προκρουστεια αρχινεψε τό τράβηγμα καί τό έκανε Κύκλωπα, όπως μονο ετσι μπορουμε νά περιγραψουμε ενα πευκο.

- Τί στο διαολο ρε γαμωτο;! Πευκοπιττα πηρα μαζυ μου; Πευκοσπανακοπιττα;

Της αποριας λύστης, μιά καμπια.

- Νά προσεχης που αφηνεις την σπανακοπιττα, μαστρο ντραιβερ! Που τρεχει ο λογισμος σου;

Κι αφου μου εδειξε τό πευκακι (αποσμητικο) διπλα ακριβως άπό τό ταπερ, οπισθεν του κιβωτιου ταχυτητων, επιασε ένα κουκουναρι καί τό πεταξε στην μαπα (μου).

Τετάρτη, Νοέμβριος 23, 2005

Ψάξε (καί) στίς γραμμές τής παλάμης...

Μήν είν’τά χρώματα;

Τό ευθυτενές του κορμιού;

Τό ανάμεσα σέ απορία καί επιφύλαξη μετέωρο βλέμμα;

Τό ντούρο καί αποφασιστικό, αυταπαρνιζόμενο «πηγούνι»;

Τό πλειοψηφούν πράσινο τής ελπίδος χρώμα ; (καί τών ματιών σου συνάμα)

Όπως καί νά έχη, μ’αρέσει αυτό τό πτηνό!

Αngelia άπό τον vΑngeliaka

Τρίτη, Νοέμβριος 22, 2005

Πρακτορείον Τας. Μέρος οικεία μακρινό.

Η βροχα της οποιας οι σταλες μας φτυνουν γιά τό καλο δέν εφεραν μονον μη βασκανια αποψε τό βραδυ. Μου εστειλαν καί ένα μηνυμα – σχολιο άπό τον δαιμονιο δημοσιογραφο Πικο Απικο.

Η τελευταια φορα που ειχα ιχνη του ηταν ο προηγουμενος Μαρτιος όταν τον κερδισα σε ονλαιν ταβλι. Του ειχα πιασει την παραμανα καί οι τελευταιες κινησεις της παρτιδος ηταν πληρεις περιεχομενου του ομηρικου ρητου: εις οιωνος αριστος αμυνεσθαι περι παρτιδος.

Ο εκνευρισμος του ηταν τετοιος (του τό ειχα παρει διπλο βλεπεις) ώστε τό κλικ που εκανε στο χι πανω δεξια επι του εξπλορερ (παιγνιου περατωθεντος) ηκουσθη ουχι μέ αυτό τό στην μπιχλα βουτηγμενο mouseικό θορυβο αλλα σάν ταβλι νά κλεινη μέ την προβλεπομενη ζοχαδα, αναδευοντας τα πουλια. (Τί σου είναι αυτά τα bytes 8ης γεννεας!)

Δέν προλαβα νά τον ηρεμησω, ειχε γινει καπνος μέ ανοσίαν σέ νικολουλειες συνταγες.

Ωσπου σημερα ολως αιφνιδιως ενεφανισθη παλι. Δέν ξερω πως, ειχε ενημερωθει γιά τό βλογ μου καί εστειλε ένα μηνυμα, ψαλιδοχερης στους θαμνους της ακρατου κενοδοξιας μου:

Πωπώ χώροι!

Ναί, γειά σας μεγα vangelaka!

Η υπερπροσφορά χώρων καί φιλοξενίας πρός οιανδήποτε χρήσι σέ κάνει νά πελαγώνης.

Τό γιαχού δίδει 1 giga σέ κάθε λογαριασμό ο οποίος απαιτεί 7 δευτερόλεπτα γιά νά δημιουργηθή. Δύνασαι έχειν 4 giga σέ ολιγώτερον τού ημίσεως λεπτού λοιπόν. O γουγλης 2,5… (Τό χότμεηλ έχει παραμείνει στά 2mb... Υπάρχει κόσμος πού τό προτιμά;)

Υπάρχουσιν καί κάποια φόρα. Φόρουμ γιά τούς φιλοτελιστάς, φόρουμ γιά τούς αριστεροχείρας, φόρουμ γιά τούς οπαδούς τής Προοδευτικής.

Νά καί κάποια μπλόγκς τά οποία επίσης αφειδώς δίδουσιν ημάς βήμα ώστε νά καλύπτεται η ματαιοδοξία κάποιων οι οποίοι τήν έχουν δεί Ντοστογιέφσκι. Φρονούν δε ότι είναι θέμα χρόνου η γονυπετώς καί μετά δακρύων πρότασις υπογραφής συμβολαίου από τόν ίδιο τόν Αθανάσιο Καστανιώτη!

Σ'αυτά τά μέρη περιηγούμεθα συχνάκις κι αφήνουμε μερικές λεξούλες, κειμενάκια, αναλόγως διάθεση καί αναγκαιοτήτας.

Πού τό πρόβλημα;

Απλώς, μού είναι δύσκολον νά μαζέψω καί συγκεντρώσω όλες τίς βαθυστόχαστες καί ανεπανάληπτες σκέψεις σου. Πού ήσουν τότε, ρέ ποιό το url κλπ. κλπ.

Οι επόμενοι ευρεσιτέχνες που θά καβατζώοσυν πολλά φράγκα θά είναι αυτοί πού θά μάς προσφέρουν αυτήν τήν πατέντα.

"search vangelakas outbound"

searching ... searching ... searching ...

x results found!

Αρχίζω καί παίρνω τά πάνω μου!


Μιά δακτυλούμπα στό όν/όφφ. Καί τό εσωτερικό ενός τουτού σίμκα, γεμίζει ήχους από βιολοντσέλλα, στραντιβάρεια βιολιά αλλά καί νταούλια μακεδονίτικα...

Μά ναί! Τέτοια είναι τά όργανα πού οι goin through κουρδίζουν καί :

Εδώ είμαι πάλι, μέ τό δεξί παίρνω και πάλι τη σκυτάλη
κι ανοίγω τρούπα στο δικό σου το κεφάλι
Σού φέρνω ζάλη αλλά και σύγχυση μεγάλη
τόσο μεγάλη, όσο δεν έχεις νιώσει άλλη

Δέν μέ γουστάρεις, μήπως θα ήθελες μια χέρμπ νά μέ πάρης;
Σιχαίνεσαι τό στυλ μου καί φρικάρεις
μά κατά βάθος μ' αγαπάς καί μέ κοπιάρεις

Μαζί μου ασχολείσαι, πόσο μαλάκας είσαι
Αν όντως δεν γουστάρεις σου δείχνω τι να πάρεις (σουρπράιζ!)
Ανήλικος αν είσαι, τα αυτιά σου τώρα κλείσε
τό όνομα μου σβήσε, ξένος είμαι, ξένος είσαι


Νενικήκας σε Βέφα Αλεξιάδου!

Βρήκα κι άλλον τρόπο νά γίνεται τούρμπο κάποιος...

Τί μπούκοβο καί λαλακίες!

ΥΓ: Ξύδι, φασιστάκι! Ξύδι! χιχιχιχιχι!

Η μελιτζάνα νά είναι άπό μπαξέ κοκκινομάλλη κηπουρού πλζ!

«Ίθι, μεγάλε!»

Μου ειπε ο κυριος μέ τό (μισο)κουλουρι στο χερι καί τα σουσαμια στο πετο. Τό «λε» άπό τό «μεγαλε» τό οποιο διετυπωσε με καμπυλωτη εκφορα σάν την μέ χαλικια καταληξη μιας τσουληθρας, μου εδειξε κιτρινα δοντια, κανοντας μέ νά καταπιω μέ καποια συγκρατηση.

- Εχεις ένα τσιγαρο;

- Δέν καπνιζω.

- Μα δέν – χεχε – ρωτησα εάν καπνιζης. Έάν εχης τσιγαρο ρωτησα.

- Εεχμμμ…

- Εχεις τσιγαρο;

- Όχι.

- Ετσι μπραβο. Θελω ακριβεις απαντησεις. Γιά νά τα παμε καλα.

Σταυροποδιαστηκα με δυο δραμια ανησυχιας. Μα τί λεει, σκεφτηκα. Καί κυτταξα τό επιτοιχιον ωρολογιον (μέ διαφημιση: Φρενα – Ταμπουρα ο Λευτερης, Ιερα Οδος 12, Περιστερι αναμεσα στο 9 καί τό 3) διαισθανομενος ότι η αβολια θα ειχε διαρκεια παρασκευης μουσακα. Γαμωτο! Πως θα γουσταρα μιά ομελεττα τωρα… Κυριως γιά την διαρκεια της…

Ο κυριος ειχε καταπιει εδώ καί ωρα (οσο θελει ένα γεωμηλο νά κυβοτεμαχισθη πριν αγκαλιασει την μελιτζανα, υπο της μπεσαμελ) την εσχατη μπουκια του κουλουριου καί δια της γλωττης του προσπαθουσε νά κατευοδωσει δυο σπαστικα συσαμια. Εβγαλε ένα πορτοκαλι, κακολαικο κομπολοι κι αρχισε εκει νά εξαπολυη ενεργειες.

- Σπορια εχεις;

- Ε;

- Ωχου… Σπορια! Σπορια εχεις;

- Ηλιοσπορο; Πασατεμπο;

- Ναί. Ο,τι ναναι. Εχεις;

- Όχι. Αλλα μπορω νά παω νά παρω.

Η ογδοη χαντρα του κομπολογιου εκανε ένα πολύ ησυχο ψιτ! καί μέ τα ματια της μιά συγκαταβατικοτητα ματαιωσε περιττα εξοδα μου στο κυλικειο του σταθμου Λαρισσης.

Εβγαλα τό κινητο κι αρχισα νά πατω κουμπια σέ μιά ψοφια οθονη. Ο φορτιστης ειχε αυτοεξορισθει στο προτεκτορατο της ληθης κι εγω γνησιο παιδακι των ’00 αρχισα νά χανωμαι σέ λιβαδια μέ φιδακι, bumber, εξωγηινοους καί μπαντουμι. Νοερα. Παντα.

- Bloutooth εχεις; πεταχτηκε ο yellowtoothης.

- Όχι…

- Τσ τσ τς!

Σηκωθηκε μέ χαρη σάν της Μαριας Ιωαννιδου καί του Βαγγελη Σειληνου σέ χορευτικο του μιά ελληνιδα στο χαρεμι. Χτυπησε τό τακουνι καί τσαφ! Εξηφανισθη! Δέν είναι ψεμμα! Σάν τον… (δέν βρισκω παρομοιωση…)

Τελος παντων, ισως η ενδεια παρομοιωσεων νά οφειληται σέ έναν πρωτογνωρο φοβο. Παιδακι γαρ! Τί νά σου κανω; Μαζευτηκα στο καθισμα μου, σκεφτηκα την μαμμμα μου καί σκοτεινιασε ο ουρανος της παιδιακιστικης φυσης μου. Κυτταξα γυρω μηπως καποια φιγουρα μου δωση κατι που εχει 6 γραμματα, είναι ουσιαστικο μέ συνωνυμα τίς κουραγιο, τόλμη, ευψυχία (=θαρρος). Τζιφος όμως!

Πανω στο «φι» του τζιφος, άλλο ένα φι ακουστηκε και στο εντελως καπακι ο μαστρο Φαντης Μπαστουνης, επεστρεψε μεγαλοπρεπης! Μέ υφος τρομακτικο, αναρμοζον πρός ένα παιδακι σάν εμενα αλλα τετοια ωρα, τετοια λογια… Καί πώς να ειπωνοντο τα λογια εξαλλου;

Αρχισε νά μεταλλαση τό υφος του πρός συμπεριφορα φρικης καί κακοποιησης. Άπό τα χερια του, εξακοντιζοντο αντικειμενα αγνωστου ταυτοτητος, ενεκα της ταχυτητος.

- Παρε ρε λιγουρη!

Η γωνια του κασετινας του καρελια μέ χτυπησε στο φρυδι θυμιζοντας τό τσιμπιδακι μου καί καποια σπορια σάν άλλο head and shoulders αρχισαν νά μέ λουουν.

- Τσακω ρε πειναλα!!!

Κι όταν όλα τα εφοδια σωθηκαν, επιασε τον χωρο της φωτιας, εξευμενιζοντας τον Μανιτου, μέ φωνες σπαρακτικες που ανησυχουσαν μεχρι καί τίς ραγες των τραινων:

- Κιου ρε ! μονο μέ 1 λεπτο τό σμς ρεεεε! Τί περιμενεις ρεεεε;;; Ο μουσακας καηκε καί στό ρολοι εκει πανω, ο δεικτης του πηγε στο ρ άπό τα φρενα ρε! Περιμενεις νά περαση η ωρα νά χρεωθης τό σμς 1 λεπτο ρε τσιπη;;;

Την μηνιν του καταλαγιασε όταν ένα νεφος ισχυρου ειδικου βαρους, ουχι αμελητεας πυκνοτητος, λαιμαργα αρχισε νά τον καταβρογχιζη. Μπορει καί νά ηταν μπολιασμα του νεφους μέ την ουσια του Μαγου, δέν ξερω, ειμαι παιδακι.

Τελευταια εξηφανισθη εκεινη η χαντρα του κομπολογιου. Προλαβε όμως νά πη μέ φωνη Γιωργου Βαρεμενου :

- Τί νά του πης του παιδακιου εάν δέν εχει Q!

Δευτέρα, Νοέμβριος 21, 2005

Βάλε λίγο φωνή, ρε!



Διαφημίσεις στό Mega στίς 9 τό βράδυ τής 10ης Ιουλίου 2005:


Σμιρνώφ

Σουζούκι Σουίφτ

Τά Νέα

Σάρπ Ηλεκτρόνικς

Φόρντ Μοντέο

Τράπεζα Κύπρου

Τογιότα Βέρσο

Σόνυ χάντυκαμ

Σουζούκι Τζίμνυ

Φουτζίτσου

Πεζώ

Κοσμοκάρτα

Τογιότα Κορόλα

Νέουτρο Ρόμπερτς

Νισσάν Αλμέρα

Βόνταφον

Έξπερτ.

Κάτι παλαιό αλλά αγαπημένο...

Άς πρόσεχες! Καί τά μπάκ άπς τού Θεού είναι!

Κάθεσαι στό γραφείον, σού έχει φτιάξει τήν διάθεσι η τέλεια δοσολογία ζαχάρεως στό φραππέ (δέν πίνω ούτε φράππο, αλλά ούτε ζάχαρι βάζω στόν νηφελοκοκόζωμο) η ησυχία είναι χαρακτηριστικά παράταιρη γιά άστυ, είσαι άνετος κιόλας μπανιαρισμένος ων, γουστάρεις ρέ παιδί μου!

Καί κάθεσαι στό γραφείον (καθώς προείπαμε) ανοιχτός ο πισής , μεγιστοποιημένος κι ο firefox, κάνεις κλίκ σέ ένα βελάκι πού δείχνει τήν μοκέτα.

Όχι ότι είχες διάθεσι ταμπάσκο, αλλά βλέπεις τό three double u blogg και πάει ο νούς σε ημερολόγια, σε καταθέσεις απόψεων και σκέψεων από ανθρώπους που πάντα έγραφαν. Ανέκαθεν έγραφον αλλά μόλις τώρα, νομίζουν ότι υπάρχουν χασομέρηδες οι οποίοι θά δούν κάποτε (λίαν συντόμως δηλαδή) τά πονήματα τών ανθρώπων - πού πάντα έγραφαν όπως προγράψαμε.

Κάθεσαι καί γράφεις σε αυτό τό ωραίο περιβάλλον λοιπόν. Λιγάκι απρόσμενα συνειδητοποιείς ότι έχει κάνει χαλί στήν σελίδα , η περιοδικά διατυπούμενη σκέψη σου. (όχι μωρέ! Δέν είναι αυτοσκοπός!)

- Ρέ σύ! Έχω γράψει μπόλικα!

Καί τί μπόλικα εεεε; Φοβερά! Πρωτοείδοτα! Ασυνήθη! Διαφορετικά! Ελκυστικά!

Και ακούς τήν κοιλιά νά γουργουρίζη σημάδι ευχαριστήσεως αλλά καί συνειδητοποιήσεως πόσο παραγωγικός είσαι. Τά σήματα ανεβαίνουν πιό πάνω τής κοιλίας. Επισκέπτονται τόν εγκέφαλο (ναί ναί! Αυτόν τόν τόσο καλαίσθητα εργατικό!) καί τού λένε: «Είδες; Πολύ αξιόλογα και διόλου υστερούμενα τών εκδιδομένων, αυτά πού αφήνονται στόν εβένινο ωκεανό τού άνευ μεταλλικού ελάσματος μπλόγκ από τόν κτήτωρά μας...»

Κι ο εγκέφαλος, συνετά και φρόνιμα απαντά:

«Μήν είσαι βλάκας, νεύρο! Τό γουργούρισμα δέν πηγάζει από ικανοποίηση... Ο καφές πάντοτε δημιουργεί πείνα. Δέν τόν πηγαίνεις στήν κουζίνα τώρα; Καί πού’σαι; Μήν χρησιμοποιείς αμφίσημες λέξεις! Τί πάει νά πή εκδιδόμενες απόψεις καί σκέψεις; Δέν νομίζω νά είναι αριστεράς κατευθύνσεως τό εν λόγω μπλογκ!»

Είσαι τώρα στό τραπέζι. Σπρώχνεις ελάχιστα πρός τά μέσα το άδειο πιάτο και τού ρίχνεις κάποια ψίχουλα τιμώντας τό νοικοκυρεύεσθαι. Μια οδοντογλυφίδα μέσα βαθιά ανάμεσα στόν κοπτήρα και κυνόδοντα προσπαθεί νά αποτρέψει αρμένικες βίζιτες κρεατικών. Η ευχάριστη διάθεση παραμένει ακόμη καί τώρα γεύματος περατωθέντος. Κι όταν με χλιαρό νερό προσπαθείς τά λιπαρά ίχνη να αφήσουν τό πιάτο, τότε αντιλαμβάνεσαι κατηγορηματικά, πείθεσαι ότι τά στό μπλόγκ σου είναι πράγματι «πρός έκδοσιν» τουλάχιστον!

Παίρνεις μιά πέψη κόλα, ξανακάθεσαι στό γραφείο και με λαχτάρα συνδέεσαι. Αφήνεις δε, περισσότερο καμάρι απ’ό,τι θά άφηνες εάν τό παιδί σου έλεγε ποίημα τού Ζαχαρία Παπαντωνίου αποσπόν άπειρα θετικά σχόλια από πλήθος αλβανών γονέων.

Καί ξαφνικά τό μπόρς έπεσε βαρύ. Ένα λόξυγκοειδές ρέψιμο αφήνει κάτι από σέληνο στόν φάρυγγα. Καίτοι Φεβρουάριος καί ζιβάγκο πάνω από υποκάμισο, εφίδρωσις (και) μασχάλης.

- Φιλώ τό σπίτι σου ρέ σουλτάνας γυιέ! Ουάάάάάάάάάάά!!!!!!

Η πέψη κόλα άφρισε ριχνόμενη στην οθόνη και κατρακύλησε αφήνοντας ίχνη. Δυό καφέ βραχίονες αγκάλιασαν τό μήνυμα προειδοποιήσεως :

«Γιά λόγους πολιτικής ορθότητος βάσει ντιρεκτίβας τού xxxx οργανισμού, το σάιτ μας απεφάσισε τήν αναστολή τής λειτουργίας του δια παντός. Λυπούμεθα πολύ. Γειά σας!»

What a pitty!

Ψέγω τόν καιρό πού πέρασε καί δέν μέ άφησε νά γευθώ τήν εντελώς τζάζ αίσθηση τής επιλεκτικής είδησης.

P.S. : Nice tale...

Κυριακή, Νοέμβριος 20, 2005

Ένα ένα τά μετράω...

Ναί! Άς τό πώ τώρα πού θέλει μόνο μιά ώρίτσα γιά νά τήν κάνη.

Θέλω νά καταργηθή η Κυριακή.

Μελαγχολική, καταθλιπτική, μουρτζούφλικη, κατηφής, ξυνισμένη, κρύα, απόμακρη, σιχαμερή, λυπηρά, θλιβερά, συλβιοπλαθική, ανιαρή, μονότονος, πληκτική, χαυνωτική, ζοφερά…

Η σκιά τού πρωινού τής Δευτέρας πίπτει βαριά στά τελειώματα τής Κυριακής – σάν, μέ ένα κιλό χωριάτικο ψωμί παπαρίσαν, σπετζοφάι σέ καυσωνιάτικο μεσημέρι Ίουλίου.

Αί παντόφλαι (μέ παράστασιν έναν τρικεφαλικόν μύ) σούρνονται στά χαλιά, αί πυζάμαι φέρουσιν ψίχουλα άπό χθεσινόν άρτον, η οδοντογλυφίς θέλει νά γίνη μετροπόντικας. Κι η διάθεσίς μου, ζωντανή όσο καί τά ευρήματά του. Ψόφια, ύπερδισχιλιετή, σκονισμένη, νυσταλέουσα, σκοτίαν ύπανδρεμένη.

Παράκλησις:

Dear Leopoldus.

Πλς έγκατάστησον τήν New Athens Unicode.

Είναι μιά γραμματοσειρά τής οποίας η όμορφιά φέρνει σέ χαμόγελον Καρυάτιδος μέ ένα prince medium στό χέρι. Συναγωνίζεται τήν bρωτη βουκιά ένός σουβλακίου (μέ μπιφτέκι πάντα καί άπό τόν Έντυ βεβαίως βεβαίως). Δαφνοστεφανούται υπό τής Τατιανός Στεφανίδου ολίγον πρό τής τζαμάουα ανακοινώσεως τού άποτελέσματος τής ψηφοφορίας. Ευλογείται δέ, άπό τούς γνωστούς αγνώστους (άλτερ έγκο τού έν Πτολεμαΐδι έργοστασιον τής ΔΕΗ) οίτινες προσπαθούν νά φωτίσουν τά σκοταδιστικά τής έκκλησίας μέσω έντέρω σφιξίματος.

Δύνασαι, Λεοπόλδε, νά τήν εύρης σέ οίον ψαχτήρι γουστάρεις. Δώσον New Athens Unicode, κατέβασον κι έγκατάστησον.

Πολλά vangeliζοντα είναι New Athens Unicodικα. Fontiκως εννοάω.

Υμέτερος,

Ευ.

Τί πακέτο κι η Δευτέρα…

Έν όψει τής ρουφιανοδευτέρας, things 2 do.

1) Νά υπάγω τώ πρακτορείω μπας καί εύρω άκρη μέ τό (ακυρωθέν) εισιτήριο.

2) Νά ρωτήσω σέ τί ύψος έχει φθάσει τό φέσι στό καφενείον. (κωλοπρέφα!)

3) Νά επωμισθώ τά τής επιστροφής εισιτήρια τού έν Λονδίνω σπουδάζοντας έγγονα. (ελπίζω νά φέρη κάνα δραγ, αυτήν τήν φορά, νά κάνωμε χάι).

4) Νά υπάγω στόν ΙΚΑ διά τήν σύνταξιν.

5) Νά μήν ξεχάσω τήν ακτινογραφία έπισκεπτόμενος τόν παθολόγον.

Ναί, βέβαια… Πολλά… Άντε νά προλάβω… Δέν μένει χρόνος γιά τόν οδοντίατρον… Δυστυχώς, θ’αναγκαστώ, άλλη μίαν ημέραν νά είμαι μέ τήν μασέλα μου χαλαρή, νά ξεκολλάη άπό τήν καραφλή γνάθο.


Γούφ!


Γιατί οι ερωτευμένοι θέλουν νά πάνε στ’αστέρια;

Ίσως επειδής, πέραν τής στρατόσφαιρας, τούς περιμένουν έπιρροαί τού πρώτου κοσμοκύωνος, τής Λάικα.

Συνειδητοποιημένοι γιά τά τού μέλλοντος:

- Σκύλα/σκύλε, μού έφαγες τό συκώτι, έχασα τά κάλλιστα τού βίου μου!


Μπουγάτσα μέ στουπί.


Είναι κι αυτός ένας λόγος υπάρξεως. Είναι αιτία παρουσίας.

Σέ μερικές, ελάχιστες ημερομηνίες – επετείους νά χτυπούνε κάρτα, θυμίζοντας μας ότι υπάρχουν.

Διότι κατά τ’αλλα, η αντικοινωνική, η βαρβαρική, η μηδενιστική, η αντιπατριωτική, η απάνθρωπη, η αδιέξοδη ιδεολογία του αναρχισμού (αλλά καί της αναρχίας όσο καί αδόκιμα νά ακούγεται) θα άφηνε αδιάφορους όλους τους Έλληνες. Τους Έλληνες αλλά καί τους ελληνοφώνους. Ακόμη καί τους ελληνόφοβους ελλαδιτες ημιγραικυλους.

Έτσι λοιπόν, στον 960/37813123/171350, αριθμό λογαριασμού της αντεθνικής τραπέζης μπορούμε όλοι οι συμπαθουντες αυτούς, νά συνεισφέρουμε όχι χρηματικως αλλά μέ ω΄κατηγοριας ουίσκια (σικ). Τον Δεκεμβριον θα εκδοθη άλλος, ένα κοινό ταμείο μέ αναζητήσεις στουπιών. Αναμείνατε.



Καθρέπτη καθρεφτάκι μου!


Αντικειμενικώς ρέ γαμώτο, είναι πολύ όμορφο τό στίλο...

Κάθε φορά πού είμαι μέ τό Σίμκα έξω, έτσι καί δώ κάποιο Φίατ στίλο (είτε νά έρχεται από τό αντίθετον ρεύμα, είτε ειδωλιακως στό καθρέπτην πίσω, είτε πλαγίως – εντός εκτός καί επί τά αυτά) χαζεύω, η φουρκέτα στο σασμαν βήχει, κάνει τσικ τσικ τα δάκτυλά της, κινεί πάντα λίθον προσπαθούσα ν’αποσπαση τίς αλλαχού προσοχές μου.

Δέν καταφέρνει τίποτε όμως.

Track 67

Βάζοντας τό track 67 στο 36 δισκάκι μου κι ακούγοντας αυτήν την φωνή νά άδει, προσπαθώ νά φανταστώ τί μορφή μπορεί νά έχη. Καί σάν νταρτς άπό χερια μεθυσμένου σέ τοίχο αστοκαριστο σέ λονδρέζικη παμπ, μου έρχονται οι εικόνες.

Εικόνες μέ…

Μιά Μέρυλ Στρήπ μέ πείσμον σμυρνεικο στο Οί Γέφυρες τού Μάντισον.

Η Μίρα Σορβίνο μέ φωνή σάν του Αντώνη Παπαδοπούλου στο Άκαταμάχητη Άφροδίτη.

Η Λήβ Τάιλερ μέ τό αειπάρθενον προφίλ στο Κλεμμένη Όμορφιά. Διότι στο ανφάς…

Η Μία Φάρροου μέ τό προκαλον εμετον αποπνέον σκηνικον στό Μωρο Της Ροζμαρυ.

Η Λίντα Φιορεντίνο μέ βραχνάδα της φωνής, βάσανο γιά νεοσυλλέκτους στο Δέν Μπορώ νά σέ Ξεχάσω.

Η Χόλυ Χάντερ στο «Μοντέλο» γιά Φόνο σέ Τζεημς Μποντ κατάσταση, συσκευασία όμως παιδική.

Μιά Σάλμα Χάγιεκ μέ διόλου απωθητική εκκρισι ιδρωτος στο Ντεσπεράντο, Μεχικον γάρ!

Η Τίπι Χέντρεν! Η οξυτης των χρωματων των νυχιων της σάν φαρου αναλαμπη στο «Τα πουλια»

Η Κριστίν Σκώτ Τόμας. Εντονος αχναδα του καλτσον, στο ψιλοζαρτεροειδες, φουστας ανασηκωθεισης σέ καποιον σταυλο στο Ή Πιό Γλυκειά Έκδίκηση (κωλοφαρδε Σαμ Νηλ!)

Η Σούζαν Σάραντον. Καλογραια αβαφτη στο Θά Ζήσω καί μέ ντεκολτε κατσε καλα στο Ροκυ Χορρορ Σωου.

Η Σερ μέ υφος save Ματζικα ΝτεΣπελλ! στο Οί Μάγισσες τού Ίστγουικ.

Η Έλίζαμπεθ Σού. Αφρατη σάν ζεστο κρουασαν μέ τσικολατα στο Άφήνοντας το Λάς Βέγκας.

Η Μπάρμπαρα Στρέιζαντ, ανυπερβλητος μαικηνας στο «Ό Πρίγκηπας τής Παλίρροιας»

Η Φανύ Άρντάν νά δανειζη στον (αδελφη) φιλο της καποια ταμπον στο Pedale Douce.

Η Γκίλιαν Άντερσον νά αναφωνη απελπισθεισα στο X- Files : Παλι ερμαφροδιτοι μας βγηκαν αυτοι οι εξωγηινοι ρε γαμωτο!

Η Πατρίσια Άρκέτ μέ τα μέ ραντακια μαυρα φανελλακια στο Χαμένη λεωφόρος νά κρυβουν την ουγια της φιρμας καί νά θωπευη τον λεβιε των ταχυτητων σκεπτομενη τον ρολον του Ντουμπτσεκ στην ανοιξη της Πραγας.

Η Ίζαμπέλ Άτζανί. Εμβαδον χειλεων της, αρκετον γιά καπνοφυτειες στο «Βασίλισσα Μαργκό»

Η Μίλα Γιόβοβιτς νά εξωραιζη κάθε anorexia nervosa στό Πέμπτο Στοιχείο

Η Βαλερί Γκολίνο στο «Διαλυοντας τόν Χάρρυ» μέ γονιδια μεσογειακα νά ψαχνη γραφεια μεταφορων σέ λεωφορους Νεας Υορκης

Μιά Γκρέυς Κέλλυ νά ψαχνη τόν διακοπτη των φωτων στο σαλονι στο «Τηλεφωνήστε: Άσφάλεια Άμέσου Δράσεως»

Μιά Έλενα Μπόναμ Κάρτερ δημιουργουσα παραφυσει τερατολαγνεια στο «Φρανκεστάιν τής Μαίρη Σέλλεϋ»

Η Νταϊάν Κήτον μέ οιονει κνιτικες παραστασεις στο «Νευρικός Έραστής» ενας εραστης που έάν τό καλοσκεφθη θα «τό γυριση» στανταρ!

Η Τζούλιετ Λιούις ευπειθως θεραπαινιδα στο «Τί Βασανίζει Τόν Γκίλμπερτ Γκρέηπ;»

Η Σοφί Μαρσό νά ζητα ενσημα παλακιδας στο «Braveheart».

Η Τζουλιάν Μούρ νά ευπαρουσιαζη τό της παλλαδος Αθηνας πνευμα, στο «Τό τέλος μιάς σχέσης»

Η Κέητ Μπλάνσετ νά κερνα τσιγαρα καί νά αναμενη ανταποδοσι στο «Ό ταλαντούχος κος Ρίπλευ»

Η Έλέν Μπερστίν νά κανη διακοπη καί μεταφορα τηλεφωνικης συνδεσεως στον ΟΤΕ του Κληβελαντ στο «Η Αλίκη δέν μένει πιά έδώ»

Μιά Άν Μπάνκροφτ νά αρνηται νά στειλη τα ταγιερ της πρός καθαρισμον στο «Νά Ζή Κανείς ή νά μήν Ζή;»

Η Έμμανουέλ Μπεάρ νά αρνηται καταγωγη άπό Μασσαλια στο «Μία Γυναίκα Άπό Τήν Γαλλία»

Η Κάθυ Μπέιτς στο «Όλική Έκλειψη» νά τηρη μιά συνεπεια στα χρωματα παλτο, κασκολ καί γαντιων.

Η Σάντρα Μπούλοκ. Μέ προσπαθεια μπολικη νά καβατζαρη dsl παγιο μέ ελληνικες τιμες. Εντελως «Παγιδευμένη Στό Δίκτυο»

Η Ζακλίν Μπισέ στο κανω βουντου, εβενινη μαγεια μπα καί αναστησωμε τον Χεμινγουευ «Κάτω Άπό Τό Ήφαίστειο»

Η Άνέτ Μπένινγκ ν’ανεχηται τον συζυγο διπλα της αυνανιζομενο στο «American Beauty»

Η Ντέμυ Μούρ νά συν-ψαλλη τον πολυχρονιο των Βασιλεων μαζυ μέ ΔεΝιρο καί Σων Πεν εις τό «Δέν ειμαστε Αγγελοι»

Η Κίμ Μπάσιντζερ Όχι βεβαια τό πολυτεχνειο αλλα η Λαις η Κορινθια ζει στο : «Λός Άντζελες Έμπιστευτικό»

Η Μίου Μίου νά νοσταλγη μποτιλιαρισμα Μπουενος Αυρες στο «Έρωτικό Τανγκό»

Η Φαίυ Ντάναγουεη νά αποδεικνυη περιτρανως τό νοημα του αξεπεραστου συμβολου του Φοινικος στο «Albino Aligator»

Η Κατρίν Ντενέβ στο «Τίς Μικρές Ώρες τής Νύχτας» νά ψαχνη διανυκτερευοντα φαρμακεια γιά ντεπονακια.

Η Τζούλια Όρμοντ. Μέ χρωματα κι αρωματα, μ’αγαπες καί λουλουδια. Κι όλα αυτά εμμετρως στο «Λάνσελοτ»

Η Μισέλ Πφάιφερ. Μέ αυτην την καθηλωτικη ανεση συνειδητοποιημενης γκομενας αρτι χουφτωσθεισης στο στηθος. Στο «Γούλφ»

Η Γκουήνεθ Πάλτροου μέ «Μεγάλες Προσδοκίες» γιά κατι πιο γεματιαρικο, χωρις όμως απαξιωτικες σκεψεις.

Η Κριστίνα Ρίτσι. Σέ κωμοπολη υπο παγιωθεντων νεφων στον ουρανο, ο ηλιος νά εχη περιοδο εξαμηνη και μονον οι φτερες νά επιζουν αφηνοντας μαυρο ατι νά τίς πατα μέ το «Ο Μύθος τού Άκέφαλου Καβαλάρη»

Η Τζούλια Ρόμπερτς, στο «Όλοι λένε σ’άγαπώ» στην ανευ ορων παραδοσι στον τα ξερω όλα, ειμαι τζινι, Γουντυ Αλλεν.

Η Γουινόνα Ράιντερ στό «Σπίτι τών Πνευμάτων» μέ πνευμα μη διαυγες, επηρεασμενη προφανως, άπό ουσιες κι οινο-πνευματα.

Η Βανέσσα Ρέντγκρέιβ στό «Μικρή Όδησσός» τό ποιουμενο τα σοπενχαουερικα εργα νά φαινωνται παιδικα χαζοχαρομενοτραγουδα.

Η Μάντλιν Στόου, η γκομενα μέ κεφαλαια τα 8 άπό τα 7 γραμματα της λεξεως. στο «Ο τελευταιος μοικανος»

Καί γιά τό τελος, η Άνν Νικόλ Σμίθ. (ΑΧ!) στο Τρελές Σφαίρες 331/3. (Χωρις σχολια ρε γαμωτη μου.)

Όλα αυτά, στα 251 δευτερολεπτα του ασματος τουτου, παρεα μέ την φωνη αυτή, καλεσμα γιά ομοβροντιες εικονων θηλεων ηθοποιων, ενεκα των φωνης ταυτης, λεγω.

Τί κριμα που η φωνη αυτή εν ληξιαρχειω εδηλωθη αρρεν… Διατι εγεννηθη μέ φαλλον ο Μπραιαν Μολκο;

Ροδόπουλος


Τό εσπερας της 14ης τρεχοντος. Ο Θανατος κι ο Θοδωρος. Στο μικρο αφηγημα του ο Καραγατσης, πετα μερικους αστερισκους δια των οποιων μας αφηνεται νά δουμε μιά πιο προσωπικη του, αποστασιοποιημενη των, δικαιωματικα, εξ οφιτσιο περιγραφων οι οποιες μας στελνουν (σχεδον) παντου.


Οι εποχες είναι λιγο μακρινες. Αρκετες γιά νά επισημανθη η ενδεια καποιων προσωπικων δεδομενων. Μεσω των αστερικιων παρεμβολων του λοιπον, χορηγειται μιά παρωνυχιδα (άπό αυτά τα νυχια που μαρτυρουν τον λεοντα) λιγοτερο σημαντικων αποψεων του, μακραν των βιοκοσμοθεωριων του που φαινοντο στα εργα του.

Παρατιθενται οι αστερισκοι του τό λοιπον:





Τό μεσημερι, την ωρα του φαγητου, παλι ανεκυψε* τό ζητημα…


* Αυτό τό «ανεκυψε» μου θυμιζει πως εχω χρεος νά δωσω μερικες εξηγησεις γιά την γλωσσα τουτου του εργου μου. Είναι μεν δημοτικη, αλλα κανει μερικα δανεια άπό την καθαρευουσα! Τό φαινομενο δέν πρεπει νά αποδοθη στην αγνοια μου της δημοτικης (εχω αποδειξει πως την παιζω στα δακτυλα) η σέ στροφη μου, λογω ηλικιας καί αρτηριοσκληρωσης, πρός την καθαρευουσα. Όχι. Εξακολουθω νά ειμαι φανατικος οπαδος της δημοτικης! Ως εκ τουτου καταβαλλω ειλικρινη προσπαθεια νά γραψω κι αυτήν την τραγωδια στην δημοτικη, όπως εχω κανει γιά όλα τα εργα μου. Δέν ξερω όμως πως, εντελως αθελητα κι υποσυνειδητα, κατω άπό τό στυλο μου ανακυπτουν (παλι ανακυπτουν) λεξεις κι εκφρασεις καθαρευουσιανικες! Τό γεγονος πρεπει νά ερμηνευθη άπό τό ότι τό τραγικο ειδος είναι τοσο αρρηκτα συνυφασμενο μέ την καθαρευουσα, ώστε η δημοτικη νά μήν του πολυπηγαινη. Δέν θα ηταν ισως ασκοπο άν εγραφα την τραγωδια μου στην καθαρευουσα. Μα η υποψια αυτή μου γεννηθηκε μολις τωρα, που εφθασα στην μεση της συγγραφης. Της φυγοπονιας μου οντας γνωστης, τό «φτου κι εξαρχης» δέν υπαρχει στο λεξιλογιο μου!



Ένα μαυρο ταξι ακολουθει τό δικο τους – τό πρασινο – κατά ποδας.*


Τό σωστο είναι νά πουμε «κατά τροχους». Δέν ξερω όμως έάν η εκφραση είναι γλωσσικα δοκιμη. Θα’πρεπε νά ρωτησω τον πανσοφο φιλο καί συναδελφο μου Γιωτα Μι Παναγιωτοπουλο, που σέ κατι τετοια είναι πιτσουλα!



Ξεχνωντας τον ρολο του ασυμμετοχου θεατη των υποθεσεων των επιβατων του ταξιου του.*


* Πωπω, γενικες!



Λογου χαρη ο Τουρκοφας* ναυμαχος του 1821.


* Ορα εργα Ν.Καζαντζακη.



Των γνωστων εκ Χιου εφοπλιστων, που κερδισαν αμυθητα πλουτη άπό τίς ασφαλειες των συνεχως καί μυστηριωδως ναυαγουντων βαποριων τους*


* Αθανατη καθαρευουσα!


Ξεκινησε τό λεωφορειο. Ηταν ένα σαραβαλο, μέ αμπραγιαζ καί φρενα που επιαναν αποτομα. Ετσι, σέ κάθε πατημα γκαζιου η φρενου τρανταζοταν ολοκληρο, ειτε πρός τα μπρος ειτε πρός τα πισω. Οι ορθιοι επιβατες μιά ταλαντευονταν πρός τα μπρος καί μιά πρός τα πισω, πεφτοντας ο ενας πανω στον αλλον, ειτε μέ τό εμπροσθιο μερος του κορμιου τους ειτε μέ τό οπισθιο. Δεδομενου λοιπον ότι η Βασιλικη, λογω περιφρονησεως, γυριζε τα τροφαντα νωτα της στον Θοδωρο, σέ κάθε φουλαρισμα τα εξακοντιζε βιαιως πανω στο υπογαστριο του. Αντιθετως, σέ κάθε φρεναρισμα, τό υπογαστριο του Θοδωρου ερχοταν σ’αποτομη επαφη μέ τα νωτα της Βασιλικης. *


* ικετευω τους αιδημονες αναγνωστες, αλλα καί τους ακομα πιο αιδημονες κριτικους νά προσεξουν καί νά θαυμασουν τον περιτεχνο τροπο μέ τον οποιο, γιά νά προσκρουσω στην αιδημοσυνη τους, περιεγραψα τό κοινως λεγομενο «κολλητηρι».



Οι ωρες της νυχτας διαβηκαν αργα, υπουλα μεσα στον συρφετο των ονειρων. Τραβηξαν τον δρομο τους πρός την Δυση, νά ξεκουρασουν μέ την ευλογια του υπνου κι αλλους λαους*.


* Δέν ξερω τί μέ επιασε κι εγραψα αυτους τους ατοπους λυρισμους. Τελος παντων…







THE END

Πέμπτη, Νοέμβριος 17, 2005

Η Πέφτη πέφτει πάντα Πέφτη.

Δυσαρεστώμαι μέ τήν βροχή, σήμερα όμως μ’άρεσε άν καί έπαιζαν άπασαι αι προϋποθέσεις γιά σπάσιμο (κίνησις ντιριντάχτα)

Καί επειδή μέσα στά κιτρινόμαυρα αιμοσφαίριά μου, τό υλικό είναι γεμάτο από Crocodile Dundee, αφήνω τό μέγιστον δυνατόν τά παμπρίζια νά γεμίζουν ύδατα. Μ’αρέσει νά βλέπω τήν νιαγαρική ποσότητα τών πρώην ψιχαλώνε νά παραμερίζεται από τούς υαλοκαθαριστήριδοι. Μέχρι νά γίνη κάτι τέτοιο, μπορεί τό Σίμκα μου να τσουλάει στήν Ποσειδώνος, η επικινδυνότης όμως φέρνει κάτι σε γύρο τού θανάτου.



Γιά σήμερα τό βραδάκι, οι γνωστοί καί μη εξαιρετέοι ευαίσθητοι (τμήμα τών οποίων ευδοκιμούν καί στό βλόγινγ) θά περιορίσουν τίς ανησυχίες τους (οι οποίες υπό μερικές συνθήκες αιμορραγούν) σέ κάτι άλλο.

Θά τίς περιορίσουν στίς παραβάσεις τού ΚΟΚ, σέ λουμπάγκο τού Γρηγόρη καί πριαπισμόν τού Σταμάτη στούς σηματοδότες καί στίς καλλιγραφία τών διαβάσεων στην Πατησίων.

Οι αυστηροί, ακριβοδίκαιοι, δημοκράτες οι οποίοι μέ ύφος ζοχαδιασμένου εισαγγελέως κρίνουν, στηλιτεύουν τραμπουκισμούς (προερχομένους από τήν Δεξιά) τώρα θά πασπαλίσουν λίγη ζάχαρη άχνη στόν δείκτη τών δακτύλων τους κι αφού τόν γλείψουν γιά τά καλά, θά τό βάλουν σέ σκοτεινό μέρος τού σώματός των ένθα δέν χωρά κλαυθμός καί οδυρμός!

Δέν μού μένει παρά νά ευχηθώ μαζύ των...:

Εύχομαι η βροχή νά μήν σταματήση τούς ηρωικούς καί ιδεολόγους αγωνιστές νά κάψουν μερικά περίπτερα. Περίπτερα τά οποία ανήκουν σέ κάποιους καπιταλιστές τής Εκάλης οι οποίοι από χόμπυ πουλάνε Σαντέ καί Απογευματινές κάποιες μεσημβρινές ώρες.

Αί καιρικαί συνθήκαι νά μήν εμποδίσωσιν τούς ψιλοταγούς τής κοινωνικής απελευθέρωσης νά σπάσουν αυτοκίνητα κεφαλαιοκρατών μάρκας νισσάν, σκόντα, τογιότα καί νταϊχάτσου. Ώς ηδύ πάρεργον οδηγούν τέτοια, μπαναλοποιησθείσης τών τζάγκουαρ.

Οι (χοντρές ή λεπτές) ψιχάλες κίνητρον να αποτελέσουν γιά περισσότερο μαχητική συμπεριφορά τών όπου νάναι ανταρτών πόλεως. Νά τούς δίδουν δύναμη, ώς μουρουνέλαιο μέ γεύση αγριοφράουλας. Νά κοπανήσουν κάθε περαστικό ο οποίος περαστικός, σίγουρα φασίστας θά είναι, όπως καί δήποτε θά κουβαλά τήν τουρκοκρατία καί ιδέες περίεργες περί σημαίας.

Όλα αυτά δέν έχουν νά κάνουν μέ τό τραμπουκίζειν. Είναι κάτι άλλο. Απλώς είναι κάτι άλλο, μήν ρωτάτε τί... Όταν γίνονται από (ακρο)δεξιούς τραμπούκους (βλέπε Χρυσή Αυγή) είναι καταδικαστέο καί μάς βγαίνει μιά ποιητική διάθεση (εξίσου όμως σκληρή) καταδικάσεως. Όταν γίνονται από (ακρο)αριστερούς τραμπούκους (βλέπε αναρχοαυτονόμους) τότε ένα χολερικό χαμόγελο σχηματίζεται στά χείλη μας, χαμόγελο επιδοκιμάσεως, συνοδοιπορίας. Χώρος όμως συμπαθείας γιά τά αντικείμενα τού τραμπουκισμού, δέν υπάρχει. Δέν υπάρχει χώρος, τό μέ ζάχαρη δάκτυλο έχει καλύψει κάθε επιφάνεια ευαισθησιών.

Ούστ ρε!



Ένα απόγευμα Παρασκευής φεύγοντας από τήν δουλειά, ελέγχοντας τό γραφείον μήπως έχω ξεχάσει τίποτε, είδα τό φλυτζάνι μου αραχτό, νά ξεραίνη τό κατακάθι τού γκαϊφέ. Ήθελα νά τό μεταφέρω πρός κουζίνα, στήν χειρότερη νά τό πλύνω... Η αχόρταγη οχεία όμως 142 συναδελφισσών μέ μαγνήταρε τραβώντας με πρός τήν έξοδον ύφει : «μάδησέ με ως μαργαρίτα!» Η Δευτέρα εν μέσω καριολικίων (γ*** τό ΚΚε σου, γ*** τήν παγκόσμια επανάσταση καί τις αλυσσίδες τών προλεταρίων.) κάποια στιγμή μέ είδε ήρεμο. Μιά ματιά έφερνε κύκλους στόν χώρο καί...

Όταν σιγουρεύτηκα ότι η κούπα έλειπε, άρχισε νά σκοτεινιάζει γύρω καί η Κασσιανή σκούπισε τά πόδια της στο πατάκι έξω ξεφυλλίζοντας τό τροπάριόν της. Πηγαίνοντας στήν τουαλέττα νά εύρω χαρτί νά φυσήξω μύτη καί νά σκουπίσω δάκρυα μέ είδε η αλβανίδα καθαρίστρια. Μετά από τά πρώτα 89 λεπτά αμηχανίας πού προκαλώ σέ κάθε γυναίκα όταν βρεθούμε τσίκ τού τσίκ, μού τό είπε... «Σαπούνι, πλύσιμο, είχε πολλά, τί κρίμα! Κι εκεί πού ξέβγαζα, βγήκε ένας μπαμπούλας, τρόμαξα, τρόμαξα πολύ, έσπασε. Η φλυτζάνις. Λυπάμαι.»

Ελυπήθην κι εγώ. Δεν ηύρον τά κομμάτια της, ν’άφηνα μιά τελευταία θωπεία πάνω τους. Απ’ό,τι ενημερώθην όμως από Τεχνικόν Επιμελητήριον Ελλάδος, ήτο η πλέον ευτυχής φλύτζανος, μιάς καί χάθηκεν μέ τελευταίαν εντύπωσιν τά χείλη μου πάνω της. Οποία ευτυχία! «Κάτθανε Φλυτζάνι!»

Τϊ ήθελα νά πώ;

Πολυλογίστηκα πάλι καί ξεχάστηκα....

Α! Ναι! Από τό πανηγύρι τού Αγίου Φιλίππου ηγόρασα ένα άλλο φλυτζανάκι. Μέ γειά μου.



χούι. Δείτε επίσης: kink - mannerism - quirk - streak

Τρίτη, Νοέμβριος 15, 2005

Καλοσκέψιμο.

Mόλις τώρα δέν έφαγα άρνησι ακριβώς αλλά συγκαταβατική κίνησι κεφαλής - σελιδοδείκτη στό λήμμα μετριότης τής Μείζονος Σοβιετικής Εγκυκλοπαιδείας.

Γι’αυτό λοιπόν μού πρέπει σεμνότης καί ουχί αλαζονεία. Αυτογνωσία καί ουχί φιλαυτία. Μετριοπάθεια καί ουχί περηφάνεια. Πραγματισμός καί ουχί κενοδοξία.

Καί νά ξαναμπώ στό καβούκι μου. Πάραυτα.

Δευτέρα, Νοέμβριος 14, 2005

Δακτύλιος.

Μετά από αρκετό καιρό, σήμερις τό πρωί φόρεσα καινούριες κάλτσες! (Είναι κάτι πού έχω νά τό νοιώσω πολλές δεκαετίες, συνήθως κάλτσες φτιάχνει η γυναίκα μου, μεταποιεί κάτι τρύπιες λευκές φανέλλες καί έτσι τήν ευρίσκωμε τήν άκρη...)

Ωραία η αίσθησης τής αφράτης κάλτσας στό πόδι. Κυρίως δε, αι διαθέσεις παραχωρήσεως/παραδόσεως εκ μέρους της σέ κάθε περίπτωση. Περπάτημα (από τό σπίτι μέχρι τό σίμκα) οδήγησις καί αλλαγή ταχυτήτων (τασσωκαβάδειος συμπεριφορά στό ντεμπραγιάζ), περπάτημα ταχύ (ένεκα πολλών ερυθρών φαναριών) από τό τουτού έως τήν εργασία κι εκεί η συνεχής συμπαρουσία.

Σέ ένα από τά πολλά όπως προείπον φανάρια χαμήλωσα τήν έντασιν τού ραδιοφώνου ν’ακούσω ερώτησιν ενός μοτοσυκλετιστού. Λησμόνησα νά τήν επαναφέρω στά πρό τής απορίας καί τότε ήταν πού ήκουσα:


- Χιχιχιχιχι! Ρέ τόν μόρτη! Τό’πε καί τό’κανε... Ηθελε κόπο βεβαίως. Κόπο καί πολλά χιλιόμετρα. Το πλησιέστερο εργοτάξιο ήταν στούς Θρακομακεδόνες. Από Κοκκινιά, Θρακομακεδόνες χιλιόμετρα μπόλικα. Άσε πού έπρεπε νά πάη καί μέ φορτηγάκι.
- Χοχοχοχο! Ώστε έτσι ε; Δέν τού φαίνεται ρέ... Τόσο πολύ πιά;
- Και βάάάάλε.. Τέλος πάντων. Μέ τά πολλά τόν έφερε τόν κόφτη σπίτι, δηλαδή στό πεζοδρόμιο τόν άφησε, τρόπος τού λέγειν σπίτι.
- Καί τί σπίτι!
- Μέσα είσαι! Όχι στό σπίτι! Στό νόημα... Σένιαρε λοιπόν καί τήν γεννήτρια διότι τό οικιακόν ρεύμα δέν έφτανε ούτε γιά κλανιά τού κόφτου κι άρχισε...
- Έτσι απλά;
- Χμμμμ! Απαπαπαπα! Τί έτσι απλά; Θέλει κόπο ρε σύ... Νομίζω; Γιόμισε όλους τούς γειτόνους ωτασπίδες καί τά ρέστα τά ομοειδή καί τότε ήταν πού άρχισε. Έβαλε ομπρός τόν κόφτη κι άρχισε νά κόβη, νά εκθεμελιώνη δηλαδής...τά νύχια του. Τών ποδιώνε όμως.
- Τί ολυμπιακά έργα καί τρίχες τότες ρε! Χαχαχα!

Τό γέλιο κόπηκε αποτόμως, η αδράνεια τών σωμάτων τά έφερε μπροστά καί εκφράσεις αναρωτήσεως πλήθυναν.

Σήκωσα χειρόφρενο, άνοιξα πόρτα, πετάχτηκα έξω αφήνοντας τήν θύρα ανοικτή, τρελλά, παραληρηματικα, πυρρίχειος χορός, σάν νά μού είχαν ρίξει κάρβουνα στά μποτάκια. Μέ τήν μύτη τού ενός υποδήματος στήν φτέρνα τού άλλου, τά έβγαλα, τά πέταξα. Κάθησα κάτω, δίπλωσα τά πόδια μου, έβγαλα τίς κάλτσες, τίς έφερα στό ύψος τών οφθαλμών μου καί μέ ύφος βεελζεβούλ :

- Πού τό ξέρεις ρε; Στρίγγλισα. Ε; Πού τό ξέρεις; Αφού την τελευταία φορά πού έκοψα τά νύχια μου, η Καριοφιλιά Καραμπέτη βατευόταν από τόν Αρζόγλου στό «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά»!

Tόσες μύγες νά κάνουν λάθος;

Είμαι σέ μιά φάση περίεργη. Όχι μόνο ένεκα Δευτέρας. Αντιμετωπάω δίλημμα. Ένα δίλημμα πού σάν καταλύτης διακόπτει κάθε άλλη σκέψη καί δραστηριότητα. Παραλύει επίσης, τό σώμα, κάθε άκρο δυσπιστεί στίς οδηγίες τού εγκεφάλου καί κάνει ό,τι γουστάρει (ή κάλλιον δέν κάνει ό,τι γουσταρω εγώ)

Καί μ’αφήνει (ο δίλημμας) άβουλο όν, δίποδο ζώον, σχεδόν φυτό ενώπιον τών ωρών να παρασέρνωμαι απ’αυτές όλο καί πιό χαμηλά, όλο καί πιό μακρυά, στό χαντάκι τής νέμεσης.

Ίσως νά πρέπει νά αρχίσω ν’ανοίγωμαι ώστε αι τού διλήμματος παρενέργειαι ν’αρχίσωσιν νά ξεθωριάζωσιν....

Δέν ξέρω, ίσως νά μέ βοηθήση τυχόν εκμυστήρευσις.... Αλλά μέχρι τήν τελική κάθαρσι, θά είμαι σέ μιά οξεία απορία... :

Ποιά είναι η περισσότερη ταύλα;

Νά περνάς full of liquid τήν νύκτα τής 21 Δεκεμβρίου μέ τήν Έντεν Μόρ ή νά χαζεύης τό τρομακτικό σκάλωμα κάποιων ψόφιων «προοδευτικών» νά προσπαθούν νά βγάλουν τήν αλογόμυγα (λέγε με αρχιεπίσκοπος χριστόδουλΑς) από κάποιο έκ τών δύο ρουθουνιώνε τους;

Ε; Πές μου βρέ!

Κυριακή, Νοέμβριος 13, 2005

Κυρίαρχος μπουχός

Οιοδήποτε αρνητικόν (διαθέτον σχέση μέ την εκκλησία) μπορεί νά συμβή (μελίγκρα σέ νεραντζιές αυλιου χώρου ναων, ενοχλητικότατες κόρνες άπό συμμετέχοντα σέ γάμο τουτού, μποτιλιάρισμα στην 34ου συντάγματος στον Πειραιά καί μπροστά μας νά έχουμε ασθενοφόρο έχον στήν πορτα τον σταυρόν) θα κάνη την Παμμεγίστη πολιτική προσωπικότητα του κου Αλαβάνου νά τονίση ότι:

«Έχουν πλέον ωριμάσει οι συνθήκες γιά τον χωρισμό πολιτείας - εκκλησιάς».

Ισως να εχουτε δικαιον... Γιατί ομως κε Αλαβάνε, υμείς ένας γνήσιος δημοκράτης (μέ αυτό τό πανέμορφο σταλινικό παρελθόν – αλήθεια τό έχετε αποκηρύξει η όχι; - οχι οτι εισθε υποχρεωμενος βεβαιως...) του ελλαδισταν, δέν προτείνετε την διενέργεια δημοψηφίσματος γι’αυτό τό ζήτημα; Δέν πρέπει ημείς ο κυρίαρχος λαός νά αποφανθούμε επί του θέματος; Είναι πολύ επώδυνο νά ψυλλιαστούμε ότι δέν μας εμπιστεύεστε, βάζοντάς μας στην άκρη, θέτοντας εαυτόν στον θρόνο του επαΐοντος λέγοντας: «Κάντε άκρη ρε! Εσείς δέν ξέρετε! Εγώ γνωρίζω ποιο είναι τό καλό σας!»



Πηγάδι Εύχών

Ναί, οντως. Δέν είναι χειμωνας ακομη, συνεπως πασα κουβεντα περι νυκτος χειμερινης, αδοκιμος.

Όμως εγω… Εγω κρυωνω. Κι επειδης δέν θελω νά αναψω τό καλοριφερ, ψαχνω τροπους νά υποκαταστησω έναν λεβητα. Βαριεμαι αφορητως νά σηκωθω νά φερω τό βαρους 42 κιλων χιτωνιον (οπερ ούτως η άλλως εμποδαει στο πληκτρολογειν) κι ετσι μεσω σκεψεων (καθοτι ειμαι ενας σπουδαιος γιογκι) θα θερμανω τα περιξ.

Βραδυ ζεστο μέ πολύ μπαγιατικες εικονες αερα νά κινη κουρτινες. Ο ιδρως χωρις ντροπες σέ κάθε μερος του σωματος, κνησμος παντου, οχλησεις ακομη παντουτερα. Στο εξοχικον, στην εν Σαλαμινι επαυλι μου. Ειχε περασει η ωρα, απεφασισα νά παω νά ξαπλωσω. Στο δωματιον ηδη κοιμοταν τό εγγονακι μου (τοτες ητο 9 ετων). Σταθηκα λιγο νά τό θαυμασω. Εμοιαζε πολύ στον υιο μου (ο οποιος μέ την σειρα του εμοιαζε σέ μενα). Ενας ποτε ελαφρυς ποτε βαρυς ροχαλητος, μετεφερε στιγμιοτυπα παιδικων ονειρων. Τό ροχαλητο οσο κι έάν δυναμωνε δέν καλυπτε αυτό τό χαρακτηριστικο ζζζζ άπό σμηνος (η καλλιον σμηνη) κωνωπων. Ειχαν μαζευτει απιστευτως πολλα περιξ της κεφαλης του εγγονα. Γιατι όμως ετσι; Αφησα γιά 8 στιγμες την ενοχλητικη θυμηση της ζεστας στο γειτνιαζον κομοδινο κι εσκυψα νά δω καλλιτερα. Η πρεσβυωπια μαλλον ενοχλουσε αλλα ναί, ησαν κωνωπες καί σκνιπες. Μα γιατι ρε γαμωτο μονο εκει τα εντομα; Προσεξα τό προσωπο του εγγονα, μπας καί ειχαν προσγειωθη εκει αντλωντας αιμα καί επεσημανα τό ανοικτον στομα του. Σέ κάθε εκφορα του ροχαλητου, αφιετο καί ποσοτης σιελου. Συνεχως. Καί ολο αυτό τό σαλιο μουσκευε τό μαξιλαρι. Μιά λιμνη ολοστρογγυλη πανω στην μαξιλαροθηκη ειχε σχηματισθη καί δέν υπηρχε καμια περιπτωση αποστραγγισεως της. Εκει, μονον εκει, ειχαν αραξει τα κουνουπια, σέ ένα νουφαρο της λιμνης δια της οποιας εφαινοντο λιαν ευκρινως νομισματα στον πατο, συναψεις ευχων. Εριξα κι εγω ένα δεκαρικο μέ τον Δημοκριτο, ευχομενος νά εχωμε μιάν δροσερη νυκτα! Εστραφην, εξυσα τό δεξιο μου κωλομερι καί βουρ στο κρεβατι γιά υπνο. Υπνος όμως χωρις ησυχια γινεται; Δέν γινεται! Σπαστικος ηχος σαγιοναρας ηκουσθη. Ητο η γυναικα μου.

- Χοντροπετσε! Ευχησου νά φυγουν καί τα κουνουπια, νά εχη υπνον ελαφρυ κι απροσκοπτο τό μαναρι μας! Παρτακια!

Εβαλε κι εβγαλε τό χερι στην τσεπη φερνοντας ένα πενηνταρικο (μέ τον σολωνα) καί τό εριξε στην συνεχως ανανεουμενη λιμνουλα στελνοντας καί σέ μενα βλεμμα ανειπωτης ξιπασιας.

Σάββατο, Νοέμβριος 12, 2005

Κατι ξερει ο παλιος!


χμμμ...

Το ροζ ξυραφακι κατι ηξερε που επεμενε να χρησιμοποιηθει. Κι ο αφρος επισης.

Ύπέρ τού συνήθους παραπρόωρος έκσπερμάτωσις.


Μπαίνοντας στήν κουζίνα κι άνάβοντας τό φώς, αμέσως ξύπνησε ο Βεσπεριανος, ο τριετής κάναρος -δώρον ενός Κουβανού τυρέμπορα τό θέρος του 1999 σέ μιά μου εκστρατείαν εθελοντισμού στήν πολύπαθον καί δημοκρατική χώρα της ψιλοκαραιβικής.

Μού πέταξε μιά νότα σέ φα ματζόρε, πρότεινε τό πτερύγιον, έκλεισε τόν οφθαλμόν καί κίνησε τό κεφάλι ολίγον, στήν κλασσική σωματοκινησι απορίας.

Κι εγώ, σήκωσα τό κεφάλι μου μιά στάλα, έστειλα ένα «οκ, μήν ανησυχείς» στην γλώττα μας, τεχνητόν κώδικα επικοινωνίας τον οποίον κι ο Τολκιν θα ζούλευε.

Κι αυτός (όχι ο Τολκιν – άπό τό 1973 είναι δύσκολον νά πετάη κουβέντες) ησύχασε, σαβουριάστηκε σέ μιά κούρνια μέ μιά υποτυπώδη σκιά καί έκλεισε βλέφαρα.

Ένα κίτρινο ταπερ. Μέ κάτι μπουκαλάκια. Τό έβγαλα έκ τού ψυγείου, αρνούμενος πεισματικώς νά ενδώσω σέ μιά σοκοφρέττα, καί τ’ανοιξα. Ένα άπό τα 8 μποτιλιδια έκανε ένα γλφλιπ καί έφερε στο φώς κάτι τσιγάρα. Έπιασα τρία, τ’αναψα καί άρχισα νά ρουφώ αρειμανίως.

Όταν τα τσιγάρα γόπιαζαν, κίνησα γιά τό υπνοδωμάτιον. Μέχρι νά φθάσω στο κατώφλι της τεραστίας ιδιαιτεροκρεβατοκαμαρας είχαν γοπιαστεί γιά τα καλά. Τα έφερα μπροστά στά μάτια μου, τό φως που εξέπεμπε ένα πορτατίφ – Τρίτων δέν ήτο πολύ. Ήτο όμως αρκετον ώστε νά φανούν στο φίλτρο κάτι λεξούλες. Ήσαν δέν ήσαν 3, 9 τω συνόλω. Συνέθεταν 4 στιχάκια. Τα απομνημόνευσα. Ξαναέπιασα τίς γόπες, μέ τό κλασσικόν πορτοκαλί χρώμα του επιλόγου των τσιγάρων, πέταξα τίς δυο, έμεινα μέ την μια. Δέν υπήρχε καμιά αμφιβολία, ναι… Ήτο τό ερωτικό φίλτρο! Δέν τό πέταξα. Μέ τό άλλο χέρι, ίσιωσα τό μαλλί, τακτοποίησα τήν πυζάμα, ξαπόστειλα μιά τσιμπλουλα καί μπήκα στό δωμάτιον πλήρης ερωτισμού, διαθέσεως καί πολλών πολυπλοκάμων σχεδίων, επικείμενες πραγματώσεις ακατονομάστων φαντασιώσεων. Κι η Ραμονα, μέ τό σεντόνι στό μπούστο καλύπτον τήν χειμαρρώδη ομορφιά πού μόνον οι φιλι-πινέζες ξέρουν νά καλλιεργούν, συγκρατούσα γέλωτα-απαύγασμα ειρωνείας, είπεν:

- Μά καλά μπρέ αγαπούλη!;! Τώρα καπνίζεις; Συνήθως στό κατόπιν ανάβουν ένα… Ή μήπως τελείωσες ήδη;

Καί εξακολούθησε ισιώνοντας μιά μπούκλα, χαμηλοφώνως μάλλον πρός τόν εαυτόν της…

- Δέν τό θεωρώ κι απίθανο έτσι όπως είσαι…

Η τσίμπλα στό πάτωμα ακούστηκε νά γελά μέ τό σχόλιον τούτο, ο παράξας αυτήν δέν μπόρεσεν νά συγκρατήση ψήγματα δύοντος ανδρισμού, η νύξ, η περιπέτεια αυτής, είχε τελείωσε πυρρείως αδόξως.



Παρασκευή, Νοέμβριος 11, 2005

Πωπώ μιά φράτζα!

Κουρεύτηκα προχθές.

Όχι βεβαίως σέ μπαρμπέρη.

Ο έγγονός μου, είχε άγοράσει μιάν μηχανή τήν όποίαν ένίοτε χρησιμοποιώ.

Είχα πολύν καιρό νά κουρευθώ.

Πολλαί τρίχαι. Αί έξι δεκαετίαι μου έχουσιν έπηρεάσει κάπως τό τριχωτόν τής κεφαλής καί έχει σχηματισθή μιά Πελοπόννησος στό μέρος ένθα κάποτε έπαιζε πολλή μπριγιαντίνη.

Δέν άκολουθώ τήν τακτική τού Λαυρέντη Διανέλλου όστις έεεεεεεεεεεεεεεεπιανε τήν μιά άκρη καί… φλούπ τήν έναπέθετε στό χέρσο σκάλπ. Τό άφήνω κενό, άκάλυπτο καθώς καί τήν ματαιοδοξία μου.

Η μόνη κόμπλα παρατηρείται καί παρετηρήθη εντόνως τήν εσχάτη φορά, μέ τίς τρίχες τών ώτων.

Κάλυψαν τό λούκι τού οχετού τών τού βαλανείου υδατων στην μέση τού λουτρού καί επειδή αέρας έκανε ρεύμα – ένεκα ανοικτού παραθύρου – πήγαν καί κόλλησαν στο φώς, φέρνοντας τήν νύκτα 8,5 ώρες νωρίτερον.

Πολλή τρίχα. Μαξιλάρια ντουζίνες τέσσαρες άμα λάχει…

Πέμπτη, Νοέμβριος 10, 2005

Διαπίστωσις

Ύποκειμενικώς, είναι άρκετά μεγάλο τό διάστημα.

Άπό τότε πού, άνορθοδόξως, άντελήφθην ότι ο τσεκάρων κάποια δειγματάκια, δέν ήτο καί έντελώς συνεπής.

Καί τώρα, στήν μοναξιά τής όξειδώσεως τών άνθράκων καί θησαυρών.

A ρέ Γουτέμβέργιε...

Tά βράδια τής Τετάρτης ήσαν αλλά καί είναι λίαν συμπαθητικά. Δέν κόβουμε καί φλέβες βεβαίως, δέν έχουν γεύματα γαλοπούλας ή ακράτων κρεατικών, έχουν όμως τό κατιτίς τους.

Απολάμβανα αυτό τό περιρρέον Τετάρτης πού σέ κάνει νά τό συμπαθής, κλινήρης ή κάλλιον καναπήρης εν σαλονίω.

Άναψα μερικά ρεσώ γιά νά φτιάξω ατμόσφαιρα, τράβηξα κουρτίνες, ίσιωσα καί τά αξίων εκατοστών φρύδια μου, ξανακαναπεδιάστηκα.

Είχε διαφημίσεις ο πρόγραμμας στήν τουβού, ήμουν χαλαρά. Ο αδελφός μου αντί ενός γειά, μπαίνοντας στό δωμάτιον, μού είπε ένα φού σβήνοντας ένα κηρίον. Εγώ όμως τό γειά τό ηυχύθην εγκαρδίως ταυτόχρονα μέ τόν μιλιταριστικόν ήχον τσακμακόπετρας.

- Κάτσε νά σέ βοηθήσω, εγώ πταίω γι’αυτό, μήν σέ κουράζω.

Είπε σιγανά ο αδελφός μου, ο αίρων τήν ευθύνη τού σκότους. Πήρε τόν αναπτήρα γιά ν’ανάψη το κερί αφήνοντας όμως ένα βιβλίο που είχε. Αφήνοντάς το πανω μου, στόν θώρακα μου.

Τελειώνοντας, σηκώθηκε καί πρότεινε τό χέρι του να ξαναπάρη το βιβλίον. Ο ρυθμός όμως περιέργως άλλαξε. Εκμηδενίστηκε. Πάγωσε η χείρα 48 εκατοστα πρό τού FIR vangelakas.

- Τί έγινε ρε;

Αμίλητο όμως τό κοινόν αυτάδελφον, δέν απήντησε ντίπ. Σκαλωμένο γιά μπόλικες στιγμές διαρκείας 18 κυβικών μικρογραμμαρίων υλικού κεριού.

Τά γέλια διακόρευσαν τήν ησυχίαν λίαν αποτόμως, τά σάλια κατέβρεξαν τήν συνεσταλμένη φλογίτσα, οι κινήσεις δυσκόλευαν τό μάτι.

- Ρέ μαλάκα μόλις τώρα, τώρα ρε, είδα κάτι πολύ περίεργο. Πώς είναι νά δής μιά οξιά νά παίζη σκουώς; Ένα καρμπυρατέρ νά γίνεται πεταλούδα χωρίς νά περνά από τό στάδιον τής κάμπιας; Τό νοκια 5510 νά κάνη φωτοσύνθεση πρίν από τό σολάριουμ τού μεσημεριού; Ε, κάπως έτσι ρε Βαγγέλη, ησθάνθην ορών σε μέ τό βιβλίον πάνω σου, στόν θώρακά σου, σάν νά τό διάβαζες, σάν νά είχες διακόψει τήν μελέτη σκεπτόμενος τι. Τώρα συνειδητοποιώ ότι ποτέ μά ποτέ δέν σέ έχω αντικρύσει νά είσαι παρέα μέ κάνα βιβλίο παρέα!

Κι άρχισε ένας σπυροκαλογήρειος γέλως χτυπώντας τά μηλίγγιά μου σέ κάθε χί τού χά. Έπιασα τό βιβλίον του καί τού τό πέταξα στήν μάπα εκνευρισμένος!

Κι αυτός τηρήσας ολύμπιον ύφος στήν απολλώνειο ηρεμία, πλησίασε, έπιασε τό χέρι μου, κύτταξε τά δάκτυλά μου καί φάνηκε νά, ναί πράγματι, μιλά στίς θηλές τών δακτύλων μου:

- Ήταν σίγουρα ιδιαίτερη στιγμή γιά σάς ε; Πώς σάς φάνηκε η πρώτη σας επαφή μέ (υλικόν από) βιβλίο;

Ψάάάάρια πουλάάάω!


Τά ψάρια στό γυαλό, τό τηγάνι στήν φωτιά.

Τετάρτη, Νοέμβριος 09, 2005

Τά κομμάντα!




Τό λοξό καί λάγνο βλέμμα τών αναρχοαυτόνομων/αριστεριστών/κομμουνιστών πρός τό μπάχαλο τών Παρισίων θυμίζει μπατήρη wannabe ζάκια σέ κύκλο πλήρως εξοπλισμένων (όπου νάναι) μαστούρηδων καί σκέψη 50άρας αγάμου κόρης αφικνουμένης επί σχεδίας παρέα μέ 15 άνδρες σέ κοραλιογενή νήσο κατόπιν ναυαγίου.

Ψιλοστάνταρ θεωρείται, αρχίζει ήδη καί σκιαγραφείται χαμόγελο στά χείλη τών επιδόξων ποδηγετών τού χαβαλομπαχάλου. Όντως; Νά γελάσουν φωναχτά; Μπά... Το μέν μαυράκι (τό ακίνδυνον, τό καημένον, τό αθώον, τό ζωογόνον, τό αφελές, τό αναζωογονητικόν, το ζωηρευτικόν, τό δυναμωτικόν, τό τονωτικόν, τό ανανεωτικόν, τό άκακον, τό αβλαβές, τό θρεπτικόν) απεδείχθη ρίγανη καί η νήσος φάνηκε γεμάτη μελαχροινούλες...

Πίσω ψευτόμαγκες!

Χαίρομαι πολύ πού τό vangelakas τό έχω καβατζώσει, σχεδόν έχει κατατεθεί!

Λίαν προνοητικός ο δικός σου.



Αγαπητό euangelos! Μήν μού χαλιέσαι! Εσύ είσαι αρχαιότερον! 66 μήνες καί στίλλ γκόουινγκ να’ούμ’!

Tσίου τσίου!


Δέν ξέρω πόθεν πηγάζει αυτό τό ανεξήγητον πράγματι ενδιαφέρον μου πρός τα πουλιά.

Όλων τών ειδών αλλά περισσότερο στά άγρια. Τά ατίθασα. Τά κατσαντώνικα!

Eχω αφιερώσει μυριάδες προσπαθειών (μέ θετική ή αρνητική κατάληξη) μέ σκοπό τήν ευόδωση του ανωτέρω.

Το ενδιαφέρον άρχίζει από ένα απλούν φιλολογικόν τοιούτο καί φθάνει μέχρι και μιά τελειωμένη αφοσίωση μπροστά στήν οποίαν ο Άργος θά δάγκωνε στό ισχίον τόν άρτι αφιχθέντα Οδυσσέα.

Ο τρέχων μήνας είναι μήνας μέ γκαζιάρικες διαθέσεις. Όσοι πιστοί προσέλθετε!

Xώρος, η λεωφόρος Σχιστού, στόν χώρο τού γιουσουρούμ. Τού γιουσουρούμ μέ τά πουλιά! Κάθε Κυριακή.

Πωπώώώώώ event!

Τρίτη, Νοέμβριος 08, 2005

χ-Εστία


Πήγα εχθές είς τό κέντρον, (όχι καί κεντρότατον κέντρον βεβαίως), είς τήν Σόλωνος, είς τό τής Εστίας βιβλιοπωλείον γιά ν’αλλάξω ένα κακέκτυπον.

Κακέκτυπον τού πρώτου τόμου τού Γιούγκερμαν.

Ανέβαινα τήν Σόλωνος βιαστικά, θαύμασα έναν τρόμπα όστις είχε σταθμεύσει έξωθεν τής σχολής.

Δέν πρόλαβα νά εκφέρω τήν τριών άλφα κλασική ελλαδική λέξι...

19 ζεύγη χειρών, τρυφερών μπρατσώνε, ευσχηματισμένων, καλοκρεατωμένων βραγχιόνων μού κόψαν τήν θέα πρός μιά αφίσα τής Εργατικής Αλληλεγγύης. Βραχιόλια, ωρολόγια swatch, χαϊμαλιά καφέ, χρυσές αλυσσίδες, δερμάτινες καναβουριές πήραν τήν θέση τών βαθυστοχάστων νοημάτων τής αφίσας. Οί χείρες, οι φέρουσες όλα αυτά εξαπλώθηκαν σάν ιός στό σώμα μου, σκαλίζοντας τό χαβανέζικο υποκάμισόν μου επιχειρούσαι βουτιές στό μεσοδιάστημα τών κομβίων. Μιά παλάμη σάν φύλλον λεύκας μέ άρωμα ΜΥΡΤΩ, προέβη είς τό τί παραπάνω καί έκανε διπλό κλίκ στήν θηλή μου. Δέν αφέθηκα – όσο κι άν ήθελα, κάποια άλλη δεσποινίς μέ τόν αντίχειρά της στά χείλη μου, στό κάτω χείλος μου πιό συγκεκριμένως, νά τό κουνά γρήγορα καί ισόχρονα περιοδικά σάν τόν μάστορα τού μπακάρντι. Γι’αυτό καί μια τρίτη μέ αυτοματοποιημένη κίνηση έσπρωξε μαύρο γυαλί στό φεγγαρίσιο πρόσωπόν μου. Μόλις κούμπωσε τό γυαλί πάνω στήν μυτούλα καί ανεπαύθη στά αυτάκια, τότε ακριβώς έγινε.

Ουρανομήκεις στριγγλιές, συνεχείς διαπεραστικές φωνές, τυμπανοσπάζουσες κραυγές, από σύνολο δεσποινίδων χιονοστιβοειδώς αυξανόμενες. Οι πρώτες φωνές έσερναν άλλες μαμαζέλες από πάνω, γέμιζαν οι κλίμακες, καταρρακτωδώς ήρχοντο, ξεχείλησε τό στρεμμάτων πολλών, πεζοδρόμιον τής Σόλωνος.

Βλέποντας όλα αυτά τά καθόλου κουλά (μιάς καί οι έξοδοί μου συνοδεύονται από τρέλλα, παροξυσμό, ελεσντοειδή τσίτα γυναικών πάσης ηλικίας) σκάλωσα λίγο. Δέν μπορώ νά πώ, είμαι συνηθισμένος σέ ανώριμα δείγματα λατρείας, σέ παραχωρήσεις πάσης μορφής, σαρκικής τε καί πνευματικής, σέ όρκους αιωνίου υποταγής στήν τεστοστερόνη μου αλλά αυτό παραήταν! Κινήθηκα, απεσπάσθην ολίγον τί (είμαι καί μπρατσαράς, πού τό πας αυτό; ) έσκισα τό υπουκάμισον καί τό πέταξα πρός τόν μανιασμένα ερεθισμένον όχλο. Οχλος λιγοστευθείς κάμποσον διότι οι λιγοθυμίες άμα τη θεα τού ημιμέλανος στήθους μου, καλογυαλισμένου καί τροχισμένου, ήσαν περίπου ίσαι μέ 8 αμφιθέατρα κυριών. Ο επαπομείνας κόσμος σήκωσε τό κεφάλι, έκλεισε τό μάτι στόν / λόγω ηλίου δίδοντάς μου πολύτιμον χρόνο ώστε νά ξεφύγω. Γρήγορα κατ’αρχήν, μετά αργά, μέ μιά σακούλα (από τίς εκδόσεις Πύρινος Κόσμος) στήν μάπα δι’ευνοήτους λόγους, συνέχισα πρός τά πάνω.

Ούπς! Νά τό 60!

Μπήκα μέσα, είς τό βιβλιοπωλείον, εισπράξας ματιές καυτές σαν μιά στιρέλα, υγρές σάν τό μέριτο (αυτό μέ τήν λαβή), τσιτωτικές σάν δυό μανταλάκια. Έβηξα αποπροσανατολιστικά καί ζήτησα αλλαγή τού βιβλίου. Λόγω τών ματιών χροιάς παριζιάνικων καμπαρέ από πέντε γυναίκες έπρεπε νά ελαχιστοποιήσω τήν παραμονή μου εκεί. Πήρα τό καινό (καί αρτιμελές) βιβλίον καί τόν πούλο.

Γι’αυτό λοιπόν δέν μπόρεσα νά ρωτήσω τούς εκεί υπευθύνους...

Γιατί η «Εστία» έχει εκδώσει τόν «Κίτρινο Φάκελλον» σέ δύο τόμους ενώ τό «10» σέ έναν; Ειδικά ο δεύτερος τόμος τού Φακέλλου είναι πολύ μικρός – θά μπορούσε νά γίνουν οι δύο, ένας. Καί πάλι, τό σύνολο είναι μικρότερον τού «10»...

Καί στήν φουφού τού καστανά...

Πολύ συχνά, από προσωπικότητες προοδευτικές, ανοικτόμυαλες, ανεκτικές, χαρισματικές, προικισμένες, ταλαντούχες, τήν αλήθειαν γνωρίζουσες καθώς επίσης καί τό νόημα τής ζωής (πόντυ πάιθονς επηρεάζοντες) ακούμε διάφορα.Ένα από αυτό είναι...

Γιατί η εκκλησία πρέπει νά έχη λόγον επί παντός επιστητού ;

Γιατί πρέπει νά στηλιτεύη τίς προσπάθειες εισόδου τής Τουρκίας στάς Ευρώπας; Χαλιέται μέ έναν περαιτέρω εκπολιτισμό τών ευρωπαίων από τό έθνος - λίκνον τού Σοπενχάουερ, τού Λίστ, τού Σωκράτους καί τού Χατζηπαναγή; Τέλος πάντων!


Πλήθος κι άλλα τά επιχειρήματα... Από ανθρώπους προοδευτικές, ανοικτόμυαλες, ανεκτικές, χαρισματικές, προικισμένος, ταλαντουχες... (πωπώώώώώ! Ξέχασα νά αλλάξω τό γένος!) Οι οποίοι άνθρωποι αυτής τής συνομοταξίας έχουν μιά εντελώς μπομπάτη πρόσβαση στά μέσα μαζικής επικοινωνίας (γκούχου γκούχου) Γι’αυτό, στήν πολλάκις αυτόκλητον αλλά καί μέ ανιδιοτέλειαν προσπάθεια υπερασπίσεως τού κοσμάκη πού δέν ξέρει (διότι μόνον αυτοί ξέρουν ταλαντούχοι όντες remember?? Hello????!!!) προβάλλουν στά μέσα, τίς αγενείς παρεμβάσεις τής εκκλησίας.

Καί καταλήγουν, λέγοντες:

Αρμοδιότης καί μόνον τών τράγων δέον νά είη τό θυμίαμα εικόνων. Τίποτε περισσότερο.

Άς τό δεχθούμε – γιά τήν οικονομία τής συζήτησης. (καί τί συζήτηση εεεε;)

Όταν όμως ο τράγος μπαίνει σέ μιά περίεργη φάση (αχ αυτός ο ανάδρομος Ερμέας...) καί δημιουργεί συνθήκες ώστε σέ ένα news letter νά διαβασθή τό εξής:

Η μεγάλη απήχηση και ανταπόκριση από το λαό της Θράκης που έχει η πρωτοβουλία της Εκκλησίας της Ελλάδος να ενισχύει οικονομικά τις οικογένειες που αποκτούν τρίτο παιδί, οδήγησε την Ιερά Σύνοδο στην απόφαση (3/11/2004) να επεκτείνει το πρόγραμμα σε επί πλέον 47 οικογένειες. Συνολικά ο αριθμός των οικογενειών που επιδοτούνται έφθασε τις 870 και το συνολικό ποσό της επιδότησης τα 203.580 ΕΥΡΩ το δίμηνο.

Τότε ο προοδευτικός, ανοικτόμυαλος, ανεκτικός, χαρισματικός, προικισμένος, ταλαντούχος προσβασούχος στά ΜΜΕ κάνει γαργάρα κάτι τέτοιο. Πιάνει τό χαρτί τού φαξ τής ειδήσεως, τό στρίβει καί βάζει μέσα κάστανα δεκαετούς φουφούδος. Κι όταν τελειώσουν τά κάστανα, τσακίζει τό χαρτί καί τό χρησιμοποιεί ώς οδοντογλυφίδα (βάσανο τό κάστανο γιά τά δοντάκια μας.)

Δέν ανήκω στήν συνομοταξία τών ανωτέρω. Δέν είμαι προοδευτικός, ανοικτόμυαλος, ανεκτικός, χαρισματικός, προικισμένος, ταλαντούχος γι’αυτό καί δέν «πιάνω» πολλά. Αλλά αυτά τά ελάχιστα πού γραπώνω, δέν τά σφίγγω κι αυτά δέν μού κρατάνε μούτρα. Έτσι λοιπόν, τό πτωχόν μου υπόβαθρον μέ σκουντά τονίζοντας ότι η πριμοδότησις τών πολυτέκνων είναι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ αρμοδιότης τού κράτους. Τί δουλειά έχει η εκκλησία δέν είπαμε ότι δέον λιβανίη εικονίσματα ΜΟΝΟΝ; Μήπως θά ζητηθή οσονούπω κι από τούς φιλοτελιστάς νά δίδηται συνδρομή πρός τούς αναξιοπαθούντες τού ευτυχεστάτου, κατά τ’άλλα, κράτους; Κι από τούς ασφαλισμένους στήν ιντεραμέρικαν; Οι έχοντες πλέη στέισον; Μήπως κι αυτοί πρέπει νά βοηθήσουν; Φαντάζομαι ότι θά ζητηθή οβολός κι από τούς αριστερόχειρες πρώην πεζικάριους.

Ενώπιον τού παραδόξου τούτου, νά βοηθά η εκκλησία δηλαδής, οι προαναφερθέντες αστέρες κάνουν τό τρισένδοξον κοκοκο! Γλέιφουν δάκτυλο, παλάμη άμα λάχει καί στερεοποιούν υγρές ανομίες, εξερευνούν τό ανδρικό σημείο G.

Μαλάκας είσαι;

ΥΓ: Σαφώς καί τό ανωτέρω δέν δικαιολογεί τήν ορθή διαχείριση τής περιουσίας τής εκκλησίας. Αλλά προσπαθεί νά συνέλθη από τήν εμετική νοοτροπία, συμπεριφορά τών Α.Ρ.Δ.

Κυριακή, Νοέμβριος 06, 2005

Όλίγον άπό Σαχάρα


Εχει μεινει πολύ πισω (μα παρα πολύ λεμε), τό προτζεκτακι νά αποστηθισω οοοοοοοοοοοοολο τό «Γυριστε τον Γαλαξια μέ ωτο στοπ» καί πολύ στενοχωριεμαι.

Είναι βραδυ. Ενδεκα παρα πεντε καί κρυωνω.

Πλην ενός μελανος φανελλακιου, φορω ανοιχτομπεζ πυζαμα μέ δυο παραλληλες γραμμες παχους 1,2 εκατοστων εκαστη χρωματος πετρολ η μεν, γκρι η δε.

Στο καπακι εσπρωξα άλλη μιά (μαλλινη) μπλουζα, αποστρατευθεισα 2-3 χρονια, εχει βγαλει αυτά τα αχωνευτα σγρομπαλακια εδώ μπροστα, δέν μπορω όμως νά την πεταξω. Εχω δεθει μαζυ της. Πολύ. Είναι καί ωραιου (πολύ ωραιου) χρωματος. Μπλε ρουα.

Πολύ κρυο λοιπον. Δέν αναβω όμως τό καλοριφερ. Γιατι νά τό κανω; Κρυωνω; Βαζω μπλουζες! Ειμαι μέ μια καί εξακολουθω νά κρυωνω; Βαζω κι άλλη! Κρυωνω παλι; Βαζω ένα μεγαααααλο φουτερ μέ φερμουαρ μπροστα. Εξακολουθω νά κρυωνω; Ψαχνω γιά κατι που νά κατση πανω άπό οοοολα αυτά που εχω ηδη φορεσει. Δέν χωραει τιποτε; Τιποτε; Γιά ψαξε καλλιτερα! Αντε, μέ την κινηση θα ζεσταθης! Τελικα; Τελικα δέν βρηκα τιποτε! Καί τωρα; Κρυωνω ! Ακομη καί μέ τοσα πανω μου. Σέ αυτές τίς εξαντρικ φασεις μεταφερω μιά φλοκατη άπό τον τοιχο η ακομη πιανω μέ χερια κουπια μου τό χαλι της σαλας καί τυλιγομαι! Τί στον πουστη! Ελλας είναι εδώ! Όχι Γροιλανδια… Καποια στιγμη θα ερθουμε στα ισα μας! Μέ αυτά καί αυτά εχω καταφερει πετρελαιο στον καυστηρα νά εχω νά βαλω άπό… Χμμμμ… Άπό… Δέν θυμαμαι ακριβως. Παντως τα ρεστα τοτε ηταν πεντακοσαρικο… Ναί ναί! Σέ αυτό ειμαι βεβαιος. Καί μαλιστα όχι πεντακοσαρικο μέ τον Καποδιστρια αλλα μέ την Δημητρα… Την Θεα…

Θα την βρουμε την ακρη λοιπον. Εδώ Ελλας! Κλιμα ευκρατον! Κρυα σπανια. Τωρα όμως όχι. Κρυωνω. Ειμαι στην φαση πριν άπό την φλοκατη… Ας περιμενω όμως λιγο. Χαλαρωσε Βαγγελη. Παρε ανασες. Ελα σέ παρακαλω… Δέν λεει νά γυρισω τον θερμοστατη διπλα άπό την βιβλιοθηκη. Μεγιστη ανομια η σπαταλη!

Νομιζω όμως ότι αρχιζω καί υπερβαινω καποια ορια. Μολις τωρα ηρθε εδώ η κορη μου καί αφησε τό ουρσους της πανω στην μυτη μου γιά νά μήν λειωσουν τα παγακια, ειπε. Παει στην ΕΒΓΑ της γειτονιας νά τηλεφωνηση στον λεγαμενο. Χμμμμ… Όταν θα επανελθη ο στομας μου σέ δυνατοτητα, ευκολια κινησεως καί βεβαιως επανελθη καί η κορη μου άπό τό ψιλικατζιδικο θα ακουση την 25η ραψωδια της Ιλιαδος!

Ασε που πειναω κιολας. Αλλα ο πονος της πεινος είναι μικροτερος του πονου εκ της μουρμουρας της γυναικας μου όταν θα μέ δη νά τρωγω. Είναι κατι επωδυνα επωδυνο οι σαιτες άπό την φαρετρα του στοματος. «Δέν είναι μονο γεροντοπαχα, θα παθης καρδια, δέν βλεπεις τό πουλι σου ενεκα της κοιλιας σου, θα σκασης, θα πλανταξης, σέ σιχαινομαι τερας, ειχα αλλα ονειρα, μέ κατεστρεψες.» Α ρε Ριτα Χευγουωρθ! Την γλυτωσες την παρτιδα! Την γλυτωσες χαρη σέ καποι σουβλακια μου καί συν αυτά συμπεριφορα μου…

Τωρα που τό καλοσκεφτομαι όμως, μηπως κι αυτης ο στομας παγωμενος είναι καί είναι αδυνατη η αποψινη κρεβατομουρμουρα; Μαλλον ναί. Αλλα όμως, εάν ετσι, όλα, τοτε ποθεν θα μπουκαρουν τα τυροπιττακια; Κι ο δικος μου στομας πετρα είναι.

Όλα του γαμου δυσκολα γαμωτη μου.

Υπέρ τών ευσεβεστάτων...

Κατω άπό την σακουλα μέ τόν ανηθο, διπλα άπό τό ραπανακι καί τα ωα ειδα ένα χαρτι μέ λεκε άπό καφε.

Τό εφερα μπροστα μου, τό κυτταξα, ητο ένα τηλεγραφημα άπό τον υιο μου.

- Γαμω την λαικη του Σαββατου!

Γρυλισα καί ανοιξα τό χαρτι ανυπομονα.

«Αγαπητη μου συζυγατα, υιε, πατερ καί μαμμμμμμμα!

Εδώ ολα κομπλε!

Η καθετη παει συννεφο, η μαυρη, ντουμανι.

Σας ευχομαι καλος χριστουγεννος καί ευτυχες ο νεος ετος.

(δέν ξερω ποτε θα ξαναβρεθουμε σέ ακτινα τηλεπικοινωνιακης δυνατοτητος, αστε που εχει ληξει καί η συνδρομη μας στον δορυφορο «Νικος Μπελογιαννης» Σας προλαμβανω λοιπον!)

Σας σκεφτομαι συνεχεια εδώ που ειμαι. (τό εδώ δέν είναι ιδιο μέ τό εδώ που σας ανεφερα στην αρχη. Απεμακρυνθημεν 2,5 ναυτικα μιλια εκτοτε)

Εσενα, Ματθιλδη, τίς μικρες ωρες κυριως.

Γεια σας.»

Τσαλακωσα τό χαρτι γρηγορα, ένα δακρυ που κυλησε κι επεσε, χαθηκε μεσα στον μπογο, στην ακανονιστη σφαιρα, στο τεως τηλεγραφημα, μουλιαζοντας την λεξη «Ματθιλδη».

Δέν θα τό εδειχνα πουθενα. Δέν ηθελα αναλογως νά νοιωσουν οι δικοι μου. Μπορει νά μπαιναν ιδεες καί στην νυφη μου μέ αυτό που κατακλειδιζε ο γιοκας μ’. Τιποτε σέ κανεναν λοιπον, παρα μονον ότι τηλεφωνικως επεκοινωνησε μαζυ μου.

Πεταξα τό χαρτι στο καστορινο τζακι καί εσουρα την καρεκλα σουρωνοντας την φλοκατη. Καθησα, εφερα τους αγκωνιδοι στην τραπεζα καί τας παλαμας στο μετωπο. Τό ρυτιδιασμενο μετωπο του οποιου εμελε νά σχηματισθη ιδεα άπό μιά καινη ρυτιδα.

Που θα παη αυτή η καταστασις;

Κυριως, τί θα γινη μέ τό παιδι;

Ο εγγονας μου πληρουσε πασα προυποθεση γιά νά τον χαρακτηρισης ανενδοιαστως τσογλανι, μπασταρδακο, ημιλαμογιο, απατεωνισκο, τσατσακι, ψιλορεμαλι, αλητακο, χαμινιδην, τσαρλατάνον, απατεώνα, κομπογιαννίτην αγύρτην, ζαβολιαρην, κομπιναδορον, καθαρματακον, τσουρνιαρην, κατεργάρην, μελλοκαταχραστην, φουμαροπουλα, πανουργον, λουφαδόρον, μπαγαπόντην…

Μαζεψα καποιες φουντες ροκας, βαζοντας τες μεσα στην μαναβοχαρτοσακουλα. Εφερα τό τασακι μπροστα μου, τό κιτρινο τασακι μέ την σταμπα : «κυρ-Λεωνιδα τό εχεις κοψει 18 χρονια!»

Τό παιδι, τό παιδι! Αυτή η μοναδικη σκεψις… Παντοτε ητο ατιθασον, απροσαρμοστο, ανεξαρτητον. Τον τελευταιο καιρο τό παρακανε όμως. Η αρχη του τελευταιου καιρου δέν θυμαμαι ποτε ητο. Θυμαμαι όμως πως ξεκινησε. Ειχε κανει μιαν ερωτησιν. Μιαν παρατηρηση γιά νά ειμαι ακριβης.

- Μαμα, γιατι μου ειπατε ψεμματα γιά τό πως γεννιουνται τα παιδακια;

Ακουγεται πολύ αθωο αλλα όταν κατι τετοιο ο άλλος τό ρωτα στα 23 του, όταν μερικοι 23χρονοι εχουν ηδη παιδια (σπανιως σημερα βεβαιως), τοτε παραξενευει.

Κι αυτό καναμε. Παραξενευτηκαμε.

Ηταν όμως η αρχη. Κλειστηκε στο δωματιο του εκτοτε, αρνουμενος πεισματικως νά βγη. Όχι ότι τον πιεσαμε καί πολύ νά ανακαλεση - βλεπεις ειχε συμπεσει μέ μιά περιοδο καθ’ην ο πατηρ του ειχε επιστρεψει μετα άπό 49 μηνες ποσταλιου στην γαια του πυρος. Οι γονεις του ηθελον μιά καποια privacy. Την εξεδηλωναν ουχι μονον δι’ορθοδοξων τροπων σέ συνηθη μερη, αλλα κυριως στα 3 μπαροκ σαλονια του μεγαρου μας, στον διαδρομον εμπροσθεν ενός βικτωριανου καθρεπτου, επι του – ανοικτου – θυροτηλεφωνου, ινα σκανδαλιζωνται οι σκουπιδιαραιοι καί στο μπαλκονι ποτιζοντες γαρδενιες.

Ο εγγονας βγηκε αποτομα ένα απογευμα ενώ στην ΝΕΤ βλεπαμε τό δελτιο γιά κωφους. Ο υιος μου καπνιζε τό στερνο σιγαρεττο πανω στην σιφινιερα κι η νυφη μου – η Ματθιλδη - μπανιαριζετο. Ενεφανισθη μέ μυστακα κολοκοτρωνεικον (ξυριζοταν τίς νυκτες) ένα υποκαμισον πορφυρον, φουστανελα ευζωνου των ανακτορων. Στα χερια του ειχε μιά υποτυπωδη γλαστρουλα, ένα αδειο πλαστικο δοχειο άπό υγιαρτον ΦΑΓΕ. (αγελαδιτσα ητο θαρρω). Η γλαστρουλα ειχε καποιους πρασινους μισχους. Τρυφερουδια. Πλησιασε, μας προσεγγισε καί χωρις ουτε μιά στιγμη νά μας κυτταξη στα ματια, μας εξηγουσε τό θαυμα (όπως τό χαρακτηρισε) της γενεσεως της ζωης. Μέ τα ανθυπελαχιστα τα οποια ενθυμουμην στην βοτανικη, εκ του σχολαρχειου Γαυδου, αυτά τα οποια μας ελεγε θυμιζαν περισσοτερον θεματολογια φορμουλας 1 παρα φυτολογια. Δέν μπορουσαμε όμως νά υποδαυλισουμε κι άλλες εριδες. Χαμογελασαμε μπροστα σέ ο,τι λεκτοριαζε καί διακριτικογελασαμε όταν ειδαμε την μητερα του, εξερχομενη του μπανιου κορεσμενη εκ πασης κοκονικης διαθεσεως, νά λεη ως άλλη Ελενη Ζαφειριου: «Παιδι μου!» καί νά τρεχη πρός τον μουστακια καθηγητιζοντα εγγονα μου, μέ ανοικτην αγκαλη. Φευ! Η καταληξις δέν ητο η ποθουμενη. Βηματος επιταχυθεντος, αγκαλης διαπλατυνθεισης, συνδρομη του χαλαρου δεσιματος του μπουρνουζιου, ο εις μαστος (λιαν βαρυς γαρ) ημιαποκαλυφθεις εις την ομηγυριν, εκανε τον υιον μου νά χλιμιντριση, νά πεταχτη, νά αρπαξη την νυφη μου – την Ματθιλδη, ε; - καί κρατωντας τό στηθος της ως λαγουδερα, νά κατευθυνθωσιν πρός την κρεββατοκαμαρα μη κρατωντας καν τα προσχηματα. Εξαλλου αυτό τό οποιο κρατουσε ο γιοκας μ’ γεμοζε καί παραγεμοζε τίς παλαμες του. Που χωρος γιά προσχηματα.

Ο εγγονας σηκωθηκε καί μέ κυτταξε καταματα. Λεπιδι η ματια του, μέ τετοιες οξειες κινησεις, επιασε τό φυτο άπό πανω, τό ξεριζωσε καί τό πεταξε εξω. Οι φακες (φακες ησαν τελικως) σπαρταρουσαν στο τραπεζακι της αυλης κανοντας μερικες κεραμιδογατες νά γλειφωνται.

Οι επομενες ημερες μέ αγχωσαν περισσοτερο. Όχι μονο δέν εξηρχετο αλλα δέν ηκουγετο κιολας. Τό βαπορι του υιου μου παρεμενε γιά καποιες παραπανω επιδιορθωσεις, (ηθελε ο πλοιοκτητης νά σκαλιση στην πρυμνη του παποριου την Τσιτσιολινα καί στην πλωρη τόν Ανδρεα Παπανδρεου.) Αυτό τον διευκολυνε νά συνεχιση νά ανταλλαση σωματικα υγρα μετα της νυφης μου – ναί ναί, η Ματθιλδη – καί νά θυμαται την λεξιν υιος μονον όταν εσπαγε τό προφυλακτικον.

Μιά Κυριακη νεφελωδη, μπαμπουνιαρικη καί κλειστοφοβιαν θεραπευουσα, ειχα στην τηλεορασιν Καναλι 29. Ητο η επισκοπησις του κυριακατικου τυπου μέ τον Χαρη Πασβαντιδη. Την στιγμη που ο ποντιος τηλεπαρουσιαστης (προτυπο γιά τον Λαρυ Κινγκ) ξεκινησε νά μεταφερη τα της Αυριανης, ανοιξε η θυρα του δωματιου του εγγονα κι αυτος μέ βημα ταχυ ηλθεν εν σαλονιω, καθησας σέ μιαν αιγυπτιακην μαξιλαρα καί καθηλωσε τό βλεμμα του στην υγρων κρυσταλλων οθονη. Κατοπιν του πρωτου παγωματος, καταφερα νά εγερθω ανευ κουβεντας καί νά παω εις τό δωματιον του. Ηξερα ότι δέν ειχα χρονο γι’αυτό καί επεσπευσα τό οποια μου. Την πορεια μου διεκοψε καί όχι επιβραδυνε η μυρωδια ητις σιγα σιγα διεχεετο στο υπολοιπον σπιτι. Θυμηθηκα τα νειατα μου ξαφνικα, καποια φαια νειατα συναντωμενα στην Ροδοπη καί Εβρο όταν υπηρετουν τα στρατα. Τό ληγμενο ποδαρικο οξυ που κατεκλυε την μυτη μου, δέν ειχε καμια σχεση μέ τα τοτε, μπορουσε νά συναγωνισθη καί νά κερδιση συνολο μυρωδιων άπό ζευγη (απλυτων) πατουσων 2 ταξιαρχιων πεδινου πυροβολικου. Αυτό ηταν τό πρωτο που βιωσα. Εν συνεχεια, κυτταξα μεσα. Οι κουβερτες – τρεις – ειχαν πανω τους καποιες αγελες οικοσιτων ψειρων (οι οποιες επαιρναν τό πρωινο τους γαλα), η μοκετα φιλοξενουσε καποια αταξινομητα εντομα σεβαστου μηκους καί οι τοιχοι γεματοι άπό διαφορα βανγκωγκεια σχεδιακια γιά τα οποια χρειαστηκα μερικα δευτερολεπτα γιά νά αντιληφθω ότι πρωτη υλη ειχαν υγρα μυτης. Καί εκει, ψηλα εκει στην ακμη του ταβανιου τό εικονοστασι μέ τον προφητη Μωαμεθ καί 8 ουρι διπλα του δέν ηταν όπως τό ηξερα. Ειχαν φυγει όλα καί την θεσιν των ειχε παρει τό διπλωμα γεωπονιας ενός ξαδελφου του ο οποιος ειχε εξαφανισθη προ 3ετιας καί μιά καναβουρια. Μιά φωτογραφια καναβουριας. Τό σφιξιμο στην μυτη πηγε καί στο στομαχι μου. Δέν ηξερα τί νά πω, τί νά σκεφτω, τί νά κανω… Πισωπατησα καί πηγα στη κουζινα γιά νερο. Τό περιε ηταν τζαμι καί με τονωσε καπως. Πηρα ένα ρεντ μπουλ καί πρός σαλονιω.

Ειδα τον εγγονα νά ψαχνη τα βυνιλια. Γρηγορα πολύ νά ξεψαχνιζη τους δισκοι όπως παντα εκανε στην Ηφαιστου γιά καναν ξεχασμενο του Διονυσιου. Μέ αντεληφθη ότι ημουν εκει καί γυρισε.

- Που είναι η Καρμινα Μπουρανα;

Πλησιασα καί κυτταξα στο «Κ».

- Εδώ αγορι μου.

- Όχι αγορι μου! Προεδρε μου νά μέ λες! Προεδρος στο εξης! Μέ καταλαβες;

Δέν θα μπορουσα νά μήν καταλαβω. Τό μπαγιατικο βλεμμα του παρειχε πολλες εξηγησεις, πηγες, παραπομπες.

- Φωναξε τους αλλοι.

Χωρις χρονοτριβη σέ χρονο ντετε σκασαν μυτη οι γονεις του. Ο γιοκας μ’ καί η νυφη μου – ναί! Η Ματθιλδη! Μας εβαλε νά καθησωμε καί ζητησε νά καλεσω την γυναικα μου στο χωριο. Θα ακουγε κι αυτή δι’ανοικτης ακροασεως.

Ο παροξυσμος ηταν πρωτοφαντος. Ιστατο ορθιος, τεντωνε τίς πατουσες νά παρη υψος, τό χερια ψηλα μέ τίς παλαμες καί τα δακτυλα αυτων τεντωμενα νά εξηγη μιά καινη (μα διολου κενη όπως ελεγε) κοσμοβιοθεωρια. Δέν θυμαμαι ποση ωρα κρατησε τό του παραλογου θεατρον. Ο κουκος βγηκε παντως πεντακις. Τρις γιά την ωρα καί δις γιά νά ζητηση καναβουρι. Ειχα αρχισει νά πειναω, όταν τόν ειδα νά καταρρεη στην πολυθρονα – όχι τον πειναλεοντα κουκο. Πηρε μιά ανασα, ηγερθη παλι καί στο πικαπ εβαλε την βελονα στο ορθον αυλακι.

Γυρισε πρός εμας. Μέ κλειστους οφθαλμους παντα, απλωσε τα χερια καί πεταξε ένα πορευθεντες μαθητευσατε παντα τα καθηκια καί ελατε πισω μέ τρια σουβλακια άπό τον Εντυ. Ανοιξε τον ένα οφθαλμο, μας ειδε ακινητους καί προσεγγισας ημας, μας εσπρωξε εξω. Μειναμε εκει, στο κρυον αμιλητοι, η νυφη μου – ω ναί! Η Ματθιλδη – κρυωνε μέ μονο τό σεντονι πανω της. Αγαλλιασαμε πρός στιγμην όταν ειδαμε την θυρα νά ανοιγη παλι. Λογικευτηκε τό παιδι μας!

- Καί που’στε! Καί μιά κολα λαιτ!

Η οδηγια μας ηταν νά γινη οσο τό δυνατον διακριτικα, οι φωνες του όμως καθως τον εβγαζαν εξω φορειοδως νοσοκομοι άπό τό Δρομοκαιτειον εφεραν ματια πολλα στα παραθυρα. Κι εμεις εν μεσω ντροπης καί ανακουφισεως επιστρεψαμε σπιτι.

Τωρα όλα αυτά είναι παρελθον. Όχι η αρρωστεια του εγγονα. Τα γεγονοτα. Δέν ταλανιζομεθα βεβαιως εξισου μαυριλεα αλλα ειμεθα πιο καλα. Οσο όμως αυτος ο γιοκας μ’ δέν επιστρεφει… Φοβαμαι πολύ. Τρομαζω μπροστα στην σκεψι καί μονο ότι μπορει νά ξανακυληση ο παις του. Μιλησαμε σέ καποιον βουλευτη της περιφερειας μας καί τον βαλαμε, τον βολεψαμε σέ καποια θεση. Στον δημο. Είναι ο εβδομος άπό τους 6 νοματαιους που κυτταν τους επιλοιπους 9 οι οποιοι παρατηρουν τους 5 οι οποιοι επιστατουν τον τυχερο οστις καθαριζει σκατα ουραγκοταγκου άπό δρομον της περιοχης μας. Καί επειδη ουραγκοταγκοι στην ευρυτερα περιοχη του λεκανοπεδιου δέν εχουν παρατηρηθει άπό την εποχη του τελευταιου βασιλεως των Αθηνων, Καδμου, εχει αποσπασθη αυτή η ομας σέ επιδιορθωσεις φρεατιων των οδων. Μέ την ιδια συνθεση. Οι 6 τους 9, οι 9 τους 5 καί οι 5 τον έναν. Α! Υπαρχει άλλος ενας ενας, ο εγγονας μου!

Στο βιογραφικο που στειλαμε η φωτο του ητο αυτή:


Καί τωρα; Τί;

Καλα Χριστουγεννα άπό αρχας Σεπτεμβριου;

Πως θα τό ελεγα στον εγγονα; Επρεπε νά ευρισκα τροπο νά τό μεταφερω ώστε ανωδυνως νά τό εδεχετο. Η αγαπημενη σαλατα ροκας μέ τριμενο μηλο, παστα ελιας, τοματα καί κεφαλοτυρι μπορει νά βοηθουσε… Επιτακτικεζε όμως νά επινοουσα τροπον.

Ο νομος του Μερφυ μέ επεσκεφθη μαζυ μέ τα κλειδια στην πορτα. Ητο ο εγγονας! Εντρομος, τακτοποιησα την τραπεζα καί τό τασακι στην βιτρινα. Τα βηματα πλησιασαν καί νά! Τον ειχα μπροστα μου. Δέν ειχα καί λιγο νά τον καμαρωσω. Μεσα σέ αυτην την ολοσωμη φορμα την λεκιασμενη (άπό καφε, τυροπιττες, κορνεδες κι ένα λεχματζουν) ανεδεικνυετο ο λεβεντης προλεταριος!

Πηρα τό κομπολοι στα χερια μου, αρχισα νά θορυβοποιω.

Καί μπλα μπλα μπλα, εριχνα χαντροειδως διαφορα ξωφαλτσα περι ναυτιλιας, θαλασσων, ωκεανων, Κρεουζη καί Ριχτερ, Κουρκουλου καί Κατρακη/Καλογηρου, γιά Καββαδια, γιά Μικρουτσικο, γιά πειρατες της Καραιβικης, γιά φαρων αναλαμπες, γιά δραμαμινες, γιά υπεραριθμους, γιά αγονη γραμμη, γιά τον Οινωπα Ποντο, γι’απελευθερωση των θαλασσιων συγκοινωνιων, πεταξα κι ένα εν μεσω βηχα, γιά χριστουγεννιατικα καλαντα δικην εισαγωγης. Θαρρος μου εδωσε τό κατσαρο γελακι του σέ κάθε σχολιο μου. Κι όταν τό πηρα αποφαση καί του ειπα, του τό εσκασα ότι καί αυτά τα χριστουγεννα, ο πατηρ του, ο γιοκας μ’ δηλαδη θα φαη γαλον μεσωκεανις καί ουχι μεθ’ημων τοτε…

Τοτε, βλεποντας νά κυανιζη τό ματι του εγγονα, ενοιωσα σάν ταρανδος στο ελκηθρο του αη Βασιλη. Μέ δυνατες καμτσικιες στην πλατη, στο προσωπο. Τόν ειδα νά καθεται στο πατωμα, μέ τό χερι νά ανακατευη τα μαλλια του, νά αλληθωριζη, νά τσιτωνη ένα νευρο στον λαιμο του καί νά μου φωναζη:

- Μα μουσουλμανοι ειμεθα ρε παππου!




Ακακιεεεε! Τα μακαρόνια νά είναι ντηζελ!

Αλουμινόχαρτο λύγισε.

Χέρι βούτηξε.

Κανελλονι αρπάχτηκε.

Γνάθοι τεντωθήκαν.

Στόμας γέμισε.

Δόντια δούλεψαν.

Γκλούπ!

Έτσι ακριβώς έγινε;

Χμμμ.. Όχι… Ανάμεσα στο τρίτο καί τό τέταρτο βήμα, εκεί πού τό κανελλονι καβατζωθηκε, τσαλακώθηκε λίγο καί…

Κι ένα μικρούλι, ένα κομματάκι κυμά, ξέφυγε. Κατρακύλησε, έπεσε. Τό είδα όμως. Τό έπιασα καί τό σαβουριασα σέ μιά σακούλα.

Τό βλέμμα όμως, τό βλέμμα τού κυμά, εκείνου τού φερελπιδος τμήματος γεμίσεως μέ στοίχειωσε. Μέ πάγωσε. Μέ συμπλεγμάτισε. Πολύ.

Σάν νά μού έλεγε…


Όταν τό πρωί της ψεσινής, η κυρά σου ήρθε στο κρεοπωλείον του Χαρίδημου νά ψωνίση, άπό τό άρωμά της βεβαιωθην ότι θα καταλήγαμε στα καλλίτερα. Δέν είναι υπερβολή νά είπω ότι ένοιωσα – γιά μιά μικρή στιγμούλα – σάν μέρος πεντελικής λευκότατης ακατέργαστης ύλης στα χέρια εργατών στο ακρον της πόλεως. Μέ προορισμόν μιά Καρυάτιδα ή ένα άτι στην ζωοφόρον του ναού. Είναι όντως βλασφημία νά παραλληλίσω τό μεσημβρινόν φαγητόν μέ τον Παρθενώνα, τί νά κάνω όμως; Ευαρεστήθην. Κι ήρθες έσύ, γαργαντουας άπό τους λίγους, Τζένγκις Χαν των κουζινών, Αττίλας των γευμάτων, Στάλιν του τσελεμεντέ, Πωλ Ποτ της γαστρονομίας νά στειλης όλα τα όνειρα ενός ταπεινού τεύχους κύμα, στον κάδο ανακυκλώσεως. Κατηραμένος νά είσαι είς τον αιώνα τον άπαντα καί κανελλονια νά ερινυάζουν τα ονείρατά σου. Κλάψ!

Πάει κι αυτή η Κυριακή...


Ομολογουμενως κάτι θα ήξερε ο Ποπη Αστεριαδη.

Ένδεκα ώρες προ της τυπικής αποχαιρετουρας της, η Κυριακή μας την έκανε. Πολύ άσχημα, παρά πολύ, αι Κυριακαι είναι πολυτιμαι, δέν έχομεν την πολυτέλεια ούτε μισή νά αφήνωμε νά go.

Δέν θα μπορούσε όμως νά γινη διαφορετικά.

Τό blame θα τό ριξωμε παραγαδιστι εις τα χωρικά ύδατα της 22ας καί 23ης σελίδας της σημερινής κυριακατικης Ελευθεριαζουσοτυπιας.

Στα 120 τετραγωνικά εκατοστά (επί δυο περίπου), σέ 16 αρθρίδια, 4 φωτός καί 2 γελοιογραφίες δέν…

… δέν αναφέρθηκε, (once more) ο σκοτεινός, ύπουλος, οπισθοδρομικός ρόλος του Χριστοδούλου.

Γαμωτο!

Πάει κι αυτή η Κυριακή, καί η χαρά μας πάει

Κι ήτανε τόσο βιαστική, όπως καί κάθε Κυριακή

που πριν την ζήσουμε περνάει

Πάει κι αυτή η Κυριακή, κι άς καρτερούμε μιαν άλλη

Που θάναι ολόκληρη ζωή, που θάναι απέραντη εορτή

Μια Κυριακή τόσο μεγάλη

Κι όλο περιμένει πάλι τήν στιγμή…

Φλίπ φλίπ φλίπ, κατρακυλάνε αι ρανίδες τής θελήσεως, τής επιθυμίας, τής λαχτάρας σέ στιγμές, κατάστασι, περιβάλλον Ιθάκης.

Κι αυτός/ή κυττά ψηλά, έξω, νά μαρτυρήση άνεσι.

Άς μήν ξεχνάμε, νά μήν παραβλέπωμε τό έξής:

Δέν αρκεί, δέν είναι κατάληξις τό νά έλλιμενισθής.

Βρίσκοντας τήν Ιθάκη καί φθάνοντας, κατεβαίνοντας άπό τό παπόρι, τίποτε δέν τελειώνει εκεί. Αντιθέτως. Όλα τότε αρχίζουν. Ποιός παραμένει στό λιμάνι εξάλλου; Τό μετά, οι βόλτες, η εξερεύνηση, οι τσάρκες στήν ενδοχώρα είναι τό φλέγον.

Άλλοίμονο έάν άρκούμεθα μόνον στόν λιμένα.

Σάββατο, Νοέμβριος 05, 2005

Άνθη τού κακού.


Μιά άνάπηρη γυναίκα μέ εγκαύματα στο νοσοκομείο, λέει.

Γι’ αυτήν δέν θά συμβή τίποτε.

Διότι πλήν του ότι δέν έχασε την ζωή της, είναι ανάπηρη όπως προείπαμε. Δηλαδή έκ των πραγμάτων, δέν μπορούσε νά τρέξη όταν είδε τά άτομακια νά τής στέλνουν πεσκέσι κάποιες μολότωφ στο λεωφορείο όπου ήταν.

Έάν δέν ήταν ανάπηρη καί έτρεχε γιά νά προφυλαχθή-κρυφτή κάπου, μπορεί λόγω λανθασμένων υπολογισμών της, νά έπεφτε σέ κάποια λίμνη (=πνιγμός), νά έπεφτε άπό κάποια ταράτσα (=πολλαπλά κατάγματα), νά έπεφτε σέ τίποτε γυμνά καλώδια (=ηλεκτροπληξία).

Καί τότε θά ξεκινούσαν έκ νέου, κινητοποιήσεις άπό τήν εκλεκτή μειοψηφία εντός τής οποίας καί πάλι θά παρατηρούντο (καί συλλαμβάνοντο) 10χρονα μέ μολότοφ στό χέρι.

Νίκας Τοίς Εύσεβεύσι










Βγήκε ο Γρυλλάκης στές ειδήσεις ψές καί είπε κάτι γιά τήν Φρειδερίκη.

Ότι ήτο αυτή ήτις συνομίλει μετά τού διαμεσολαβητού Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ περί τού θέματος τής ένδιαμέσου συμφωνίας μέ τά Σκόπια καί ούχί ο σύζυγός της, ο βασιλεύς Παύλος.

Εύτυχώς πού δέν σταματάμε νά ακούμε τέτοια νέα ρέ γαμώτο. Γιά νά μήν φεύγη άπό τό μεδούλι μας η άντίληψις διά τάς παρά φύσει λειτουργίας τής Βασιλείας καί έσαεί νά αισθανόμεθα μακάριοι, εύδαίμονες, χαρισάμενοι διά τήν έπιλογήν τής Άβασιλεύτου.

Ζήτω μας η ώριμότης!

(καί αί ημέτεραι ορθαί έπιλογαί, βεβαίως βεβαίως!)

Μόνον ο Χριστός σώζει!

Βγηκαν σάν τους ιεχωβαδες οξω, μοιραζοντας φυλλαδια.

Παλι καλα που δέν ζητουσαν καί τιποτις ψιλα όπως καποια διασημα ζακια στο γηπεδο πριν νά αρχιση τό ματς.

(Εδώ που τα λεμε, έάν ο yorgo εβγαινε τσαρκα νά μοιραση σιγουρα θα εφερνε καί μιά γυριστια, ομογουστος των προαναφερθεντων.)

Δέν χαλιεμαι μέ αυτην την ουτε καν λαικιστικη συμπεριφορα των αξιων πολιτικων μας. Αλλα μέ την στασι του κοσμακη ο οποιος κατά τ’αλλα, όταν συναντα δημοσιογραφους (υψηλοτατης σταθμης καί μακραν σκοπιμοτητων-διεπλεκομενων)καπου εξω σέ λαικες/δρομους/μαγαζια, παιρνει υφος μαγκιωρικο, στελνει τό τσιγαρο στην ακρη των χειλεων, τσακιρωνει τό ματι κι αρχιζει! Αρχιζει νά τά χωνη αβερτα στους αναλγητους πολιτικαντηδες οι οποιοι δέν νοιωθουν τόν απλο λαο, τον εξαθλιωμενο, τον μέ αναγκες, τον ταλαιπωρημενο κλπ κλπ. Σημερα όμως, λιαν πιθανως ο ιδιος που κοκορευεται σέ άλλες στιγμες, καθοταν προσοχη ενωπιον προσωπικοτητες τυπου Διαμαντοπουλου, εχοντας επιτρεψει στο προσωπο του νά σχηματισθη ένα χαμογελο σάν του Γιαννη Μαλουχου στο «η αλικη στο ναυτικο» όταν αντιλαμβανεται τα σχολια περι της ρινος του.

Εμεις καί μονον εμεις, επιλεγουμε/εκλεγουμε τους ηγητορες (…) μας. Δέν ερχονται άπό τόν Σειριο, ουτε ελεω Θεου. Πανω μας η ευθυνη.

Ένα παραμυθάκι γιά χειμώνα καί καλοκαίρι.

Κανείς δέν ξέρει.




«Γκόμενα που μπορεί σέ σμς π.χ. νά διακρινη, νά ξεχωριζη, νά μήν λαθεύη τό «ό,τι» μέ τό «ότι» αξίζει της ημετέρας προσοχής, εγγονέ… Έστω, της προσοχής σου.»

Κάτι τέτοιο μου είχε πει ο παππος μου, περίπου 48 έτη πριν.

Η ενστασις μου γιά τό τί εστι εσεμες τό οποίον μέ Τζων Γουεην προφορά είπε, δέν εξετασθη. Καί δέν επέμεινα. Νόμισα ότι επρόκειτο περί στάσεως πάνω στο σεχ (προφανώς κάποια απωθημενη μεσοπολεμική του) πρός τούτο δέν έδωκα συνεχειαν μέ οιας απορίας. Απλώς ολοκλήρωσε λεγων ότι εάν η γκόμενα αυτή, αποφεύγει νά χρησιμοποιη τό αναφορικον «που» περισσότερο κι άπό νά κυττιεται στον καθρέπτη τακτοποιούσα φράντζα, τότε η προσοχή δέον μεταλλασεσθαι σέ όρκους αιωνίου υποταγής.

Τυραννιέμαι τώρα μέ σκέψεις αγκάθια, δισταγμούς συνάχι, κι απορίες φαρυγγιτις, γιά τό πως θα προσεγγίσω τον δικόν μου εγγονο οστις είναι σέ μεσεφηβικη ηλικία μέ έντονες ορμές.

Απηυθυνθην στον κομπιουτερά της γειτονιάς μήπως καί μοι δώσει ιδέαν τινα δια κάποιου γκατζετ ναουμ. Κάτι όμως στην περιβολή του (κολλητά, διαγράφοντα οπίσθια διμιτα πανταλόνια) αλλά καί στο πρόσωπο, την υγρή έκφραση καί περισπωμενο στόμα, μέ αποτρέπει.

Ραδιον εστι παππος την σήμερον ημέρα. Παππος εγγονου ουτινος ο πατήρ ασυρματιστής σέ φορτηγό πλοίο κάπου νοτίως του ανατολικού Τιμόρ μέ προβλεπομένη άφιξιν Πειραιει λίγο μετά την ωριμανσιν 12ετους ουίσκι του οποίου τό κριθάρι λιάζεται στους κάμπους της Θεσσαλίας τό τρέχον φθινοπωρον …

Αναποφεύκτως βουρ γιά Αιδηψό. Μπάνια καί καλά αλλά δέν γυρνώ πίσω ούτε μέ παρακλήσεις της Εδεν Μορ.

Παρασκευή, Νοέμβριος 04, 2005

Κατηραμ(τόνος)ενο δι(τόνος)αφραγμα!

Η (τόνος)ανω ρινικ(τόνος)η κ(τόνος)ογχη αμετ(τόνος)απειστη στ(τόνος)ην γεροντοκορ(τόνος)ιστικη φ(τόνος)αση της δ((τόνος)εν (τόνος)αφηνε α(τόνος)εριες μ(τόνος)αζες κρ(τόνος)αχτες ταξειδι(τόνος)ων μακρυν((τόνος)α κοντιν(τόνος)ων.

Τ(τόνος)ιποτε!

Γι’αυτ(τόνος)ο λοιπ(τόνος)όν στ(τόνος)α ανεξ(τόνος)ηγητα, στ(τόνος)ο υλικ(τόνος)ον φθην(τόνος)ων εκδ(τόνος)οσεων βιβλ(τόνος)ιων τσ(τόνος)επης μπορε(τόνος)ι ν(τόνος)α καταχωρηθ(τόνος)η η μ(τόνος)αλλον αιφν(τόνος)ιδια αποδοχ(τόνος)η.

Εδ(τόνος)εχθη, η ιδανικ(τόνος)ων αναλογι(τόνος)ων μυτο(τόνος)υλα μου ν(τόνος)α πι(τόνος)αση κ(τόνος)αθε μποτιλιαρισμ(τόνος)ενη δωματ(τόνος)ιου μυρωδι(τόνος)α.

Κα(τόνος)ι (τόνος)οχι μ(τόνος)ονο. (τόνος)Οχι μ(τόνος)ονο εδωω. (τόνος)Οχι μ(τόνος)ονο σ(τόνος)ημερα.

Η μυρωδι(τόνος)α το(τόνος)υ ευπροσδ(τόνος)εκτου ιδρ(τόνος)ωτα, ελα(τόνος)ιων, αρωμ(τόνος)ατων, σαμπουανιαρισμ(τόνος)ενης κ(τόνος)ομης, (τόνος)ιμπαλς μασχ(τόνος)αλης... στ(τόνος)ην απ(τόνος)οχη.

Carduelis carduelis

Προτάσεις γιά ένα ευτυχές σ/κ

Ώρα εγέρσεως κατά βούλησιν. Περδείν αθορύβως υπό τού πετάσματος. Σκάλισμα ρινός. Ξύσιμο κεφαλής κι οσχέου άμα λάχει.

Σκέτος ανδρικός ελληνικός καφές.

Καταμέτρησις ανθέων γιασεμιού.

Defragment τώ υπολογιστή. Downloading κάποιων βιδεος τής Εδεν Μορ.

Προσπάθεια παρακολουθήσεως τού «Οι Ωρες». 18 μούτζες καί μέ τά δύο χέρια πρός Μέρυλ Στρήπ. Δύο μούτζες καί μέ τά πόδια.

Ωλοκλήρωσις (μετά πολλών ευλόγων διακοπών) συγγραφής (τσσσσσσσσς!) ενός πορνογραφήματος μέ πρωταγωνιστή, εμένα.

Μεσημβρινό γεύμα. Σουβλάκια.

3 πίττες ψημένες στεγνά στήν τοστιέρα.

4 μπιφτεκάκια στο γκρίλλ ψημένα.

8 κομμάτια τομάτας.

7 «καραβάκια» κρεμμυδιού.

Σάλτσα. (ποσότης 3,5 κουταλιών σούπας)

Τζατζίκι. (ποσότης 2,4 κουταλιών σούπας)

Ολίγος μαϊντανος.

Πέρας μάσας.

1200 γραμμάρια κόλας λάιτ.

Εν σαλονίω επί τού καναπέως.

8 ρεψίματα.

Τό πρώτον διαρκείας 3 δευτερολέπτων.
Τό δεύτερον καί τό τέταρτον 5,5. Τό τρίτον 4. Τό πέμπτον, έξι δεύτερα. Τό έκτον, έβδομον καί όγδοον μίζερης διαρκείας. 1,5 δεύτερον έκαστον ρέψιμον.

Στό επιβλητικόν καί ψαρωτικόν πέμπτον διαρκείας 6 (!) δευτέρων, η εκ κουζινός συζυγική ημιστριγγλιά :

- Κτήνοοοοοος! Άν δέν σέβεσαι εμένα, πού δέν μέ σέβεσαι, σεβάσου τήν κόρη σου καί τό εγγονάκι σου! Τί θά πή γιά τόν παππού του;

Μούτζα – όχι πρός τήν Μέρυλ Στρήπ τήν φορά αυτή...

Απογευματινή ανηφοριά πρός ταράτσα.

Εγκάρδια γειά πρός τά καναρίνια.

- Γειά σου Πολυχρόνη! Καλησπέρα Τζιτζιφιόγκο. Κυριάκο πώς πάει; Λουκιλλιανέ όλα καλά; Δομνίνη είσαι καλή κοπέλα; Ευτροπία πάλι μπάνιο; Ιλαρίων πολύ απότομος είσαι ρε! Πού’σαι ρέ Παφνούτιε!

Σέ μιά καρέκλα – τού σκηνοθέτου πολυθρόνα άραγμα. Χωρίς καφέ, χωρίς εφημερίδα, χωρίς κορεσμό τής λίβιδο, χωρίς γλυκό, χωρίς μεζέ, αλλά μέ ησυχία ρέ γαμώτο!

Ναί...


O Βάιος...

Πέμπτη, Νοέμβριος 03, 2005

Περί Πέους Άνά Χείρας. (έπανάληψις μάμυ μαθήσεως.)

Παρετήρησα, τώρα τελευταίως, μιάν εξόχως ένστικτώδη κίνησίν μου. Κατευθυνόμενος πρός τό άποχωρητήριον (όπουδήποτε κι έάν είμαι μέ τάς στοιχειώδεις συνθήκας έξοικειώσεως μετά του περιβάλλοντος) καί πρό της ένταύθα άφίξεως, (πρός οικονομίαν χρόνου, πιεζομένου έκ τής κύστης ίσως;) ξεκινώ καί αποκομβιώνω τό παντελόνι. Πολλοί, πολλάς ενστάσεις θά θέσωσιν κι άποδοκιμασίας ακούγοντας τούτο. Δέν αποτελεί όμως τροχοπέδη τυχόν απόρριψις. Απόρριψιν δημιουργεί η έν έργασία στριγκλιά: «Ααααα! Ανώμαλε! Βοήθεια! Επιδειξίας!» Επιβάλλεται παμμεγίστη προσοχή λοιπόν. Διότι, τήν εσχάτη φορά, η παρατήρησις ύπό κυρίας μέ φούστα κλαρωτή, τρίχες στήν άμασχάλη,τόν «Οδηγητή» υπό μάλης, σανδάλια στά πόδια : «Πανηδονιστή! Μ’αυτά πάς νά άποχαυνώσης τήν έπαναστατική διάθεση τών προλεταρίων!» δέν έφερε κανένα νουθέσεως άποτέλεσμα. Άντιθέτως. Η άκτινοβολία λάμπας φθορίου άγκάλιαζε τό μόριόν μου, πρίν κάν σκεφθώ τό τσίσα…

Πατρότης ή κάλλιον πιπατρότης.


Ένα πόστον ευήλιον μέ ξεκάθαρες ζακετοδιωχνουσες εκδηλώσεις. Η καλοκαιριά απαγορευουσα τον πουνεντη νά ξεσηκωση ύδατα στο μπετόν του περίπου λιμενος. Ακόμη όμως καί φωναχτερο φλοισβο νά ειχαμε, καποια παιδια περισσοτερο ακουγοντο τρεξιμω ιδρωμενα.

Δέν αργησε τό παιγνιδι νά σκανδαλιαση λιγο (εως πολύ) καί οι φαπες νά παρουν την θεσιν του «σ’επιασα, φυλα τα.»

Φαπας, σκαμπιλιου, μπατσου περατωθεντος, ένα ζευγος ποδιων ψηλοτερο άπό ένα άλλο, χωρις πολύ κοπο εξωθεν του βεληνεκους του κοντυτερου.

Κι ο ιδιοκτητης κοντων ποδιων αφρισε στομα, σαλιωσε χειλη καί πηγουνι.

- Γκρρρρρρρρρρ!

Η ξεχειλη οργη, ακουστηκε καί ταραξε την νιρβανα παρακειμενων. Παρακειμενων γονεων. Ηγερθη ο πατηρ μετα κοπων καί βασανων αφησας καλαμακι καί φραπε αφρισμενον ωσαν του στοματος του υιου.

- Κατσε εδώ! Εδώ ειπα! Μ’ακους;

Αλλα παλι, δέν ητο αναγκη νά τον ακουση ο μικρος. Η γλωττα κοκκαλα δέν εχει αλλα κι όταν υπαρχουσιν δυσκολιαι πειθους, μακρυ χερι κρατα καθηλωμενον τον γρρρρρισμενο διαδοχο.

Κι ο διαδοχος, ουτε 10 ετων, νά ξεσπα τα ουτιου χορδων νευρα του πανω στον τω φραπει εχοντα τον νου, πατερα του.

- Αγχιε με. Αγχιε με!

Καί φλαπ οι κλωτσιες, κρουπ καποιες γροθιτσες στο πλαδαρον σωμα του πατρος. Ο οποιος πατηρ σχεδον αδιαμαρτυρητα εδεχετο τα χαδια του – δέν τραβιομουν ο μαλακας! – υιου.

- Αγχιε με! Καλε αγχιε μέ σέ λεω! Αγχιε με! Δέν καταλαβαινεις; Η μαλλον σωστα… Δέν καταλαβαινεις ετσι όπως τό εκφερω! Α Σ Ε Μ Ε!!! Οριστε! Τί άλλο θελεις; Ταχυτατη ωριμανσις του λογου μπας καί καταλαβεις τον νταλγκα μου ρε πατερ! Ασε με νά παω νά τον παω γαμιωντας μεχρι τό διπλανο καφε τό παλιοτσογλανο! Ναί ναί! Γαμιωντας! Καί σεξουαλικη ωριμανσιν διαθετει τό μαγαζι… Αγχι, εεεεε Α Σ Ε Μ Ε!

Ο πατηρ εκρυψε ένα χαμογελο κατω άπό τα μουστακια που δέν ειχε.

- Ο γυιος μου εγινε αντρας γαμωτη μου! εσκεφθη. Ισως νά τριχιασε κιολας! Ναί! Σιγουρα θα εχη μαλλιασει στο μερος! Α ρε σοι! Α ρε εντερακια! Ετσσσσσσσσσι! Μέ επαρση χαμογελασε τό είναι του. Αλλα όχι! Θα κατσης εδώ! Μ’ακους!;;; Εδώ!

Τοτε συνεβη! Εκεινη ακριβως η στιγμη γιά την οποιαν πα σωφρων ανθρωπος θα ηυχετο νά περναγε σέ κουφια ωρα. Πεταχτηκα χωρις νά υπολογισω την μέ 2 καπουτσινο, 1 λουγκο εσπρεσσο, 3 σουβλακια μέ γυρο μπακαλικως καί 4 λαιτ κοκες, τραπεζα μας στελνοντας τζατζικι καί σαλτσα διπλα σέ κατι τεως κουτσουλιες δεκαοκτουρας καί τους καφεδες σέ κατι μαρτιατικες μαστιχες χιου. Φλασγκορδονικως προσεγγισα τό πατρουιικον συμπλεγμα παρεισφρυσας αυτου. Η λαβη παγκρατιου μου, αφοπλισε τον γυιο, εσφιξε μασιστικως τον καρπον του καί τό καλοτροχισμενο ξιφος επεσε κατω τριαμιση μετρα μακραν της σαλτσας ητις ειχε ηδη κρυωσει. Ο γυιος σέ ένα ξεσπασμα καρκινικης κακιας μου εστειλε ένα καιομενο βλεμμα κανοντας την σαλτσα παλι νά ζεσταθη κι εμενα νά αισθανθω ανθρακικο στο παχυ μου εντερον. Σάν σέ κατι άπό σλωου μωσιον, ειδα τα χειλη νά σχηματιζωσιν κυκλον ελλειψοειδην καί νά φερνη εις την επιφανειαν μιά χλεπα μεγαλοπρεπην, χρωματος νερατζοφυλλου. Τί νιντζα όμως ειμαι! Εσγουψα αστραποειδως κι η σφαιρομυξα χαραξε τον αερα μέ θορυβον σκιζομενου γουφερ πανω στο ρεφραιν της Προσευχης του Σπυρου Ζαγοραιου (Ποιος ειδε τα ματια που αγαπαωωωω). Ενστικτωδως γυρισα την κεφαλη πισω ώστε νά τσεκαρω παυλα θαυμασω την πορειαν της βολιδος ως γνησιος πυροβολικαριος (ισχυς δια της γνωσεως). Δέν εκανα λαθος, ναί. Ενας μαστορας πειραζε τό μερος του δεξιου του οφθαλμου υπο τον οποιον εσταζε πρασινον υγρον μέ μεγαλη συναφεια. Τοση ώστε η χλαμυδα του (ναί, δέν λαθευα, ητο μιά ληβαις καφε χλαμυς) νά παιρνη μυρωδια των βολων του μικρου. Κι αφου ο τυπος σκουπιστηκε συνοδεια τεσσαρων τασεων αναγουλας, του εστειλε βλεμμα δρακαινας σέ εμμηνοπαυσιν.

- Δέν φτανει ρε μαλακισμενο που μου πηρες τό σπαθι καί ολος ο καμπος των Θερμοπυλων περιμενει ερημην τον αρχηγον του, μέ φτυνεις κιολας ρε μπασταρδοσπερμα;

Καί μέ κινησεις τριπλουν που καί ο Κουκοδημος θα ζηλευε, εκανε νά πιαση τό κατ’αυτόν μπασταρδοσπερμα καί νά τό φερη γυροβολιες τεσσερις ριχνοντας το στην λιμνη της Καστοριας. Ακριβώς τότε, η αυτού εξοχοτης ο μεγας υπέρτατος αρχιερευς κλειδοκρατωρ των νιντζα, παναπει εγώ, μουλωχτά έστειλα τό χέρι στον αφαλό του μικρού, τράβηξα τό σημειον της τομής καί ίσως σωτήρια, τον ξεφούσκωσα.

Ο Λεωνίδας έμεινε έωλος. Μέ κυτταξε χωρίς περισσεύματα οργής.

- Καλός μαλακας είσαι καί του λογου σου. Έπρεπε εγώ νά τό περιελαμβανα! Παλιοκαρναγια… Δέν μου λες ρε… Είσαι Λακων; Τί δουλειά έχεις στην Μακεδονία;

- Σφάλλεις Βασιλεύ! Εγώ άπό τον Κορυδαλλον ηλθον γιά ένα σουβλάκι εδώ! Ίσως καί δυο! Στα πλαίσια μαθητικών ανταλλαγών!

Sparus Aurata


Δέν γνωρίζω εάν τό ΕΣΡ είναι ΝΠΔΔ, ΙΔ, σωματείο, ένωση, κυβερνητικός οργανισμός κλπ κλπ.

Η ελαχίστη λογική μου όμως δέν καταφέρνει νά μέ πείση ότι μπορεί τό ΕΣΡ νά πρωτοκολλήση καί χαρτοσημάνη μίαν απόφαση η οποία όχι απλώς αφαιρεί σχέσεις εξηρτημένης εργασίας χί ατόμων μέ ψί εταιρείες, ακυρώνει διαφημιστικά πακέτα δι' επικυρωθέντων συμβάσεων καί ανυπαρκτοποιεί αγορές από τό γειτνιάζον κυλικείο τών εγκαταστάσεων τού σταθμού αλλά δίνει λαβές γιά σχόλια σέ...

Λαβές γιά σχόλια στούς πράγματι υπερευαισθήτους στό θέμα τής δημοκρατίας, φορείς τού τύπου πχ...

Υπερευαίσθητοι φορείς τού τύπου πχ οι οποίοι συναντώνται συχνάκις νά μαλάζουν σόλες υποδημάτων διότι καταπιέζονται.

Ξεκινούν από κάτι τέτοιο καί καταλήγουν σε κατάρες πρός αυτούς οίτινες μασούν τήν άκρη τού καπακιού τού μπίκ στυλό τους.

Τεχνηταί αναπνοαί πρός τά κολουροκωνοειδή κάλυπτρα τών στυλογράφων ώστε νά συνέλθουν μωρέ!

Πόσο βαθιά νυχτωμένος μπορεί νά είναι κάποιος μέλοςςςς του ΕΣΡ ώστε στήν σκέψη καί μόνο νά κόψη πρόστιμο σέ έναν φωτισμένο, πρωτοπόρο, καινοτόμο παραγωγό (ο οποίος εκσπερματώνει πνευματικά όταν αποκαλεί έναν ρασοφόρο, τραγόπαπα θεωρώντας ότι ο Ροβεσπιέρος εκείνην τήν στιγμή τού απονέμει τό ηδύ βραβείον τής από θρησκείαν απαγκίστρωσης) καί δέν θά πέσουν πάνω του νά τόν αποθερμιδιάσουν όλοι οι κοπτόμενοι καί συγκαιόμενοι περί ελευθερίας τού λόγου;

Τού λόγου σου, διαφωνείς κύριε μέλε τού ΕΣΡ;

Διότι φασίστα σέ λέμε λίαν ευκόλως αλλά βλάκα, τόσο βλάκα ώστε νά μήν ξέρης σέ τί οίκο ανοχής (καί κυρίως ποίες είναι οι σκούζουσες μανδάμες) ζής, δέν σέ νομίζω...

Εάν η σιωπή τών ιχθύων (ή τού ιχθύος) δέν ήτο τυμπανενοχλούσα τότε θά μπορούσα νά υποθέσω (αναπόδεικτα πάντοτε) ότι ο Τσιπουριανός σίγουρα πλέρωσε (μπορεί καί ακριβά) γιά μιά τέτοια διαφήμιση.
blog stats